• Δεν υπάρχουν προϊόντα στο καλάθι
ΚΟΡΥΦΗ

ΠΩΣ ΣΥΝΟΜΙΛΟΥΜΕ ΜΕ ΤΟΝ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟ; Δύο κείμενα του Γιάννη Στάμου και του Πάνου Βλαγκόπουλου

ΠΩΣ ΣΥΝΟΜΙΛΟΥΜΕ ΜΕ ΤΟΝ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟ; Δύο κείμενα του Γιάννη Στάμου και του Πάνου Βλαγκόπουλου

Μετά το πρόσφατο αφιέρωμα του Parallaxi, «Μοιάζει όντως η σημερινή εποχή με το Μεσοπόλεμο;» (9/11/25),  όπου ιστορικοί αναφέρθηκαν σε γεγονότα, πρόσωπα και καθεστώτα,  η Θράκα κάνει ένα παρόμοιο αφιέρωμα όπου πανεπιστημιακοί, κριτικοί, λογοτέχνες και καλλιτέχνες εξετάζουν το ίδιο θέμα από πολιτισμική σκοπιά.

Θυμίζουμε πως, εκτός από τις τεράστιες μηντιακές και τεχνολογικές αλλαγές, ο Μεσοπόλεμος περιλάμβανε σημαντικά καλλιτεχνικά κινήματα (π. χ. γαλλικός υπερρεαλισμός, ελβετικό νταντά, σοβιετικός κονστρουκτιβισμός, γερμανική Βαϊμάρη, ιταλικός φουτουρισμός, αμερικανική αναγέννηση του Χάρλεμ, μεξικανική τοιχογραφία, βρετανικός μοντερνισμός,  μεσογειακός κλασικισμός) καθώς και φιλοσοφικά ρεύματα (π. χ. πρώιμος υπαρξισμός, λογικός θετικισμός, δυτικός μαρξισμός, σχολή Φρανκφούρτης, αναλυτική φιλοσοφία, πολιτισμικός πεσιμισμός).  Στο πλαίσιο αυτό, θα είχε ενδιαφέρον να εξετάσουμε με ποιους τρόπους η λογοτεχνία, η τέχνη και η σκέψη του 21ου αιώνα συνομιλούν με αυτά τα κινήματα και ρεύματα.

Το αφιέρωμα επιμελούνται οι Βασίλης Λαμπρόπουλος, Ομότιμος Καθηγητής της Νεοελληνικής Έδρας Κ. Π. Καβάφη στο Πανεπιστήμιο του Michigan και η Αθηνά Ρώσσογλου, ερευνήτρια και ιστορικός.

Στο εικοστό τέταρτο του αφιερώματος δύο κείμενα του  διδάκτωρα της Σχολής Ιστορίας και Πολιτισμών του Πανεπιστημίου του Μπέρμιγχαμ Γιάννη Στάμου και του Πάνου Βλαγκόπουλου, ο οποίος διδάσκει στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Ιονίου Πανεπιστημίου.

 

Μεσοπόλεμος

                                                             Γράφει ο Γιάννης Στάμου

Οι στίχοι του Βύρωνα Λεοντάρη «κρυφά θα φύγει δίχως να ‘χει / αφήσει ούτε ένα ίχνος η γενιά μας» αντηχούν οικεία και για τη γενιά μας σήμερα, που κατατρύχεται από μια αίσθηση ματαίωσης και ματαιότητας. Η «χαμένη γενιά» της μεταπολεμικής εποχής μοιάζει εν πρώτοις ως ενδιάμεσος σταθμός μεταξύ Μεσοπολέμου και παρόντος, είναι όμως ο Μεσοπόλεμος που αποδίδει εναργέστερα –ιστορικά και φαντασιακά– το παράλληλο με την κατάσταση γενικευμένης κρίσης που βιώνουμε· σ’ αυτόν ανατρέχει άλλωστε κι ο Λεοντάρης, κλείνοντας το ίδιο ποίημα με τους στίχους «Είμαστε μεσοπόλεμος, σου λέω, / ανίατα μεσοπόλεμος… Ας πάμε / λοιπόν κι απόψε, ας πάμε πάλι κάπου / να χορέψουμε ή να σκοτωθούμε…». Ο Μεσοπόλεμος αναδεικνύεται έτσι ως πολιτισμικό μόρφωμα που κανονικοποιεί τη διαρκή ταλάντευση μεταξύ μιας κατ’ επίφασιν ζωής και του θανάτου.

Η επαναφορά σε παρόμοιες με τον Μεσοπόλεμο καταστάσεις ήρθε «σταδιακά, και μετά απότομα», για να θυμηθούμε τη φράση του Χέμινγουεϊ. Η εκλογική και κυρίως ιδεολογική ηγεμονία της ακροδεξιάς, η εντεινόμενη στρατιωτικοποίηση, η κανονικοποίηση πρακτικών βίας και διαφθοράς με ρητορική πλαισίωση «αριστείας», «κάθαρσης» και «εθνικής αναγέννησης» συνθέτουν ένα νέο υβρίδιο αυταρχικού νεοφιλελευθερισμού, με δομικές παραλληλίες αλλά και σημαντικές διαφορές με τον ιστορικό φασισμό. Το έδαφος για αυτήν την εξέλιξη προετοιμάστηκε όταν οι κυρίαρχες ελίτ της «Δύσης», ελλείψει και επαρκώς συντονισμένης πίεσης από τα αριστερά, προέκριναν να απαντήσουν στην κρίση του 2008-2010 μετακυλίοντας το οικονομικό βάρος στον από κάτω και την ηθική ευθύνη στον διπλανό. Η επίθεση αυτή των λίγων ενάντια στους πολλούς επιτείνεται διαρκώς, με την ανοιχτή πλέον διακήρυξη ενός νέου αναθεωρητισμού που διαρρηγνύει τη μεταπολεμική παγκόσμια τάξη και προβάλλει αξιώσεις ζωτικού χώρου. Καθώς οι αποικιοκρατικές λογικές και η καταπάτηση του διεθνούς δικαίου κανονικοποιούνται με προεξάρχουσα την πιο φονική κρατική μηχανή στην ιστορία της ανθρωπότητας, δίπλα στα άμεσα θύματα στις νεοαποικίες ανακύπτει η ανάγκη διαρκούς παροχής νέας τροφής για τα κανόνια από τις μητροπόλεις (διόλου ασύμφωνη και η εντεινόμενη πίεση απέναντι στο δικαίωμα στην άμβλωση). Κι αυτή προσφέρεται ευκολότερα από κοινωνίες όπου οι συλλογικότητες έχουν υπονομευθεί και οι ζωές εξατομικευτεί, χωρίς δομές στήριξης, πρόνοιας ή αλληλοβήθειας, βυθισμένες στη μόνιμη επισφάλεια, όπου το «δικαίωμα στη ζωή» αναστέλλεται ταυτόχρονα με την έναρξή της.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο πολιτισμός παραμένει εργαλείο ελέγχου και νομιμοποίησης. Η ενσωμάτωση των καλλιτεχνών και των «πνευματικών ανθρώπων» στις δομές που συντηρούν την περιχαράκωση και ωθούν προς τον γενικευμένο πόλεμο θυμίζει ανησυχητικά τη λειτουργία των διανοούμενων κατά την περίοδο κυριαρχίας του φασισμού. Κι ενώ ο πολιτισμός συνεχίζει να προβάλλεται ως ψευδεπίγραφο επιχείρημα απέναντι σε νέους «βαρβάρους» (υπάρχει, αλήθεια, πολιτισμός μετά τη Γάζα;), δεν κατέχει πλέον τη θέση στην κλίμακα των αξιών που είχε στον Μεσοπόλεμο για να αποτελεί πρωταρχική πηγή νομιμοποίησης. Τον κύριο λόγο έχουν οι αγορές. Κι ο νέος υπερεθνικισμός δεν προτάσσει μόνο την επιβολή επί του Άλλου αλλά και την υποταγή στον Μεγάλο Άλλο της αγοράς

Όπως και στον Μεσοπόλεμο, πλάι σε μια μερίδα διανοουμένων και καλλιτεχνών που αντιτίθεται πραγματικά στον πόλεμο, προσβάσεις, προβολή και επιρροή έχουν περισσότερο όσοι νομιμοποιούν παρά αμφισβητούν την τάξη πραγμάτων που τείνει προς τη γενικευμένη σύρραξη. Μέσα από το έργο και τις παρέμβασεις τους στον δημόσιο λόγο, προωθούν ουσιαστικά τη διαίρεση του κόσμου σε αυτούς από τους οποίους οφείλουμε να πιστεύουμε τα πάντα άκριτα και σε αυτούς από τους οποίους δεν επιτρέπεται να πιστεύουμε τίποτα, σε πολιτισμένους και βάρβαρους που αποτελούν θεμιτό στόχο αλλαγής κυβέρνησης, «απελευθέρωσης», «εκπολιτισμού». Παράλληλα, η βαναυσότητα κανονικοποιείται μέσα από τις πολιτιστικές ανταλλαγές και συνεργασίες με κράτη που ερείδονται σε ιδεολογίες φυλετικής υπεροχής, αλλά και μέσα από τις προσπάθειες σφράγισης της τέχνης σε έναν χώρο ανώτερο και έξωθεν της ιστορίας, όπου δήθεν δεν χωρά η πολιτική. Η τέχνη είναι για όλους, οι βόμβες μόνο για κάποιους. Στο μεταξύ, η διχοτομία επελαύνει μέσα από την επιβολή του απολιτικού.  

Το μεσοπολεμικό παράλληλο, λοιπόν, δεν αφορά τόσο επανάληψη γεγονότων όσο δομών και τεχνικών, ιδίως της επαναφοράς της μαζικής ανθρωποσφαγής από τη σφαίρα του αδιανόητου σε αυτήν του θεμιτού μέσου άσκησης πολιτικής. Αν ο Μεσοπόλεμος μας μαθαίνει κάτι, είναι ο τρόπος με τον οποίο οι κοινωνίες εξοικειώνονται με την εξαίρεση. Όπως στη χώρα μας γίνεται τα τελευταία χρόνια λόγος για επιστροφή στην «κανονικότητα», ενώ αυτό που συνέβη είναι ότι η κρίση κατέστη καθεστώς και δεν επιχειρείται σοβαρά καμία διέξοδος από αυτήν. Μέσα σε αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο κοινωνιών υπό πίεση, διάφοροι αυτόκλητοι σωτήρες αναφύονται και οι πληθυσμοί προαλείφονται να σκοτώσουν και να σκοτωθούν.

Επιστρέφοντας στο ποίημα του Λεοντάρη, η αναφορά του στον χορό χρήζει πολλαπλών ερμηνειών (κάποιες, όπως οι σχετικές με έννοιες λύτρωσης και συλλογικότητας, με θετικό πρόσημο), μπορούμε όμως να διαβάσουμε το δίδυμο χορού-θανάτου ως αρραγές σύνολο, μέρος ενός και του αυτού πλέγματος κουλτούρας-πολιτικής που παράγει μηχανικούς τρόπους ζωής άνευ νοήματος μέσα στην κρίση. Όταν η τέχνη επιχειρεί να σταθεί εκτός πολιτικής και κοινωνίας, νομιμοποιώντας το υπαρκτό και το κυρίαρχο εντός, δεν είναι παρά το αισθητικό προκάλυμμα της βίας – το κοινό που χορεύει, αγνοώντας τα πτώματα που σωρεύονται γύρω του και, λάθρα, σταδιακά, στο ανάμεσό του. 

Το «Ρολόι της Αποκάλυψης» καθιερώθηκε λίγο μετά τη μεγάλη ανθρωποσφαγή στην οποία απέληξε ο Μεσοπόλεμος. Οι δείκτες του ρολογιού δείχνουν 1 λεπτό και 25 δευτερόλεπτα πριν τα μεσάνυχτα. Το εγγύτερο που βρέθηκαν ποτέ. Θα σταματήσουμε άραγε εγκαίρως να χορεύουμε για να απαιτήσουμε να μη σκοτωθούμε;

 

 

Ο Γιάννης Στάμος είναι διδάκτωρ της Σχολής Ιστορίας και Πολιτισμών του Πανεπιστημίου του Μπέρμιγχαμ. Έχει διδάξει σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ, στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης, στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και στο Πάντειο. Έχει υπάρξει μεταδιδακτορικός υπότροφος στα Πανεπιστήμια Πρίνστον, Άμστερνταμ και Χάρβαρντ, καθώς και μέλος ερευνητικής ομάδας σε πρόγραμμα χρηματοδοτούμενο από το ΕΛ.ΙΔ.Ε.Κ. Η έρευνά του εξετάζει τις σχέσεις μεταξύ πολιτικής, ιδεολογίας, πολιτιστικής παραγωγής και Μ.Μ.Ε. στην Ελλάδα κατά το πρώτο μισό του εικοστού αιώνα, με έμφαση στο καθεστώς Μεταξά και την Κατοχή. 

 

 

Μεσοπόλεμος

                                                Γράφει ο Πάνος Βλαγκόπουλος

Ενώ η Αθήνα -η Ελλάδα- διαχειριζόταν όπως-όπως το ανείπωτο τραύμα που βίωνε ως Καταστροφή, ο Μητρόπουλος επιστρέφει στην Αθήνα μετά από σπουδές στις Βρυξέλλες και το Βερολίνο, έχοντας στις αποσκευές του την υπόσχεση ενός πρωτοποριακού και πολλαπλώς απελευθερωτικού μέλλοντος. Μπρος στο ενεό Αθηναϊκό κοινό παρουσιάζει το 1926 και το 1933 σε πρώτες ελληνικές εκτελέσεις τη νεοκλασική  Ιστορία του Στρατιώτη του Στραβίνσκι (1918), καθώς και το φουτουριστικό Χυτήριον σιδήρου με υπότιτλο: «Μουσική μηχανών» του Μόσολοφ (1927)· συνθέτει τους νεοφολκλορικούς Κυθηραϊκούς χορούς (1926) και την πρωτοποριακή Οστινάτα για βιολί και πιάνο (1927)―το πρώτο δωδεκάφθογγο έργο από συνθέτη εκτός του κύκλου Schoenberg-Berg-Webern· ενώ λίγο πριν είχε ολοκληρώσει τις 14 Invenzioni, όλες πάνω σε ομοερωτικά ποιήματα του Καβάφη, τις οποίες ο Παπατσώνης χαιρέτισε με άκρατο ενθουσιασμό, αλλά και κριτική εγρήγορση, ως το πιο σημαντικό μοντέρνο Ελληνικό έργο (ά εκτέλεση: Ιούλιος 1926). Θα ξαναπαρουσιαστεί από τον ίδιο τον συνθέτη στο πιάνο (και στη Sprechstimme😉 τον Οκτώβριο του 1932 στο σαλόνι της Άλκη Θρύλου, πιθανώς παρουσία του ποιητή· εκεί ο Μητρόπουλος χαρακτηρίζει τα «τραγούδια» του «μικρά μουσικά αρχιτεκτονικά σχέδια» (Μεσοπολεμικοί συνειρμοί της λέξης «αρχιτεκτονική»: ο Busoni· η κυκλοφορία στη Νέα Εστία το 1927 της μετάφρασης του Ευπαλίνου ή Ο αρχιτέκτων από την Έλλη Λαμπρίδη εν μέσω ελληνικής «Valérymanie»· το 4ο Διεθνές Συνέδριο Μοντέρνας Αρχιτεκτονικής στην Αθήνα (1933) και η Αρχή της Γεωμετρίας του Χατζηκυριάκου-Γκίκα ως Ελληνική εκδοχή του μοντερνισμού―κάπου στο βάθος της επόμενης εικοσαετίας κυοφορούνται σε ξένη γη οι Μεταστάσεις του Γιάννη Ξενάκη). 

Αλλαγή σκηνικού: Το 1937 και το 1938 ο Θεόδωρος Βαβαγιάννης, νεαρός μαέστρος, ρέκτης ενός «modernisme modéré» (εισηγητής στο ελληνικό κοινό έργων -μεταξύ άλλων- Μιγιώ, Χίντεμιτ, Σοστακόβιτς), μαθητής και protégé του Μητρόπουλου, διευθύνει σε αρχαιολογικούς χώρους συναυλίες οργανωμένες από την Περιηγητική Λέσχη. Το πρόγραμμα είναι συντηρητικό (Μότσαρτ, Μπετόβεν, Μέντελσον), αλλά το γεγονός, λουσμένο στο φεγγαρόφωτο μιας ελληνικής εκδοχής της Kunstreligion, κρούει την πόρτα ενός αρχαιόπληκτου μοντερνισμού που ήδη από τις προδρομικές Χορηγίες της Orange προετοιμάζει τον 20ό αιώνα της γενικευμένης αισθητικοποίησης (της τέχνης «en état gazeux», που διαχέεται σε όλους τους χώρους, όπως θα πει ο Υβ Μισώ). Σε άλλη εκδρομή της ίδιας Περιηγητικής Λέσχης στην Αίγινα το καλοκαίρι του 1950 θα παρουσιαστεί ο Μαρσύας του Μάνου Χατζιδάκι σε χορογραφία της Ραλλούς Μάνου: νέα μοντερνιστική επανεκκίνηση, που αυτή τη φορά θα καταλήξει στο Εντεχνολαϊκό υβρίδιο.    

Αλλαγή σκηνικού: Επιμελούμαστε με τον Χάρη, τη Στέλλα, και τον Κώστα, κείμενα για μια Ιστορία της Μουσικής στη Νεώτερη Ελλάδα·* κείμενα που μετεωρίζονται στο κενό που άνοιξε στη Χούντα η καταπόντιση του αστικού μουσικού πολιτισμού, και πολύ μετά τη νικηφόρο μεταπολιτευτική επέλαση του Έντεχνολαϊκού αφηγήματος· κείμενα που επειδή στοιχειώνονται από τη Μεσοπολεμική υπόσχεση μιας μουσικής ευτοπίας που ποτέ δεν ήλθε είναι γεμάτα χειρονομίες αναδρομικής υπεραναπλήρωσης μέσα από τη μεγέθυνση λεπτομερειών σε μια μάχη οπισθοφυλακής: η επίσκεψη του Σαιν-Σανς και του Ρίχαρντ Στράους και πως εντυπωσιάστηκαν από τη μουσική ζωή στην Αθήνα («και μου χαμογέλασε ο υπουργός» – ο Ληναίος ως Αστυφύλακας Δελημάνης στην Κόμησα της Φάμπρικας, 1969)· η οπερατική κίνηση στην Αθήνα και την Ερμούπολη τον 19ο αιώνα και η πάνδημη υποδοχή της· η ενθουσιώδης δεξίωση του Βάγκνερ· ο μουσικός εθνορομαντισμός που πρώτος εκδηλώθηκε στα έργα των Ριζοσπαστών Επτανησίων. (Κι όμως, ήδη από τη δεκαετία του 30 και τη Μεταξική δικτατορία, ο Μητρόπουλος -όπως ο Τόμπρος, η Μπερτσά, κι άλλοι σε άλλες τέχνες- συντηρητικοποιήθηκε σταδιακά πριν εγκαταλείψει εντελώς τη σύνθεση το 1937· ο Σκαλκώτας επέστρεψε σε μια δυστοπική Ιθάκη για να σβήσει άδοξα λίγα χρόνια μετά τον πόλεμο). 

Mας στοιχειώνει και μάς ο Μεσοπόλεμος, στο χώρο της μουσικής και της μουσικολογίας· όχι όμως σαν ανησυχαστική υπενθύμιση (του πώς πεθαίνουν οι δημοκρατίες) ούτε σαν επιστροφή (φασιστικών) φαντασμάτων, αλλά σαν η (ακυρωμένη) ευκτική ενός εναλλακτικού μέλλοντος.   

 

*Ιστορία της μουσικής στη νεώτερη Ελλάδα, επιμ. Χάρης Ξανθουδάκης, Πάνος Βλαγκόπουλος, Στέλλα Κουρμπανά και Κώστας Καρδάμης, Αθήνα, Ωδείον Αθηνών, τ. Α΄ (2022), τ. Β΄ (2023), τ. Γ΄(υπό έκδ.).

 

 

Ο Πάνος Βλαγκόπουλος  μετά από εγκύκλιες σπουδές στην Ευαγγελική Σχολή Ν. Σμύρνης σπούδασε Νομικά και Mουσικολογία στην Ελλάδα και την Ελβετία. Διετέλεσε Υπεύθυνος Προσκτήσεων στη Μεγάλη Μουσική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος «Λίλιαν Βουδούρη» από το 1995 έως το 2003. Από το 2003 διδάσκει στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Ιονίου Πανεπιστημίου. Είναι μέλος της συντακτικής επιτροπής του ηλεκτρονικού περιοδικού Mousikos Logos. Το τελευταίο του βιβλίο φέρει τον τίτλο Δίκοπη εναρμόνιση: Η Νεοελληνική μουσική και οι Άλλοι. Στιγμές ενός αγώνα για αναγνώριση (Το Ροδακιό, 2025).