Κατάσταση εγκλωβισμού σε ένα πλέγμα κοινωνικών υποχρεώσεων, συμβάσεων και μηχανισμών ελέγχου. Γράφει ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης
Κατάσταση εγκλωβισμού σε ένα πλέγμα κοινωνικών υποχρεώσεων, συμβάσεων και μηχανισμών ελέγχου
(Δημήτρης Κ. Μπαλτάς, Υπό καθεστώς ομηρίας. Εκδόσεις Μετρονόμος. Φεβρουάριος 2025. Αθήνα)
Γράφει ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης
Πρόκειται για την έκτη, χρονολογικά, ποιητική συλλογή του Δημήτρη Μπαλτά, η οποία αποτελείται από τριάντα τρία ποιήματα, τα οποία ενώ ξεδιπλώνονται με τη βοήθεια ενός σχετικά απλού και άμεσου λόγου, πίσω του κατοικοεδρεύει αρκετά πυκνό δίκτυο υπαρξιακών, κοινωνικών, ερωτικών, αλλά και κάποιων ζητημάτων που αφορούν την ποίηση αυτή καθ’ εαυτή. Το «Ράβε ξήλωνε» των λέξεων από τους ποιητές, όπως τόσο χαρακτηριστικά γράφει στο τελευταίο ποίημα της συλλογής ο Μπαλτάς: «Η ποίηση μοντάρει τους καημούς/ Αλλά τι να σου κάνουν και οι στίχοι/όταν η μοναξιά έχει ξηλώσει/τα πιο αγνά, τα πιο τρυφερά σου όνειρα;». Ο τίτλος «Υπό καθεστώς ομηρίας» της εν λόγω συλλογής, δίνει σε μεγάλο βαθμό και το στίγμα ολόκληρου του βιβλίου, δρώντας ως ένας μάλλον υφέρπων ερμηνευτικός μηχανισμός για όλα όσα πρόκειται να λάβουν χώρα και να σκιαγραφηθούν στη συνέχεια. Το ποιητικό υποκείμενο, εν προκειμένω, βρίσκεται σε μια περίεργη κατάσταση αιχμαλωσίας, πορευόμενο μέσα στον κυκεώνα της καθημερινότητας, της συνήθους κοινωνικής δραστηριότητας, της εργασίας, της μοναχικότητας, της εγκατάλειψης, των ανεκπλήρωτων επιθυμιών, της μνήμης, των πολυποίκιλων διαπροσωπικών σχέσεων, της ανάγκης να υποδύεται έναν ρόλο, αλλά και του ίδιου του εαυτού του. Γράφει λοιπόν εκεί μέσα ο Μπαλτάς: «Είναι κάποιες νύχτες που οι ώρες σέρνονται βαριές σαν πατήματα αρκούδας χωρίς προσανατολισμό, χωρίς προορισμό. Οι ώρες πάλλονται. Τις μισώ. Πιάνω το σφυγμό τους. Τικ τακ τικ τακ. 120. Υπό καθεστώς ομηρίας, σε κατάσταση νηνεμίας. Μια νυχτερίδα λοξοδρόμησε όσο η σελήνη τάχα δεν έβλεπε. Αδιάκοπο το νυχτέρι επιβραδύνει την αναπνοή-σπασμωδική, απότομη. Αυξάνει τους παλμούς. Το παρόν διαστέλλεται ξερνώντας υποσχέσεις και όνειρα. Όλα επανέρχονται στα φυσιολογικά για την εποχή ημίμετρα. Εκτός απ’ τ’ ασπράδι του ματιού που ‘χει κοκκινίσει επικίνδυνα».
Η συγκεκριμένη κατάσταση εγκλωβισμού μέσα σε ένα πλέγμα κοινωνικών υποχρεώσεων, συμβάσεων και μηχανισμών ελέγχου, αποτελεί και την πιο ενδιαφέρουσα, ίσως, πτυχή της συγκεκριμένης ποιητικής συλλογής. Ωστόσο, πέρα από την καθαρά ατομική εμπλοκή του ποιητικού υποκειμένου σε όλα αυτά, διάχυτη είναι και η συλλογική παράμετρος της κοινωνίας. Και ενώ στην πρώτη, την αχαρτογράφητη φυσικά ενότητα, εμπλέκεται μόνο το άτομο, στην δεύτερη αναδύεται απρόσκοπτα εκείνη της καθημερινής πραγματικότητας, όπως βιώνεται απ’ όλους, με την υποκρισία και τις ζηλευτές, αγωνιώδεις και υπέρμετρες φιλοδοξίες των περισσότερων για κάτι διαφορετικό στο πλαίσιο πάντοτε της γενικότερης κοινωνικής θέασης.
Αλλά βέβαια, η κοινωνία αποτελείται από άτομα κι’ έτσι σε πολλές περιπτώσεις η μια παράμετρος ήδη έχει εμφιλοχωρήσει αναγκαστικά στην άλλη, με την κοινωνική να έχει διαβρώσει αργά και σταδιακά την ατομική, την αμιγώς προσωπική. Ωστόσο, τα περισσότερα ποιήματα της συλλογής έχουν ενσωματωμένη έντονη την ερωτική χροιά, τα πολλαπλά προβλήματα που την συνοδεύουν, την ερωτική απογοήτευση που οδηγεί σε έναν άλλο τρόπο ζωής, αισθημάτων, σκέψεων και συμπεριφοράς. Έτσι η δημιουργηθείσα κατάσταση ομηρίας, αναδύεται στο βιβλίο με την αναγκαστική ποιητική της μορφή και με κάποια υφέρπουσα λυρική χροιά. Οι κεντρικοί χαρακτήρες του ποιητή είναι οι απλοί καθημερινοί άνθρωποι του άμεσου, του συνήθους περιβάλλοντος, της καθημερινής μας ζωής. Κάποια ιδιάζουσα ή και όχι συμπεριφορά τους, μια διαπροσωπική σχέση, ένα βλέμμα, μια απόφαση που τροποποιεί υφιστάμενες συνθήκες, κάποια μελαγχολία, κατήφεια ή μικρή απογοήτευση.
Ο ποιητικός λόγος του Μπαλτά ενώ όπως ήδη είπαμε, είναι κατά κανόνα κατανοητός, λιτός και πολλάκις καταγγελτικός, εν τούτοις υποκρύπτει αρκετά πεδία ερμηνείας. Η κοινωνική διάσταση είναι έντονη σχεδόν σε όλες τις σελίδες του βιβλίου. Υπάρχουν ποιήματα που στρέφονται εναντίον της ανθρώπινης υποκρισίας, της κοινωνικής προσποίησης, της μικροαστικής φιλοδοξίας και της ανάγκης του ανθρώπου να εμφανίζεται στις συμπεριφορές του διαφορετικός από αυτός που είναι στην πραγματικότητα. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η ειρωνική σκιαγράφηση του λογοτεχνικού κόσμου. Στο ποίημα «Τα βραβεία», για παράδειγμα, ο Μπαλτάς σαρκάζει τις σχέσεις εξάρτησης, τις φιλοδοξίες και την προσπάθεια ορισμένων να προσκολληθούν στους ήδη αναγνωρισμένους για να εξασφαλίσουν μια θέση. Αυτό είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον γιατί ο ποιητής βρίσκεται ο ίδιος μέσα στον κόσμο που σατιρίζει. Λέει κάπου εκεί: «Είναι κάμποσοι, οι περισσότεροι στο συνάφι μας/που τρέχουν σε παρουσιάσεις βιβλίων και εκδηλώσεις/ για ποιητές που δεν εκτιμούν-και πως να εκτιμούν/αφού ούτε καν τους έχουν διαβάσει…/Ξερογλείφοντας για κάνα βραβείο της πλάκας…».
Η συλλογή του, όμως, όπως τονίστηκε στην αρχή του παρόντος σημειώματος, δεν είναι μόνο βιβλίο για την κοινωνία, αλλά και για το τι σημαίνει να γράφεις ποίηση μέσα στην εν λόγω κοινωνία. Η ποίηση όμως είπε κάποιος άλλος ποιητής παλιότερα, δεν μας αλλάζει τη ζωή, αλλά σίγουρα είναι σε θέση να σκιαγραφήσει πράγματα όχι ευχάριστα για πολλούς, αλλά με το σκεπτικό αυτό φαίνεται ξεκάθαρα πως ενέχει και μια μορφή αντίστασης. Ο έρωτας και η μοναξιά, απαντώνται συχνά στη συλλογή ετούτη. Καταστάσεις όπως χαρά, ικανοποίηση, επιθυμία, καταφύγιο, ομηρία, συχνά εμπλέκονται η μια μέσα στην άλλη. Η μνήμη εδώ δεν είναι απλώς αναπόληση, αλλά πράξη επιστροφής του παρελθόντος στο παρόν με ότι συνεπάγεται αυτή για την παραπέρα πορεία μας. Ένας έρωτας μπορεί να έχει τελειώσει, αλλά όχι στη μνήμη. Αλλά αυτό δεν παύει να αποτελεί μορφή ομηρίας! Αναπόσπαστη παράμετρος εδώ, εισέρχεται και βρίσκεται εγκατεστημένη η περίπτωση του παντοδύναμου αλλά ανίκανου τελικά, πολλές φορές, χρόνου!
Ο ποιητής σε τούτη τη συλλογή λειτουργεί ως ικανότατος παρατηρητής έχοντας ανεβασμένες όλες τις κεραίες των αισθήσεών του. Αντλεί και σημειώνει από το περιβάλλον του συμπεριφορές, αποφάσεις, ιδέες, κοινωνικές αντιφάσεις, και ύστερα τις καταγράφει με τον δικό του ποιητικό τρόπο. Η όποια κοινωνική καταγγελία, όμως, κι’ αν ξεδιπλώνεται ή υπαινίσσεται, δεν συνιστά απαραίτητα και πολιτικό μανιφέστο. Η ποίησή του μπορεί να εμπεριέχει μεγάλη δόση κοινωνικής ευαισθησίας, αλλά αφήνει την συνέχεια στον αναγνώστη. Η συλλογή, όπως τονίσαμε, συγκεντρώνει θραύσματα σκηνών, παρατηρήσεων, αποκαλύψεων και συναισθηματικών πληγών του κόσμου μας. Τμήματά τους καταγράφονται, άλλα αφήνεται να εννοηθούν. Ο άνθρωπος σε αυτή, μπορεί να είναι εγκλωβισμένος, υπό καθεστώς ομηρίας, αλλά εξακολουθεί να αναζητά την έξοδό του από τη συγκεκριμένη συνθήκη. Η ποίηση του Δημήτρη Μπαλτά μπορεί να ιδωθεί ως ρεαλιστική, κοινωνική και υπαρξιακή, κι’ αυτό ίσως εξηγεί και την αμεσότητά της. Η νεαρή ηλικία του ποιητή (γεν. 1999), έχει ιδιαίτερη σημασία εν προκειμένω. Κατανοεί γρήγορα ότι πολλά πράγματα έχουν ήδη διαψευστεί, εξ’ ου και η απογοήτευση των στίχων του οι οποίοι προσβλέπουν στην συνομιλία με τους συνανθρώπους του.
Συμπερασματικά θα υποστηρίζαμε ότι το «Υπό καθεστώς ομηρίας» είναι ένα βιβλίο για τις σύγχρονες συνθήκες της ζωής μας, τον έρωτα, τη μοναξιά, τη λογοτεχνία, την εργασία, τη μνήμη, τον χρόνο, τις ανθρώπινες σχέσεις, ένα βιβλίο «γι’ αυτή την ποίηση που αργοπεθαίνει σήμερα/μέσα στα τραμ της χαμένης αφετηρίας», όπως έγραφε κάποτε ο μεγάλος μας ποιητής Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου.
Ο Γεώργιος Σχορετσανίτης γεννήθηκε στα Τρίκαλα της Θεσσαλίας τον Μάιο 1953. Τον Ιούνιο του 1970, τελείωσε το Β’ Εξατάξιο Γυμνάσιο Αρρένων Τρικάλων. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών μετά από επιτυχείς εισαγωγικές εξετάσεις, από την οποία αποφοίτησε τον Ιούνιο του 1976. Ειδικεύτηκε στη Χειρουργική στο Αρεταίειο Νοσοκομείο της Αθήνας. Τον Νοέμβριο του 1986, κατόπιν εξετάσεων του χορηγήθηκε ο τίτλος της ειδικότητας της Γενικής Χειρουργικής, ενώ το 1989 η Ιατρική Σχολή Αθηνών τον ανακήρυξε Διδάκτορα με βαθμό “Άριστα”. Έχει εργασθεί σε διάφορα νοσοκομεία στην Ελλάδα και το εξωτερικό και έχει δημοσιεύσει αρκετές επιστημονικές εργασίες σε διάφορα περιοδικά. Τα τελευταία χρόνια εργάστηκε ως Διευθυντής Χειρουργικής στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ηρακλείου. Παράλληλα ασχολείται με την ιστορία της ιατρικής, τον πολιτισμό και τη λαογραφία άλλων λαών, ενώ παράλληλα ταξιδεύει αρκετά σε διάφορα μέρη του κόσμου. Το συγγραφικό του έργο εστιάζεται σε πέντε, κυρίως, ενδιαφέροντα. Την ιστορία της ιατρικής, την ταξιδιωτική λογοτεχνία, την αφροαμερικανική ιστορία και πολιτισμό, την αρθρογραφία και την βιβλιοκριτική. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε πολλές εφημερίδες και έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά.