• Δεν υπάρχουν προϊόντα στο καλάθι
ΚΟΡΥΦΗ

Μοιρολόι και εγερτήριο για να παραμείνουν  κάποια πράγματα στη θέση τους. Γράφει ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης

Μοιρολόι και εγερτήριο για να παραμείνουν  κάποια πράγματα στη θέση τους

(Αγγελική Γιαννέλου, Ο ίλιγγος του τοπίου. ΑΩ Εκδόσεις. Ιούνιος 2025. Καλύβια Αττικής)

 

Γράφει ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης

 

Η Αγγελική Γιαννέλου είναι Ελληνίδα ποιήτρια και συγγραφέας, γεννημένη το 1957 στα Πουγκάκια Φθιώτιδας, η οποία έχει τιμηθεί με το Βραβείο «Γιώργου Αθάνα» της Ακαδημίας Αθηνών, το 1998, για το έργο της «Σκεύη κεραμέως» (Εκδόσεις Δωδώνη,1997). Δεν εμφανίζεται συχνά στα ηλεκτρονικά και έντυπα λογοτεχνικά περιοδικά, ούτε και στον Τύπο, παρά το γεγονός ότι η εκδοτική της παρουσία είναι συχνή, όπως ανακαλύπτω από τη βάση της biblionet, αντλώντας από εκεί και κάποια βιογραφικά στοιχεία. Μεγάλωσε σε μια αγροτική οικογένεια και ο πατέρας της, Παναγιώτης Γιαννέλος, ήταν αυτοδίδακτος λαϊκός οργανοπαίχτης (βιολί), γεγονός που επηρέασε βαθιά τον ψυχισμό της. Το 1975 εισήχθη στο Τμήμα Αγγλικής Φιλολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ) και στη συνέχεια σπούδασε στο Τμήμα Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του ίδιου Πανεπιστημίου. Ξεκίνησε να γράφει ποίηση και διηγήματα από τα γυμνασιακά της χρόνια. Η συγγραφέας έχει πλούσιο ποιητικό έργο. Μερικοί από τους τίτλους της, περιλαμβάνουν:  «Σκεύη κεραμέως» (Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών). «Σε ευ ύφεση μείζονα» (2024), «Lacrimae rerum» (2013), «Άτροπος νόστος» (2007), «Προσδοκώ: Ελεγεία για την Κύπρο» (2024), «Ο βιολιστής των αστεριών»(2026), «Ο ίλιγγος του τοπίου» (2026), κ.α.  

Η  ποιητική συλλογή «Ο ίλιγγος του τοπίου» της Αγγελικής Γιαννέλου,  κυκλοφόρησε σχετικά πρόσφατα, συγκεκριμένα τον Ιούνιο του 2025, από τις ποιοτικές ΑΩ Εκδόσεις, σε 110 σελίδες με τις οποίες η ποιήτρια επανέρχεται στο προσκήνιο και το λογοτεχνικό γίγνεσθαι με εκείνη την χαρακτηριστική ταπεινότητα και μετριοφροσύνη, θα έλεγα, που την χαρακτηρίζει! Πιστεύω πως πρόκειται για μια πολύ μεγάλη ποιήτρια αλλά δυστυχώς αγνοημένη, υποτιμημένη και αναξιοποίητη! Η συλλογή έχει εκδοθεί στο πολυτονικό σύστημα, άλλη μια πανέμορφη, επαινετική και ευπρόσδεκτη ιδιαιτερότητα του βιβλίου, δείγμα σεβασμού σε κάποιες παραδόσεις της γλώσσας μας πριν προκύψει ο οχετός της ‘εκμάθησης’ της ελληνικής γλώσσας των περισσότερων από το διαδίκτυο. Η ποίηση της Αγγελικής Γιαννέλου, με την έντονη πνευματικότητα, τις βυζαντινές αποχρώσεις και την βαθιά ευαισθησία, συχνά απαιτεί χρόνο και εσωτερική ησυχία για να εκτιμηθεί στο έπακρο. Τα ποιήματά της είναι μεγάλα, δύσκολα, με βαθιά νοήματα, έχουν λεξιλόγιο άγνωστο εν πολλοίς για τους περισσότερους που θα αναγκαστούν να αφιερώσουν χρόνο στην ανάγνωσή τους, αλλά η υπομονή, η αργή ανάγνωση και η επανάληψη σε πολλά σημεία, θα τους ανταμείψει τελικά πλουσιοπάροχα.   

Η Αγγελική Γιαννέλου, ανήκει σε εκείνους τους πολλούς και σπουδαίους δημιουργούς της λέξης που επιλέγουν να κινούνται μακρυά από τα φώτα της εφήμερης δημοσιότητας, αφήνοντας το έργο τους να μιλήσει αθόρυβα στις καρδιές των αναγνωστών. Η αναγνώριση από την Ακαδημία Αθηνών έδειξε  το ειδικό βάρος της γραφής της, ακόμα κι αν το ευρύ κοινό δεν τη γνωρίζει όσο θα έπρεπε και της άξιζε. Τα μακροσκελή ποιήματα της παρούσας συλλογής εξερευνούν τις βαθύτερες πτυχές της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα από τη μνήμη, τον έρωτα και τον χρόνο. Η Γιαννέλου χρησιμοποιεί πλούσια μεταφορική γλώσσα, παρομοιάζοντας τις εσωτερικές αναταράξεις της ψυχής με σεισμικά φαινόμενα και τη ζωή με μια αέναη τροχιά γεμάτη δοκιμασίες. Το «Μετασεισμών Μελέτη», για παράδειγμα, ξεκινά ως εξής,  «Για όσους μας έλαχε της Μοίρας ο κλήρος-αχ αυτή η Λάχεσις-να κείνται οι καρδιές μας-με τις ερήμους και τους λειμώνες τους, με τις πηγές και τις φουρτουνιασμένες τους θάλασσες- σε άκρως σεισμογενείς και σεισμογόνους περιοχές και εκ πείρας οδυνηράς γνωρίζουμε τι έστιν ενδότατος σεισμός, απρόβλεπτος απ’ του νου τις κεραίες και της καρδιάς τους σεισμογράφους και τι μπορεί να σημαίνουν οι έσω σεισμοί και μετασεισμοί, κάθε που η γη τρέμει και ριγά, παραμένουμε ψύχραιμοι, μέχρι απαθείας…», ενώ κάπου προς το τέλος του ποιήματος σημειώνει, «Οι πορευόμενοι δύσβατες οδούς  και ανηφόρες, οι επιθυμούντες να θεμελιώνουμε οίκημα βίου αρραγές, στους εσώτατους σεισμούς και μετασεισμούς, έχουμε πάντα τον νου μας κι ακολουθούμε των παθόντων-Διδασκάλων Στατικών τις νουθεσίες, κατά γράμμα», κλείνοντας το ποίημα με την αρχαία καταληκτική ευχή και χαιρετισμό,  «Έρρωσθε» !  

Μέσα από ζωντανές εικόνες της ελληνικής υπαίθρου, όπως τα πέτρινα σπίτια, τις ξερολιθιές και τα τραίνα, αναδεικνύεται η νοσταλγία για το παρελθόν και η αναζήτηση της πνευματικής αφύπνισης. Στο άκρως νοσταλγικό «Τα Σπίτια», γράφει ανάμεσα σε πολλά άλλα, «Τα σπίτια τα παλιά, τα πατρικά μας,  ακουμπισμένα-δώρο ακριβό- στην γη της καρδιάς μας, μας καρτερούν, να γέρνουμε, πότε-πότε κατά τη μεριά τους και να παίρνουμε αγκαλιά. Να σκύβουμε απάνω τους, έτσι γέρικα και μόνα τους που στέκουνε προσμένοντας και ν’ αφουγκραζόμαστε τα καρδιοχτύπια τους. Εκεί, εκεί, που η Μάνα είχε την πέτρα την σημαδεμένη, μ’ ένα αγνώριστο σημάδι, στην ξερολιθιά και πίσω της απίθωνε  της ΄ξώπορτας το κλειδί το σιδερένιο, εκεί σε καρτερούν το χέρι σου ν’ απλώσεις…». Κι αφού αναφερθεί, «… στης Μνήμης τη  σάλα, με τις κοφτές, τις χασεδένιες κουρτίνες και τ’ ανεβατά κεντίδια της νιότης…εκείνο το παλιό, ξομπλιαστό σεντούκι, της καλής σας κάμαρης, το καμάρι που σ’ απαγόρευαν να τ’ ανοίγεις και να το ψάχνεις, όντας παιδί…», στις φωτογραφίες με ονόματα και ημερομηνία, και στη συνέχεια σε όλο το περιεχόμενό τους, καταλήγει με μια προτροπή και παράκληση συνάμα, «… Άμα σε ξαναφέρει στρόβιλος καρδιάς, πέρνα, έτσι για ένα Γειά-χαρά βρε αδερφέ, μια στάλα νοιάξιμο  και ρίγος απ’ τα πηγάδια του Είναι σου, έτσι. Για να μην την παρατήσεις-από καπρίτσιο, πες-μέσα σε μια μόνο στιγμή και ξεραθεί αυτή η τελευταία, η πικρή ρίζα της θύμησης, που όρθιο ακόμα το κρατάει το πατρικό, μες στης καρδιάς σου τα υψίπεδα-και σε κρατάει»!   «Τα Σπίτια» είναι από τα ποιήματα όπου η ποιήτρια αποκαλύπτει ολόκληρο τον πυρήνα της ποιητικής της. Δεν πρόκειται απλώς για ένα νοσταλγικό ποίημα για το πατρικό σπίτι. Το σπίτι γίνεται ένας ζωντανός οργανισμός της μνήμης. Και το θαυμάσιο είναι ότι η Γιαννέλου δεν γράφει «θυμάμαι το πατρικό μου». Κάνει κάτι πολύ πιο δυνατό: αντιστρέφει τη σχέση. Δεν είναι μόνον εμείς που θυμόμαστε τα σπίτια, αλλά είναι τα σπίτια που μας περιμένουν. Το σπίτι έχει καρδιά. Αυτό είναι το κλειδί ολόκληρου του ποιήματος. Τα παλιά σπίτια δεν είναι ακίνητα αντικείμενα, έχουν παλμό. Μέσα στους τοίχους τους, διαχρονικά, έχουν αποθηκευτεί ζωές. Η μητέρα έχει σημαδέψει μια πέτρα στην ξερολιθιά και εκεί, πίσω της, άφηνε το σιδερένιο κλειδί. Τι υπέροχη εικόνα! Το κλειδί δεν βρίσκεται πλέον απλώς σε ένα σπίτι. Βρίσκεται στη μνήμη του σπιτιού. Και η σημαδεμένη πέτρα λειτουργεί σαν ένας πρωτόγονος κώδικας, σαν ένα μυστικό που γνωρίζει μόνον όποιος ανήκει εκεί. Η λέξη «Μάνα», με κεφαλαίο Μ, μετατοπίζει αμέσως το ποίημα από την προσωπική ανάμνηση σε κάτι σχεδόν συλλογικό. Δεν είναι μόνο η συγκεκριμένη μητέρα. Είναι η Μάνα ως αρχή, ως ρίζα, ως φύλακας του σπιτιού. Η «σάλα της Μνήμης» δεν βρίσκεται πια στο πατρικό. Βρίσκεται μέσα στον άνθρωπο. Οι «κοφτές, χασεδένιες κουρτίνες», τα «ανεβατά κεντίδια», το «ξομπλιαστό σεντούκι» δεν είναι απλώς λαογραφικές λεπτομέρειες. Είναι αντικείμενα-φορείς μνήμης. Παράλληλα εμφανίζεται η παιδική επιθυμία να γνωρίσει κανείς το απαγορευμένο παρελθόν. Το παιδί βλέπει το σεντούκι ως μυστήριο. Ο ενήλικος, πολλά χρόνια αργότερα, αντιλαμβάνεται ότι μέσα του δεν υπήρχαν απλώς αντικείμενα. Υπήρχε η προηγούμενη ζωή της οικογένειας, κι’ αυτό κάνει το ποίημα βαθιά υπαρξιακό. Το ερώτημα δεν είναι πλέον «τι υπήρχε στο σεντούκι;». Είναι τι ακριβώς από τη ζωή μας έχουμε αφήσει κλεισμένο και τι θα συμβεί όταν πάψει να υπάρχει κάποιος που θυμάται πού είναι το κλειδί! Και ίσως εδώ βρίσκεται η βαθύτερη συγκίνηση του ποιήματος. Η  επιστροφή στο πατρικό δεν είναι υποχρέωση απέναντι στο παρελθόν. Είναι μια μικρή πράξη ευγνωμοσύνης απέναντι σε εκείνο το κομμάτι του εαυτού μας που γεννήθηκε εκεί. Η Γιαννέλου μετατρέπει τον τόπο σε μνήμη και τη μνήμη σε τόπο και τότε ο άνθρωπος βρίσκεται διχασμένος ανάμεσα στα δύο. Δεν μπορεί ούτε να επιστρέψει πραγματικά ούτε να φύγει εντελώς. Αυτός, ίσως, είναι ο πραγματικός «ίλιγγός» της!

Κι’ αν στο νοσταλγικό «Τα Σπίτια», εμφιλοχωρούν όλα τα παραπάνω αναγραφόμενα, «Στις Ράγες», εκπτύσσεται και σκιαγραφείται ένα τοπίο γνώριμο, αγαπημένο, επίσης. «Με θέλγει του τοπίου ο καλπασμός πλάϊ μου ταξιδεύοντας με τραίνο. Προλαβαίνω να κουνήσω χαιρετισμού μαντήλι στ’ αμπέλια τα μακρινά-τα ευφραινόμενα των γεωργών και των τρυγητάδων τους, τους καημούς και τα τραγούδια-και στα κυπαρίσσια τα κοντινά, που αιώνες, λογχίζουν τ’ ουρανού την εγκαρτέρηση, να ιδούν πόσο θ’ αντέξει…Στ’ αριστερά μου τα βουνά, π’ αγάπησα με όρκους και δεξιά μου κάμπος με λιόδεντρα ασημόγκριζα, ήρεμα κλαριά, με τρίσβαθη υπομονή στης ευλογίας το άχθος, αποχαιρετάνε με σέβας τον ήλιο και με το ίδιο σέβας  ανασαίνουν  την πρώτη της νύχτας τη δροσιά… Τα βράχια του Γοργοπόταμου και η Γέφυρα της Παπαδιάς…», για να καταλήξει ύστερα από πληθώρα άλλων περιγραφών και αναφορών, «…Οι φανοστάτες, μουσκίδι μέσα στην σιδερένια των φαναριών τους τη δαντέλα-σκουριάσανε την προσμονή τους οι Καιροί-πάντα αντίθετοι με την φορά μας πάνε, μέσα θύμησες αλαργινές δοσμένοι,  φευγάτων στιγμών επαίτες. Ομίχλη μας περιζώνει. Ριγώ. Στο νοτισμένο τζάμι γράφω έναν καινούργιο στίχο. Κατάπληκτα τα κυπαρίσσια   σκύβουν να διαβάσουν»!

Αγγελική Γιαννέλου

Οι στίχοι λειτουργούν ως μια μάλλον επιτακτική υπαρξιακή  υπενθύμιση για την ανάγκη του ανθρώπου να παραμένει όρθιος απέναντι στη φθορά, διατηρώντας ζωντανά τα όνειρά του. Το έργο προσφέρει παράλληλα και μια φιλοσοφική θεώρηση του πόνου και της ίασης, τονίζοντας τη σημασία της αυτογνωσίας και της αγάπης ως αντίδοτα στον θάνατο. Σε όλα αυτά τα πεζά ποιήματα της Γιαννέλου, πέρα από το πολυτονικό σύστημα γραφής, εκείνο που παρατηρείται αμέσως είναι οι μεγάλες προτάσεις που αναφέρονται σε αντικείμενα και ιδέες, υπερβατά σχήματα και πολλές αναφορές που στοιβάζονται η μια πάνω στην άλλη. Τα περισσότερα από τα κείμενα δεν δίνουν την εντύπωση  ποιημάτων με στίχο αλλά πεζοτράγουδα και  λυρικά πεζά. Η γλώσσα όλων των κειμένων αποτελείται από ένα συνειδητό κράμα λαϊκού και δημοτικού λεξιλογίου, (ξερολιθιά, καρβέλια, τσίπουρο, ρέγγα ταγγισμένη) εμπλουτισμένη πάνω σε λόγιο και κυρίως εκκλησιαστικό στρώμα («τί ἐστιν», «ἐν πᾶσι», «Γρηγορεῖτε», «χοῦς εἶ καὶ εἰς χοῦν ἀπελεύσει»). Η συγγένεια είναι εμφανής: Παπαδιαμάντης και Κόντογλου από τη μια μεριά, ο σικελιανικός τόνος από την άλλη, και κάτω απ’ όλα αυτά, σταθερά, το δημοτικό τραγούδι και το μοιρολόι. 

Το πιο ενδιαφέρον τεχνικά στοιχείο της ποιητικής συλλογής, όμως, δεν είναι η γλώσσα, αλλά  η παρατεταμένη αλληγορία. Η Αγγελική Γιαννέλου δεν χρησιμοποιεί μεταφορές διακοσμητικά, τις αναπτύσσει με τον άκρως προσωπικό της τρόπο σε ολόκληρο σύστημα, σχεδόν με τον τρόπο των μεταφυσικών ποιητών. Στην «Μετασεισμών Μελέτη» που ήδη αναφερθήκαμε πιο πάνω, δημιουργεί και παρουσιάζει  ένα πλήρες σεισμολογικό λεξιλόγιο για την εσωτερική κατάρρευση, και τελικά  το κλείνει με μια ειρωνική στροφή προς την ακαδημαϊκή παράμετρο.  Το πτυχίο, τους μεταπτυχιακούς τίτλους και τα  διδακτορικά. Θεματικά, όλα τα κείμενα του βιβλίου, γυρίζουν γύρω από τον ίδιο άξονα. Τη μνήμη εναντίον λησμονιάς, με ενδιάμεσους σταθμούς το πατρικό σπίτι, τον τόπο, τον έρωτα ως κοσμική δύναμη και το όνειρο ως χρέος. Οι έννοιες γράφονται με κεφαλαίο και λειτουργούν ως προσωποποιημένα πρόσωπα ενός εμβληματικού θεάτρου. Για παράδειγμα, Καιρός, Θάνατος, Μάνα, Όνειρο. Χαρακτηριστικό των κειμένων είναι και όταν απευθύνεται σχεδόν δίκην νουθεσίας, διαθήκης, ή επιστολής. Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετά κείμενα κλείνουν με χαιρετισμούς, την πιο προσωπική υπογραφή της γραφής της που  μετατρέπει το ποίημα σε παραγγελία προς κάποιους που θα παραμείνουν πίσω.   

Συνολικά πρόκειται για διαχρονική, συνειδητά αρχαΐζουσα γραφή, ριζωμένη σε τόπους.  Η Γέφυρα της Παππαδιάς και ο Γοργοπόταμος δεν είναι διακοσμητικά τοπωνύμια, κι’ αυτό  γιατί φέρνουν μαζί τους και τη μνήμη της Εθνικής Αντίστασης που απαιτεί από τον αναγνώστη υπομονή και ανταποδίδει με πρωτόγνωρες και δυνατές εικόνες που δεν λησμονούνται. Προφανώς δεν είναι σύγχρονη ποίηση με την τρέχουσα έννοια του όρου και πιθανώς δεν  το  επιδιώκει και η Γιαννέλου. Είναι ένα μοιρολόι, εγερτήριο,  μια φωνή που, όπως λέει η ίδια, κρατάει κάποια πράγματα στη θέση τους! 

«…Ξερολιθιά, το λοιπόν. Τι τονε θέλεις τον πηλό, χους εστί. Με τα καρδιοχτύπια σου να τηνε χτίσεις, θα σου κρατάει στη θέση τους όλους τους προσήλιους όχτους σου, θα περνάει ανάμεσα της Λήθης το νερό, θα νομίζει ότι νικάει, μα συ ακριβά θα γνωρίζεις ότι δεν σου κουφώνει την καρδιά η Λησμονιά, ακέρια μένει και φτεροκοπά και αναθυμάται και μελετά τα γεγραμμένα». 

Κλείνοντας ετούτο το σύντομο σημείωμα για την Αγγελική Γιαννέλου, καταλήγουμε πως  είναι ποιήτρια με πολύ μακρά και ιδιαίτερη διαδρομή, η οποία έχει πράγματι διεισδύσει πολύ λιγότερο στο ευρύ αναγνωστικό κοινό απ’ όσο θα περίμενε κανείς. Το ενδιαφέρον, όπως τονίσαμε και πριν, είναι ότι η Γιαννέλου δεν είναι μια καινούργια φωνή που μόλις ανακαλύπτεται. Από τα ποιήματα της εν λόγω συλλογής φαίνεται ότι κινείται σε έναν χώρο όπου συναντώνται η αρχαϊκότητα και η δημοτική παράδοση, το θρησκευτικό και μεταφυσικό στοιχείο, το αγροτικό και ορεινό τοπίο, η μουσικότητα, ο θάνατος και η μνήμη, αλλά και ένας πολύ σύγχρονος υπαρξιακός ίλιγγος. Δεν χρησιμοποιεί το τοπίο ως διακοσμητικό φόντο, αφού  εκείνο  γίνεται εσωτερική κατάσταση. Χρησιμοποιεί  γλώσσα τελετουργίας, όπου το φυσικό στοιχείο, ο γκιώνης, η νύχτα, η γη, τα άστρα, αποκτούν σχεδόν μυστηριακή λειτουργία. Ίσως λοιπόν ένας από τους λόγους που δεν έγινε δημοφιλής είναι ακριβώς αυτός. Η ποίησή της δεν προσφέρεται εύκολα για γρήγορη κατανάλωση. Απαιτεί αναγνώστη που θα σταθεί πάνω στη λέξη, στον ρυθμό και στις πολυποίκιλες πολιτισμικές και θρησκευτικές αναφορές. Και το πιο ενδιαφέρον όμως είναι,  ότι η ποιητική της διαδρομή συνεχίζεται, αφού μετά τον «Ίλιγγο του τοπίου» έχει ήδη κυκλοφορήσει, το 2026, και την επόμενη δουλειά της, τον  «Βιολιστή των αστεριών». 

 

 

Ο Γεώργιος Σχορετσανίτης γεννήθηκε στα Τρίκαλα της Θεσσαλίας τον Μάιο 1953. Τον Ιούνιο του 1970, τελείωσε το Β’ Εξατάξιο Γυμνάσιο Αρρένων Τρικάλων. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών μετά από επιτυχείς εισαγωγικές εξετάσεις, από την οποία αποφοίτησε τον Ιούνιο του 1976. Ειδικεύτηκε στη Χειρουργική στο Αρεταίειο Νοσοκομείο της Αθήνας. Τον Νοέμβριο του 1986, κατόπιν εξετάσεων του χορηγήθηκε ο τίτλος της ειδικότητας της Γενικής Χειρουργικής, ενώ το 1989 η Ιατρική Σχολή Αθηνών τον ανακήρυξε Διδάκτορα με βαθμό “Άριστα”. Έχει εργασθεί σε διάφορα νοσοκομεία στην Ελλάδα και το εξωτερικό και έχει δημοσιεύσει αρκετές επιστημονικές εργασίες σε διάφορα περιοδικά. Τα τελευταία χρόνια εργάστηκε ως Διευθυντής Χειρουργικής στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ηρακλείου. Παράλληλα ασχολείται με την ιστορία της ιατρικής, τον πολιτισμό και τη λαογραφία άλλων λαών, ενώ παράλληλα ταξιδεύει αρκετά σε διάφορα μέρη του κόσμου. Το συγγραφικό του έργο εστιάζεται σε πέντε, κυρίως, ενδιαφέροντα. Την ιστορία της ιατρικής, την ταξιδιωτική λογοτεχνία, την αφροαμερικανική ιστορία και πολιτισμό, την αρθρογραφία και την βιβλιοκριτική. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε πολλές εφημερίδες και έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά.