• Δεν υπάρχουν προϊόντα στο καλάθι
ΚΟΡΥΦΗ

Τοπία της μνήμης, υπαρξιακά καταφύγια: Καταυλισμός, Γιώργος Βέης, εκδόσεις ύψιλον/βιβλία, 2023. Γράφει η Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου

Τοπία της μνήμης, υπαρξιακά καταφύγια: Καταυλισμός, Γιώργος Βέης, εκδόσεις ύψιλον/βιβλία, 2023

γράφει η Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου

 

Η ποιητική συλλογή Καταυλισμός του Γιώργου Βέη (εκδόσεις ύψιλον/βιβλία, 2023, ISBN: 978-960-17-0400-5) αποτελεί μια ώριμη και βαθιά βιωματική κατάθεση, όπου η υπαρξιακή αγωνία, η ταξιδιωτική εμπειρία, η μνήμη και η λογοτεχνική παράδοση συνυφαίνονται οργανικά. Ήδη από τον τίτλο, ο Καταυλισμός δηλώνει έναν τόπο προσωρινής εγκατάστασης. Ο άνθρωπος σταματά για λίγο, κουβαλώντας ό,τι έχει διασώσει από τη διαδρομή του. Η προσωρινότητα αφορά έτσι όχι μόνο το ταξίδι αλλά και την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη. Οι στίχοι γίνονται μικροί καταυλισμοί απέναντι στον χρόνο και στη λήθη.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά το εξώφυλλο, το οποίο φιλοξενεί το έργο Ιππόκαμπος (2012) της Κλάρας Πεκ-Βέη, λάδι σε καμβά, ιδιωτική συλλογή. Η επιλογή του δεν λειτουργεί απλώς διακοσμητικά, αλλά μπορεί να διαβαστεί ως εικαστικό κλειδί για την είσοδο στην ποιητική του βιβλίου. Ο ιππόκαμπος ανήκει στον κόσμο της θάλασσας και του μυθικού και παραπέμπει στο ταξίδι, στη ρευστότητα, στο όνειρο και στην περιπλάνηση. Παράλληλα, η ίδια λέξη παραπέμπει στον ιππόκαμπο του εγκεφάλου, που συνδέεται με τη λειτουργία της μνήμης και της μάθησης. Η διπλή αυτή σημασία είναι ιδιαίτερα εύγλωττη για μια συλλογή που κινείται ανάμεσα στην εμπειρία του ταξιδιού και την ανάκληση, στο εξωτερικό τοπίο και στον εσωτερικό χώρο της συνείδησης. Ο ιππόκαμπος γίνεται έτσι συμβολικά ο τόπος όπου διασώζονται τα ίχνη μιας διαδρομής, όπως πρόσωπα, τόποι, ιστορίες και λέξεις.

Στην αρχή του βιβλίου δεσπόζει το ηρακλείτειο μότο «Ψυχῆς ἐστι λόγος ἑωυτὸν αὔξων», που αποτελεί βασικό ερμηνευτικό άξονα της συλλογής. Το βίωμα μετασχηματίζεται σε μνήμη, η μνήμη σε εικόνα, η εικόνα σε γλώσσα και η γλώσσα σε αντίσταση απέναντι στη φθορά. Η ποίηση του Βέη συνομιλεί με την ελληνική και την παγκόσμια γραμματεία. Ο Πλάτωνας, ο Κάλβος, ο Ίσσα, ο Πεσσόα, ο Μπόρχες, η Μάτση Χατζηλαζάρου και άλλες φωνές λειτουργούν ως συνοδοιπόροι του ποιητικού υποκειμένου. Η διακειμενικότητα γίνεται έτσι τρόπος επικοινωνίας του παρόντος με το παρελθόν. Η σχέση αυτή με τη γλώσσα γίνεται ιδιαίτερα εμφανής σε ποιήματα όπου η ίδια η ποιητική δημιουργία βρίσκεται στο επίκεντρο.

Στο «ΜΙΑ ΧΟΥΦΤΑ ΣΗΣΑΜΟΣΠΟΡΟΙ» (σ. 15), η γλώσσα παρουσιάζεται ως διαδικασία σύνθεσης και γέννησης. Τα γράμματα και οι συλλαβές είναι «σποράκια» που ενώνονται και μετατρέπονται σε λέξεις και νόημα. Η ποίηση δεν περιγράφει απλώς τον κόσμο αλλά τον δημιουργεί από τα ελάχιστα υλικά της γλώσσας. Αντίστοιχα, στην «ΑΝΕΜΟΤΡΑΤΑ» (σ. 77), ο άνεμος γίνεται ένα είδος γλωσσικού συστήματος, «Πότε ἐπιτέλους θά μάθουμε/νά σέ διαβάζουμε σωστά ἀέρα/μέ ὅλα τά γράμματά σου / μέ ὅλα τά κόλπα σου τά φωνητικά;». Το «πέλαγος» απειλεί να αφήσει τον άνθρωπο «στή μέση […] ἀπό οὐσιαστικά καί ῥήματα». Θάλασσα και γλώσσα συνδέονται, καθώς ο ποιητής καλείται να «διαβάσει» τον άνεμο όπως διαβάζει τον κόσμο.

Η φύση αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους τόπους διάρκειας και αντίστασης στον χρόνο. Στην «ΕΝΑΣΤΡΗ ΧΛΟΗ» (σ. 29), οι ανθρώπινες «παραιτήσεις» και «πτώσεις» πρέπει να σβήσουν, ενώ παραμένει «ὁ μέγας κυματισμός τῆς βλάστησης». Στο «Η ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΔΑΣΩΝ» (σ. 14), ο άνθρωπος αγοράζει, ξεπουλά και καίει τα δέντρα πιστεύοντας ότι τα εξουσιάζει. Εκείνα, όμως, «θά ὑπάρχουν». Η φράση «Εἶναι ἡ ἴδια / αἰωνιότητα / ἔξω ἀπό μᾶς» συνοψίζει την αντίθεση ανάμεσα στη διάρκεια της φύσης και την προσωρινότητα του ανθρώπου.

Στην «ΚΑΡΠΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΛΩΤΙΑΣ» (σ. 16), ο κορμός γίνεται σχεδόν βιβλίο. Ο ποιητής δεν χαράζει «γράμματα ἤ λέξεις στή φλούδα», αλλά αποστηθίζει την επιφάνειά της. Κάθε γραμμή μοιάζει με «κώδικα δικαίου». Η φύση διαθέτει τη δική της γραφή και ο άνθρωπος καλείται να την αποκρυπτογραφήσει. Η ιδέα αυτή επιστρέφει στο «ΛΕΞΙΚΟ ΤΩΝ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΩΝ» (σ. 78), όπου η άγρια μουριά μπορεί να επιβιώσει από τις καταστροφές, ενώ ο άνθρωπος γνωρίζει ότι δεν θα βρίσκεται εκεί. Η φύση επιμένει και ο άνθρωπος επιστρέφει «βαθιά μέσα στό χώμα».

Η ίδια αγωνία απέναντι στην απώλεια μεταφέρεται και στη σφαίρα του έρωτα. Στο «ΑΚΡΙΒΩΣ ΕΤΣΙ:» (σ. 80), η πλατωνική σκέψη για τον έρωτα συνδέει το παρόν με την ανάμνηση. Ένα τυχαίο πρόσωπο θυμίζει τον αγαπημένο στα δεκαοχτώ του. Η ανάμνηση, όμως, διακόπτεται «ἕνας βήχας βροχή ἀνήμερη/ αἷμα στήν ἄκρη τῶν χειλιῶν του/ εἶδα ἕνα αὐτοκίνητο νά στρίβει στή γωνία/ χωρίς νά κόβει ταχύτητα/ νά πέσει πάνω μας/ νά μᾶς λιώσει/ ἀλλά δέν πρόλαβα». Έρωτας και θάνατος συναντώνται ακαριαία. Στο «ΓΙΑΤΙ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ Ο ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ» (σ. 82), ο χρόνος αποκτά ξανά ερωτική διάσταση. Ο Δεκέμβριος συνδέεται με το τέλος του χρόνου αλλά και «τό τέλος μιᾶς σχέσης καθαρά ἐρωτικῆς». Η επιθυμία να βγει ο Δεκέμβριος «ἀπό τό ἡμερολόγιο τῆς φθορᾶς» εκφράζει την ανάγκη να διασωθούν οι στιγμές της χαράς από την αναπόφευκτη απώλεια.

Το ταξίδι αποτελεί έναν ακόμη βασικό άξονα της συλλογής. Στο «ΤΙ ΜΟΥ ΕΔΕΙΧΝΕ ΚΑΘΕ ΦΟΡΑ» (σ. 34), η συνάντηση με τον Ίσσα μετατρέπεται σε στοχασμό για την ποίηση και την παροδικότητα. Ο ποιητής παρατηρεί τα λουλούδια και τα ονομάζει με στοργή, ενώ ταυτόχρονα αναζητά μέσα στα σύννεφα εκείνο που θα φέρει τη νεροποντή. Η τελική εικόνα, οι σταγόνες ως «καρφιά» που μοιάζουν με το κεφάλι του ποιητή, εισάγει απότομα τη βία της φθοράς μέσα σε ένα σχεδόν ειδυλλιακό τοπίο. Στη «ΜΑΤΣΗ» (σ. 35), η ανάμνηση ενός απογεύματος στη Μύκονο γίνεται διάλογος με τη Χατζηλαζάρου, η οποία θέλει να ξεφύγει από το «τετράδιο μέ τά ποιήματα» και να σωθεί από τη γλώσσα. Η ποίηση εμφανίζεται έτσι ταυτόχρονα ως καταφύγιο και ως αδυναμία να συλλάβει πλήρως τη ζωή.

Στο «ΤΙ ΜΟΥ ΕΙΠΕ ΕΝΑΣ ΑΣΤΕΓΟΣ» (σ. 47), το ταξίδι με το τρένο μετατρέπεται σε ταξίδι στον χρόνο. Ρότερνταμ, Ντόρτμουντ, σπίτι, προηγούμενος αιώνας. Η φράση «νυχτώνει καί ξημερώνει / μέσα σέ δέκα δευτερόλεπτα/ το πολύ» αποδίδει τη ρευστότητα της εμπειρίας. Στην «ΑΙΓΛΗ ΤΟΥ ΚΙΘΑΙΡΩΝΑ» (σ. 56), ο Μπόρχες οδηγεί τον ποιητή στη μεταφυσική διάσταση της ιστορίας. «ἐμεῖς οἱ ἴδιοι τό παρελθόν». Δεν θυμόμαστε απλώς το παρελθόν, το ενσαρκώνουμε.

Γιώργος Βέης

Η ιστορική μνήμη αποκτά πιο σκοτεινή διάσταση στο «Ο ΚΑΛΟΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ» (σ. 63), όπου το αίμα, η στάχτη και οι πυρπολημένες πόλεις δείχνουν την ιστορία εγγεγραμμένη στα σώματα. Η φωτογραφία, όπως και η ποίηση, λειτουργεί ως μαρτυρία απέναντι στη λήθη. Στο «ΟΧΙ, ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ» (σ. 20), η Σμύρνη του 1922 «καίγεται» ξανά μέσα στη μνήμη, «μέσα στά κύτταρά μας». Στο «ΙΚΡΙΩΜΑ» (σ. 24), η ίδια η λέξη ανατέμνεται και αποκαλύπτει μέσα της το «εἶναι», το «ἰῶτα», τη βία και την απειλή του αφανισμού. Στο «ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΑΡΕΛΑΣΗ» (σ. 21), ο ηλικιωμένος επιζών είναι «γερά στόν Ὀκτώβρη τοῦ ’40 ἀγκιστρωμένος» και τελικά «ἐκεῖνος εἶναι ἡ μουσική». Ο άνθρωπος γίνεται ζωντανός φορέας της ιστορίας.

Όλα αυτά τα επίπεδα της μνήμης και της εμπειρίας αποτυπώνονται και στις ίδιες τις μορφικές επιλογές της συλλογής. Η γλώσσα της συλλογής είναι δημοτική και ρέουσα, ενώ το πολυτονικό δημιουργεί έναν έντονο διάλογο με το ιστορικό βάθος της ελληνικής γλώσσας. Ο ελεύθερος στίχος συνυπάρχει με το σονέτο και το χαϊκού, αντανακλώντας την κινητικότητα της συλλογής ανάμεσα στην αφήγηση, την εικόνα και τον στοχασμό.

Ωστόσο, ο Καταυλισμός δεν οδηγείται στην απόλυτη απαισιοδοξία. Στο «ΝΑ, ΕΔΩ, ΜΟΝΟΝ ΕΔΩ» (σ. 83), ο χώρος ασφάλειας βρίσκεται σε ένα σπίτι, έναν κήπο, τη «λεμονιά τῶν αἰώνων», τα ζώα και τη μυρωδιά του χώματος. Η αίσθηση προστασίας δεν αναζητείται έξω από τον κόσμο αλλά στα ελάχιστα, οικεία πράγματα που εξακολουθούν να υπάρχουν.

Η συλλογή κλείνει με το χαϊκού «Κύμα ὀνείρου / μά τοῦ νησιοῦ ἀλήθεια / Πυθαγόρειον» (σ. 84), μαζί με την επίκληση στον Κάλβο και τη φράση «ὁ μῦθος κρύπτει / νοῦν ἀληθείας». Το τέλος συμπυκνώνει τη σχέση μύθου, μνήμης, ταξιδιού και αλήθειας. Το νησί είναι πραγματικό και ονειρικό ταυτόχρονα, ενώ ο μύθος περιέχει μια βαθύτερη αλήθεια.

Και ίσως εδώ βρίσκεται η βαθύτερη σημασία του εξώφυλλου. Ο «Ιππόκαμπος» της Κλάρας Πεκ-Βέη λειτουργεί ως εικαστική συμπύκνωση ολόκληρης αυτής της ποιητικής, ένα θαλάσσιο και μυθικό πλάσμα που συνδέεται συμβολικά με το ταξίδι και ταυτόχρονα, μέσω της ανατομικής σημασίας του όρου, με τη μνήμη. Η θάλασσα, το ταξίδι, το όνειρο και η μνήμη συμπυκνώνονται έτσι σε μία ενιαία εικόνα, όπως ακριβώς στον Καταυλισμό διασταυρώνονται η προσωπική εμπειρία, η ιστορία και η λογοτεχνία.

Ο Καταυλισμός μπορεί τελικά να ιδωθεί ως ένας προσωρινός τόπος διαφύλαξης, ένας χώρος όπου όσα έχουν απομείνει από μια ζωή αποκτούν μορφή και διάρκεια μέσα στη γλώσσα. Ο ιππόκαμπος του εξωφύλλου γίνεται τότε το εσωτερικό αρχείο αυτού του τόπου, ο χώρος όπου φυλάσσονται τα ίχνη μιας διαδρομής που ο χρόνος δεν μπορεί να διαγράψει ολοκληρωτικά.

Ο Βέης μετατρέπει έτσι την ποίηση σε έναν επίμονο χώρο μνήμης, έναν καταυλισμό απέναντι στη λήθη. Η ποίηση δεν υπόσχεται την αθανασία, αλλά προσφέρει κάτι ίσως πιο ανθρώπινο, τη δυνατότητα να παραμείνει μέσα στη λέξη ένα ίχνος από όσα ο χρόνος προσπαθεί να αφανίσει.

 

 

Η Πωλλέτα Β. Ψυχογυιοπούλου είναι φιλόλογος και βιβλιοθηκονόμος. Κατέχει μεταπτυχιακούς τίτλους α) στη Διοίκηση Σχολικών Μονάδων και β) στις Επιστήμες της Αγωγής με ειδίκευση στη Δημιουργική γραφή (κατεύθυνση εκπαίδευση). Διετέλεσε από το 2011 έως το 2018 Σχολική Σύμβουλος φιλολόγων Αχαΐας.