Ατέρμονα μηδαμινά Συμβάντα. Γράφει ο Μάνος Μαυροπαλιάς
Η σχέση ανάμεσα στην εργασία και την αποξένωση είναι γνωστή εδώ και εκατοντάδες χρόνια. Από την ακριβή ανάλυση του Μαρξ στα φιλοσοφικά και οικονομικά χειρόγραφα μέχρι σήμερα παραμένει ένα θέμα επίκαιρο με απεριόριστες προεκτάσεις και συνέπειες που προκύπτουν όταν σπαταλάμε τη μισή μας μέρα σε δουλειές που «επιλέχτηκαν», είτε από ανάγκη για επιβίωση ,είτε με σκοπό να εναρμονιστούν με τον φαντασιακό εαυτό του καθενός. Συνήθως, αν η εργασία δεν αποσκοπεί στην αναπαραγωγή της τεχνοκρατικής και ατομοκεντρικής πραγματικότητας στην ελεύθερη αγορά, θεωρείτο άχρηστη, ή ακόμα χειρότερα, χόμπυ. Σαφώς το τελευταίο δεν είναι κάτι αρνητικό από μόνο του, αντιθέτως το αντικείμενο που καταπιάνεται κανείς, στην αρχή δεν μπορεί να είναι κάτι άλλο εκτός από χόμπυ, καθώς κάθε τι που πηγάζει από τα κρυστάλλινα νερά της ψυχής δεν αντιμετωπίζεται ως «κάτι» το συγκεκριμένο. Είναι η ανάγκη του να κάνεις κάτι επειδή δεν μπορείς να μην το κάνεις. Κι αυτή είναι η πιο ισχυρή απόδειξη θελήσεως.
Ο Νεκρός Χρόνος
Στη σήμερον ημέρα, ο άνθρωπος που θέλει να ασχοληθεί με το πνεύμα είναι εγγενώς καταδικασμένος να περάσει άθλους προκειμένου να αγγίξει λιγάκι την επιθυμία του, καθώς η ίδια η διανόηση έχει υποβιβαστεί γιατί η χρησιμότητά της στη μηχανή του νεοφιλελευθερισμού είναι πολύ περιορισμένη, και λαμβάνει ενίσχυση μονάχα όταν χτίζει και ενισχύει το θεωρητικό υπόβαθρο του υπάρχοντος. Μια καλύτερη επαναδιατύπωση της ίδιας της αντίφασης της αποξένωσης προκειμένου να αντικατοπτρίζει ακριβέστερα την πολυπλοκότητα του σήμερα είναι η εξής: πρέπει να αποξενωθώ από τον εαυτό μου για να εξασφαλίσω τις υλικές προϋποθέσεις ώστε κάποτε να μπορέσω να επιστρέψω σε αυτόν. Είναι όμως αυτό εφικτό; Ανεξαρτήτως ατομικής θέλησης και πάθους, το μεροκάματο είναι κάτι που καταλαμβάνει χώρο στην καθημερινότητα όλο το εικοσιτετράωρο. Ο κάθε άνθρωπος που προσπαθεί να ζωγραφίσει, να φτιάξει τη μουσική του, να γράψει και κυρίως απλώς να κάτσει να σκεφτεί, αντιλαμβάνεται πόσο αδιανόητα δύσκολο είναι να αποδώσει μετά από μια ημέρα στη δουλειά.
Πρόκειται για ψυχοφθόρα κατάσταση, όταν οι υλικές συνθήκες παραλύουν την ενορμήση προς τη ζωή, όταν οι λέξεις δεν βγαίνουν παρόλο που το Είναι σπαράζει, κι όταν η φαντασία αποδυναμωμένη ψάχνει να βρει τροφή σε εποχή ξηρασίας, το υποκείμενο παραλύει • μελαγχολεί και φθείρεται ανήμπορο αντικρίζοντας την ωμότητα του ρεαλισμού που τον κατασπαράζει. Σαφώς αυτή η παράλυση μπορεί να οδηγήσει σε έντονη αυτοκριτική, καθώς ο ίδιος είναι που φαντάζει κατώτερος των περιστάσεων, ανίκανος για μια καλή και φυσιολογική ζωή. Όχι γιατί δεν προσπαθεί, αλλά γιατί δεν μπορεί. Αυτή η ανικανότητα σε έναν χρόνο που θεωρείτο ελεύθερος δεν μπορεί να παραστεί γόνιμη για λόγους πέρα από την κούραση. Ένας πολύ βασικός είναι η έλλειψη συγκέντρωσης. Εξαιτίας της διάσπασης που υπόκειται η προσοχή μας, ο υποχρεωτικός ελεύθερος χρόνος για να δημιουργήσουμε ακόμα και σε αντίξοες συνθήκες υπέστη κορεσμό, ως εκ τούτου, ακόμα και η ίδια η βαρεμάρα που ωθεί το μυαλό να απασχοληθεί πλέον ως συνθήκη δεν υφίσταται. Φαντάζονταν έτσι τον χρόνο να καταντά νεκρός. Κουρασμένοι για να δημιουργήσουμε, αλλά αρκετά ξεκούραστοι για να καταναλώσουμε εικόνες.
Οντολογικά, ο άνθρωπος έχει ακινητοποιηθεί \ καθώς βρίσκεται σε αυτή την πτωτική πορεία η οποία επαναλαμβάνεται κάθε είκοσι τέσσερις ώρες, παλεύει ολόψυχα για ένα ψεγάδι φλόγας, απομεινάρι αυθεντικότητας, μιας ζωής όπου η επιθυμία και το γίγνεσθαι θα συγχωνεύονται έμπρακτα. Κι όλο αυτός ο κατακερματισμός καλύπτεται από ένα μεγάλο ερωτηματικό.
Το πρόβλημα λοιπόν δεν υφίσταται στο ότι δεν έχουμε αρκετό ελεύθερο, το πρόβλημα του χρόνου είναι βαθύτερο, έγκειται στο γεγονός ότι ίδιος ο χρόνος παύει να βιώνεται ως δυνατότητα. Έχουμε χρόνο εργασίας και χρόνο για να αναπαυτούμε, όπου πλέον ως γνωστόν η ανάπαυση ταυτίζεται με την κατανάλωση. Όπως ειπώθηκε, όχι απαραίτητα υλική κατανάλωση, αλλά κυρίως κατανάλωση αμέτρητου εθιστικού ψηφιακού περιεχομένου, κι έτσι παραλύουμε ενώ επικρατεί ένα κλίμα που λέει ότι ο χρόνος δεν θα μας φτάσει ποτέ. Αυτό σημαίνει πως πλέον δεν αισθανόμαστε τη δυνατότητα που δίνει ο χρόνος στο Είναι για να συμβεί αυτό που κάνει η άνοιξη στις κερασιές.
Το μούδιασμα της κεφαλής προδίδει την ανικανότητα της σκέψης κοιτάζοντας αντικριστά το φως του μαύρου ηλίου. Εντός του χρονικού κυλίνδρου οι αισθήσεις δεν μένουν αναλλοίωτες, όπως το κορμί και το πνεύμα – με την πάροδο του χρόνου το ίδιο ερέθισμα ενδέχεται να μην προκαλεί την ίδια αντίδραση και να μην πυροδοτεί τούτη τη σπιρτάδα που κάποτε αρκούσε προκειμένου να γεμίσεις το δωμάτιο του νου με εικαστικά και σκόρπιες πυκνογραμμένες σελίδες. Έτσι στέκεσαι ακίνητος, έχοντας παραδοθεί πλήρως σε αυτή τη βλαβερή στατικότητα, ενώ οι μέρες και οι ζωές αέναα βρίσκονται παράλληλα στον ίδιο βηματισμό. Πώς θα αγγίξουμε το Είναι αν δεν το προβάλλουμε προς τα έξω στην καθημερινότητα; Κάθε πράττειν είναι και μια απόπειρα μείωσης της απόστασης ή απομάκρυνσης με τον εαυτό που αντανακλαστικά αντιδρά μέσα από τη σκέψη του σε αυτό που τον καταβάλλει. Μουδιάζει ο νους διότι καλείται να απαντήσει στα στοιχεία που παραθέτουν οι οφθαλμοί αλλά αδυνατεί, πίσω από τα μάτια υπάρχει τοίχος, ενώ οι λέξεις είναι εξαντλημένες για να δώσουν λόγο.
Επίλογος
Αυτό ίσως είναι το μεγάλο στοίχημα της εποχής κυρίως για τους ανθρώπους που δεν έχουν την οικονομική ευχέρεια να πάρουν το ρίσκο της ενασχόλησης με το αντικείμενο που λαχταρά η ύπαρξή τους. Μια παρόρμηση που θα έπρεπε να ήταν δεδομένη ότι μπορεί να αξιοποιηθεί. Σε έναν ορίζοντα που συνεχώς στενεύει, ο κάθε άνθρωπος οφείλει να γίνεται η εισπνοή του ενός και η εκπνοή του άλλου. Αν μας έχει μείνει ακόμα κάτι το ζωογόνο είναι ο χώρος που μπορούμε να γίνουμε ώστε το Είναι να μετατραπεί σε ένα συνΕίναι. Δεν είναι πως έτσι θα λυθεί η εγγενής δυσκολία ενασχόλησης με ό,τι ζωντανεύει τα βαθύτερα κομμάτια μας, είναι όμως μια ισχυρή απάντηση στον ατομοκεντρισμό και την αποξένωση που προωθεί ο ύστερος καπιταλισμός. Τούτο δεν είναι απλώς ένα αντανακλαστικό συναίσθημα ψυχικής επιβίωσης. Είναι μια συνειδητή απόφαση που απαιτεί πειθαρχία, πίστη και επίγνωση της αναγκαιότητάς της.
*στην λέαινα
Ονομάζομαι Μάνος Μαυροπαλιάς και είμαι μεταπτυχιακός φοιτητής
Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Tilburg στην Ολλανδία.
Η ερευνητική μου δραστηριότητα επικεντρώνεται στη
σύγχρονη γαλλική φιλοσοφία και την ψυχανάλυση