• Δεν υπάρχουν προϊόντα στο καλάθι
ΚΟΡΥΦΗ

Ο έρωτας ως ποίηση, μνήμη και υπαρξιακή αναζήτηση: Μυρτώ, Χρίστος Μπελλές. Γράφει η Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου

 

Η ποιητική σύνθεση Μυρτώ του Χρίστου Μπελλέ (24 Γράμματα, 2024, ISBN: 978-618-201-966-5) ξεπερνά τα όρια μιας συμβατικής ερωτικής συλλογής. Ο έρωτας αποτελεί την αφετηρία της, όχι όμως και το τελικό της όριο. Από το προσωπικό «εσύ», ο ποιητής οδηγείται σταδιακά στη μνήμη, στον χρόνο, στην απώλεια, στην Ιστορία, στην πίστη και, τελικά, στο ερώτημα της ίδιας της ανθρώπινης ύπαρξης. Η Μυρτώ λειτουργεί ταυτόχρονα ως αγαπημένο πρόσωπο, ως Μούσα και ως ποιητικός καθρέφτης του «εγώ». Μέσα από την παρουσία της, ο δημιουργός επιχειρεί να διασώσει από τη φθορά ό,τι θεωρεί ουσιώδες: την αγάπη, τη μνήμη, τη συντροφικότητα και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Ήδη από το εξώφυλλο προδιαγράφεται, με διακριτικό τρόπο, ο κόσμος της σύνθεσης. Ο πίνακας του Αμερικανού ζωγράφου Daniel F. Gerhartz παρουσιάζει μια γυναικεία μορφή καθισμένη σε έναν εσωτερικό χώρο, με ένα γράμμα στα χέρια και ένα κερί να φωτίζει τη σκηνή. Το ημίφως, η μοναχικότητα της μορφής και η ατμόσφαιρα περισυλλογής δημιουργούν ένα κλίμα αναμονής και εσωτερικού διαλόγου. Χωρίς να εικονογραφεί κυριολεκτικά τα ποιήματα, η εικόνα συνομιλεί με βασικούς άξονες του έργου, όπως η προσμονή, η μνήμη, η απουσία και η ανάγκη επικοινωνίας με το αγαπημένο πρόσωπο.

Ο τίτλος Μυρτώ είναι καθοριστικός για την ανάγνωση του βιβλίου. Η χρήση ενός συγκεκριμένου γυναικείου ονόματος δημιουργεί την αίσθηση μιας διαρκούς προσφώνησης και οργανώνει τη σύνθεση γύρω από έναν σταθερό συναισθηματικό πόλο. Η ποιητική φωνή κινείται από τον έρωτα προς τη μνήμη, την Ιστορία, τον Θεό και τον θάνατο, χωρίς να χάνει την αρχική της αναφορά. Έτσι, παρά τη διαφορετικότητα των ποιημάτων ως προς τον τόνο και το θέμα, διαμορφώνεται μια βαθιά εσωτερική συνέχεια.

Στο ποίημα «Ο ποιητής» (σ. 17), ο στίχος «Αγαπούσε / την αγάπη…» και η διατύπωση ότι ήταν «ερωτευμένος / με τον έρωτα…» λειτουργούν σχεδόν ως ποιητικό πρόγραμμα. Το αντικείμενο του πάθους δεν είναι πλέον αποκλειστικά η αγαπημένη γυναίκα, αλλά η ίδια η δυνατότητα του ανθρώπου να αγαπά. Γι’ αυτό και η Μυρτώ αποκτά σταδιακά συμβολική διάσταση καθώς μεταμορφώνεται σε τόπο μνήμης, επιθυμία, Ιθάκη, θάλασσα, φως και, σε αρκετά σημεία, σε μορφή πνευματικής λύτρωσης.

Η ποιητική φυσιογνωμία του βιβλίου στηρίζεται ιδιαίτερα στην επανάληψη και στην επιστροφή. Φράσεις όπως «Τώρα σε αγαπώ ακόμα πιο πολύ» και «Αν μ’ αγαπούσες» επανέρχονται σαν επίμονες σκέψεις ενός ανθρώπου που αρνείται να αφήσει το βίωμα να χαθεί. Στο «Αν μ’ αγαπούσες» (σ. 22), η ερωτική υπόθεση διογκώνεται μέχρι να αγγίξει ολόκληρο το φυσικό και μεταφυσικό σύμπαν: τη βροχή, τον ουρανό, το φως, τη θάλασσα, τον Θεό. Η επανάληψη εντείνει τον ρυθμό και κάνει τον λόγο να επιστρέφει επίμονα στο ίδιο συναίσθημα, θυμίζοντας άλλοτε προσευχή και άλλοτε εσωτερική επίκληση. Ταυτόχρονα, όμως, είναι και ένα από τα σημεία όπου η γραφή του Μπελλέ δοκιμάζει τα όρια της εκφραστικής οικονομίας.

Η θάλασσα είναι ίσως το σταθερότερο φυσικό σύμβολο της συλλογής,  ένας χώρος μετάβασης, μνήμης και επιστροφής. Η Ιθάκη, που εμφανίζεται ως ομηρικό ίχνος, μετασχηματίζεται σε προσωπικό σύμβολο προορισμού. Στο «Το κορίτσι των γλάρων» (σσ. 34–35), το «Μαζί» γίνεται «δρόμος και θάλασσα και ταξίδι και υπόσχεση… και Ιθάκη…». Η ομηρική παράδοση ενσωματώνεται στο προσωπικό μυθολογικό σύστημα του ποιητή, μετατρέποντας τον νόστο του Οδυσσέα σε ερωτική και υπαρξιακή αναζήτηση.

Εξίσου σημαντική είναι η παρουσία των χριστιανικών συμβόλων. Ο Χριστός, η Παναγία, η Σταύρωση, η Ανάσταση και ο Γολγοθάς εμφανίζονται οργανικά μέσα στον ερωτικό λόγο. Στο ποίημα «Μ’ ακούς; μ’ ακούς;» (σσ. 30–31), ο «Βιγλάτορας Χριστός» παρουσιάζεται ως παρουσία που εποπτεύει τον ανθρώπινο πόνο. Η Ανάσταση λειτουργεί ως αντίβαρο στον θάνατο, ενώ ο Γολγοθάς γίνεται σύμβολο της ανθρώπινης δοκιμασίας. Η θρησκευτικότητα της συλλογής είναι υπαρξιακή: ο ποιητής αναζητά μέσα από την πίστη έναν τρόπο να συμφιλιώσει την αγάπη με την απώλεια.

Ιδιαίτερα χαρακτηριστικό είναι το ποίημα «Κάτω από το βλέμμα της πανσέληνου (η εξομολόγηση της Μυρτώς)» (σσ. 28–29), όπου η φωνή της Μυρτώς επαναλαμβάνει την επίκληση «Άφησέ με να ’ρθω μαζί σου…». Η αγαπημένη εμφανίζεται ως μάνα, αδελφή, γυναίκα και Παναγία, διευρύνοντας το ερωτικό πρόσωπο σε ένα σύνθετο αρχέτυπο. Η ταύτιση του ερωτικού με το ιερό αποκαλύπτει έναν βασικό μηχανισμό της συλλογής, καθώς το προσωπικό συναίσθημα μετακινείται διαρκώς προς το καθολικό σύμβολο.

Η γλώσσα του Μπελλέ είναι πολυστρωματική. Καθημερινές λέξεις συνυπάρχουν με λόγιες, εκκλησιαστικές, μυθολογικές και λατινικές αναφορές, διαμορφώνοντας έναν προσωπικό κώδικα που κινείται ανάμεσα στο οικείο και στο υψηλό. Στο ποίημα «Βάλε το κόκκινο φουστάνι» (σ. 36), το γιασεμί, το σταρένιο ψωμί, το φανάρι και το κόκκινο φουστάνι παραπέμπουν σε μια σχεδόν λαϊκή εικονογραφία. Σε άλλα ποιήματα, αντίθετα, η γλώσσα αποκτά βιβλικό και μεταφυσικό ύψος.

Η φύση λειτουργεί ως ενεργό λεξιλόγιο του συναισθήματος καθώς η βροχή γίνεται δάκρυ η θάλασσα μνήμη το κόκκινο πάθος και αίμα και το φως ελπίδα. Στο «Πονεί η αγάπη» (σ. 52) η αγάπη ορίζεται ως οδύνη και ενθουσιασμός δηλαδή μια φράση που συμπυκνώνει τη βασική παραδοχή του έργου ότι η χαρά περιέχει την απώλεια και ο πόνος τη δυνατότητα της αναγέννησης.

Σταδιακά, η συλλογή εγκαταλείπει τον στενό χώρο της προσωπικής εξομολόγησης και ανοίγεται στην Ιστορία. Στην «Πίστη (πρόσφυγες του 1922)» (σ. 64), η μνήμη των προσφύγων μετατρέπει το προσωπικό τραύμα σε συλλογική εμπειρία: Με συλημένη την ψυχή,/ βιασμένη τη γη μας,/ της νύχτας γίναμε ταξιδευτές… / Ξυλάρμενο το σκάφος μας, / μοναδική κομπανία μας / φρίκη, αγωνία, απαντοχή…Στο «Περιμένοντας τον Χριστό στην Παλαιστίνη» (σ. 59), ο πόλεμος και τα ερείπια εισβάλλουν στον ποιητικό κόσμο, ενώ στο «Ο δρόμος της αγάπης» (σ. 60), η παιδική φωνή μετατρέπει την αγάπη από ιδιωτικό συναίσθημα σε θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα.

Στη «Μοιραία αναμέτρηση» (σσ. 62–63), ο ποιητής δημιουργεί ένα ιδιότυπο πλέγμα διακειμενικών συσχετισμών. Ο Κύκλωπας και ο Πολύφημος συνυπάρχουν με τον Θησέα, τον Ηρακλή, τον Δαβίδ, τον Θανάση Διάκο και τον Άι Γιώργη. Γράφοντας «Ο Κύκλωπας είναι η φύση σου…», το μυθολογικό τέρας μετατρέπεται σε εσωτερικό σύμβολο: η αναμέτρηση δεν διεξάγεται μόνο με τον εξωτερικό κόσμο, αλλά και με τον ίδιο μας τον εαυτό.

Χρίστος Μπελλές

Η συλλογή διακρίνεται επίσης για την έντονη δραματικότητά της. Οι προσφωνήσεις, οι ερωτήσεις και οι εναλλαγές φωνής δημιουργούν την αίσθηση ενός ζωντανού διαλόγου. Η Μυρτώ αποκτά σε ορισμένα σημεία δική της φωνή, επιτρέποντας στην ποιητική αφήγηση να αιωρείται ανάμεσα στην παρουσία και την απουσία, προσδίδοντας στο έργο μια υποδόρια θεατρικότητα.

Μια αυστηρότερη κριτική αποτίμηση οφείλει να επισημάνει ότι η μεγαλύτερη δύναμη του βιβλίου αποτελεί συγχρόνως και τη βασική του πρόκληση: την ένταση. Ο Χρίστος Μπελλές επιδιώκει τη μέγιστη συναισθηματική φόρτιση, συσσωρεύοντας εικόνες και σύμβολα. Αν και το αποτέλεσμα είναι συχνά καθηλωτικό, ορισμένες φορές δημιουργείται κορεσμός. Η διαρκής επανεμφάνιση παρόμοιου υλικού (όπως στις σελίδες 38–39 και 48–49) μπορεί να εκληφθεί ως συνειδητή κυκλικότητα της μνήμης, θέτει ωστόσο ένα ζήτημα συνθετικής οικονομίας.

Ωστόσο, αυτή η επανάληψη είναι ο οργανικός τρόπος με τον οποίο δομείται η μνήμη στο βιβλίο. Ο ποιητής επιστρέφει στις ίδιες λέξεις επειδή αρνείται να εγκαταλείψει το βίωμα. Η ποίηση γίνεται πράξη επαναφοράς.

Η κορύφωση της συλλογής έρχεται όταν το ερωτικό «εσύ» παραχωρεί τη θέση του στη μορφή του πατέρα. Στα ποιήματα «Στον πατέρα» (σ. 73) και «Ύστερη στιγμή με τον γεννήτορα (…3 Ιανουαρίου 1993…)» (σ. 74), το βλέμμα μετατοπίζεται προς την υπαρξιακή καταγωγή. Ο πατέρας μετουσιώνεται σε ρίζα και θεμέλιο. Η τελική εικόνα των δύο μετοίκων, πατέρα και γιου, μεταφέρει τη συλλογή σε ένα βαθύτερο επίπεδο, όπου το ερωτικό ταξίδι ολοκληρώνεται ως πορεία αυτογνωσίας.

Η Μυρτώ μετατρέπει την προσωπική εμπειρία σε συλλογικό και υπαρξιακό νόημα. Η γραφή του Χρίστου Μπελλέ είναι πληθωρική, συναισθηματικά φορτισμένη και τολμηρή, καθώς δεν φοβάται την υπερβολή, και αυτή ακριβώς η επιλογή συνιστά τόσο την ιδιαιτερότητα όσο και τη δύναμή της. Τελικά, η Μυρτώ είναι το όνομα που δίνει ο ποιητής σε ό,τι αρνείται να παραδώσει στη λήθη. Ίσως γι’ αυτό η σύνθεση δεν κλείνει με μια βέβαιη απάντηση, αλλά με μια οικουμενική κραυγή που συμπυκνώνεται στους στίχους:

— «Δε θέλω να πεθάνω,
πριν να προλάβω ν’ αγαπήσω,
προτού ακόμα αγαπηθώ…».  («Ο δρόμος της αγάπης», σ. 60)

 

 

Η Πωλλέτα Β. Ψυχογυιοπούλου είναι φιλόλογος και βιβλιοθηκονόμος.
Κατέχει μεταπτυχιακούς τίτλους α) στη Διοίκηση Σχολικών Μονάδων και
β) στις Επιστήμες της Αγωγής με ειδίκευση στη Δημιουργική γραφή
(κατεύθυνση εκπαίδευση). Διετέλεσε από το 2011 έως το 2018 Σχολική
Σύμβουλος φιλολόγων Αχαΐας.