• Δεν υπάρχουν προϊόντα στο καλάθι
ΚΟΡΥΦΗ

14ο Πανθεσσαλικό Φεστιβάλ Ποίησης: Nilton Santiago

Το πρόγραμμα «Μεταφράζοντας τη Θεσσαλία: Ποίηση, Τοπίο, Εικαστικός Διάλογος» είναι μια συνεργασία της ΑΜΚΕ Θράκα και της Αντιδημαρχίας Πολιτισμού του Δήμου Λαρισαίων που συνδέει δύο διεθνή έργα (Ulysses’ Shelter – Πανθεσσαλικό Φεστιβάλ Ποίησης) γύρω από έναν κοινό κεντρικό θεματικό άξονα. Συνδέει την ποίηση, τη μετάφραση, τις λογοτεχνικές και καλλιτεχνικές διαμονές (residencies), τις εικαστικές τέχνες και την εκδοτική δραστηριότητα.

Το «Μεταφράζοντας τη Θεσσαλία» είναι ο κοινός θεματικός άξονας του Ulysses’ Shelter και του Πανθεσσαλικού Φεστιβάλ Ποίησης το 2026: τόσο οι φιλοξενούμενοι δημιουργοί του Ulysses’ Shelter, όσο και οι συμμετέχοντες του Πανθεσσαλικού Φεστιβάλ Ποίησης που δεν αποτελούν μέρος του προγράμματος Ulysses’ Shelter, θα συμμετάσχουν στις δράσεις που σχετίζονται με το θέμα, σε έναν από κοινού εορτασμό του Θεσσαλικού τόπου, του πολιτισμού, της φύσης και της ιστορίας του.

Το Πανθεσσαλικο Φεστιβάλ Ποίησης είναι ένα πενθήμερο διεθνές Φεστιβάλ που πραγματοποιείται στη Λάρισα, τον Βόλο (Μακρινίτσα), τα Τρίκαλα, την Καρδίτσα (Φυλακτή) και την Αθήνα. Διοργανώνεται από την Αντιδημαρχία Πολιτισμού του Δήμου Λαρισαίων και την αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία Θράκα, στο πλαίσιο έργου του ΕΣΠΑ της Περιφέρειας Θεσσαλίας με τη συγχρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το 14ο Πανθεσσαλικό Φεστιβάλ Ποίησης θα πραγματοποιηθεί από 24 έως 28 Αυγούστου, με εκδηλώσεις σε διαφορετικές πόλεις της Θεσσαλίας, προφεστιβαλικές εκδηλώσεις σε Αθήνα και Μακρινίτσα στις 24 Αυγούστου, καθώς και μια μεταφεστιβαλική εκδήλωση στις 2 Σεπτεμβρίου στην Αθήνα.

Το πρόγραμμα του Φεστιβάλ περιλαμβάνει ποιητικές αναγνώσεις από περισσότερους από 70 Έλληνες και διεθνείς ποιητές, ζωντανές μουσικές εκδηλώσεις, παρουσιάσεις βιβλίων, εκδοτικό πρόγραμμα, την απονομή των Βραβείων Θράκα και των Βραβείων Μάκη Λαχανά, αλλά και την εικαστική έκθεση σε επιμέλεια της Αντιγόνης Καψάλη.

Το Ulysses’ Shelter είναι ένα διεθνές πρόγραμμα που αναπτύσσει ένα ευρωπαϊκό δίκτυο φιλοξενίας και λογοτεχνικών ανταλλαγών για νέους συγγραφείς πεζογραφίας και ποίησης, καθώς και για λογοτεχνικούς μεταφραστές. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει φιλοξενίες ποιητών και καλλιτεχνών, εργαστήρια, περφόρμανς και μια εικαστική έκθεση.

Το «Μεταφράζοντας τη Θεσσαλία» υλοποιείται με τη συγχρηματοδότηση από το πρόγραμμα ΘΕΣΣΑΛΙΑ (ΕΣΠΑ 2021-27) της Περιφέρειας Θεσσαλίας με τη συγχρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την υποστήριξη και υπό την αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισμού και του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, καθώς και με την υποστήριξη της Αντιδημαρχίας Παιδείας του Δήμου Λαρισαίων, της Πρεσβείας της Ισπανίας στην Ελλάδα, του Εθνικού Συμβουλίου Τεχνών της Σιγκαπούρης και του Βραβείου της Εταιρείας Συγγραφέων του Ηνωμένου Βασιλείου (SoA). Υποστηρίζεται, επίσης, από τον Δήμο Τρικκαίων και τον Δήμο Λίμνης Πλαστήρα. Yλοποιείται σε συνεργασία με τον Κύκλο Ποιητών, το Literature Across Frontiers, το Διαχρονικό Μουσείο Λάρισας, την πινακοθήκη PArCo-By the River και το Zatopek book café. Τοπικοί χορηγοί είναι ο Ερμής και το βιβλιοπωλείο Καλτσάς, ενώ η επικοινωνιακή υποστήριξη παρέχεται από το Bookpress.gr.

Ο Περουβιανός ποιητής Nilton Santiago συμμετάσχει φέτος στο πρόγραμμα «Μεταφράζοντας τη Θεσσαλία: Ποίηση, Τοπίο, Εικαστικός Διάλογος».

 

 

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΤΣΑΚΙΣΜΕΝΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ

 

Ο Ακουταγκάουα αυτοκτόνησε παίρνοντας υπερβολική δόση βαρβιτουρικών,
παρότι το αηδόνι που φτερούγιζε κάτω από τα βλέφαρά του
ακόμα ζει.


Είδαν τον Νερβάλ να περπατά μ’ έναν αστακό
με μια μπλε κορδέλα.
Το σώμα του βρέθηκε κρεμασμένο από ένα φανάρι.

Ο Χοσέ Α. Σίλβα πυροβολήθηκε μ’ ένα τριαντάφυλλο από θειάφι
αφού έφαγε για πρωινό μερικές σαρδέλες με αφρό ξυρίσματος.

Μετά την εκτέλεση του συζύγου της και αφού είδε την κόρη της
να θρηνεί σ’ ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης,
η Τσβετάγιεβα στραγγαλίστηκε με μια ορχιδέα.

Η σφαίρα που σκότωσε τον Μαγιακόφσκι ήδη έχει επιστρέψει στη γη.

Η Σύλβια Πλαθ έβαλε το κεφάλι της στα μικροκύματα
για να το βγάλει κάτω απ’ το νερό.

Από την Αν Σέξτον δεν έμειναν ούτε τα οστά:
αν κανείς ανοίξει τον τάφο της
θα δει πως είναι γεμάτος σαπουνόφουσκες.

Ο Τσέλαν ρίχτηκε στον Σηκουάνα αφού ανακάλυψε πως είναι ένας ποιητής
και όχι μια μελαγχολική σαλαμάνδρα.

Ο Γουατανάμπε θάφτηκε με όλα του τα υπάρχοντα
κάτω από μια κερασιά.
Δεν αυτοκτόνησε,
αλλά ο φοβισμένος αλιγάτορας που κοιμόταν πλάι του
απόψε κοιμάται μαζί μου.

Τώρα καταλαβαίνω γιατί ο Θεός
αρνήθηκε να είναι πανταχού παρόν.

 

 

ΑΛΙΕΙΑ ΓΑΥΡΟΥ ΜΕ ΓΡΙ ΓΡΙ

 

«Σύμφωνα με τον Ηράκλειτο, οι ψυχές μυρίζονται το άγνωστο»
σου είπε το αφεντικό,
αφού σε έστειλε να καθαρίσεις τα δίχτυα.

Κάνεις πως τα χέρια σου είναι φτερά πελεκάνου
και αφαιρείς –ένα προς ένα– τα μικρά ψάρια που κλαίνε
κι αστράφτουν, από τα μέσα σου.

Είσαι επίσης ένα μοναχικό κοπάδι που φεύγει,
παρόλο που ούτε οι γηραιότεροι ναυτικοί
ούτε η φάλαινα που ζητιανεύει στην πλώρη του πλοίου
είναι σε θέση να μυρίσουν ή να δουν το φως σου.

Δεν είσαι κάτι πέρα από ακόμα ένα φτωχό παιδί που κερδίζει το ψωμί του.

Στο μεταξύ καθαρίζεις το δίχτυ,
θυμάσαι τις λέξεις της μητέρας σου: «Η διαμελισμένη ψυχή των γαύρων
κρύβεται στ’ αμπάρια από τις βάρκες, γιοκα μ’».

Το δίχτυ είναι έτοιμο: μαζεύεις τα φτερά σου και φωνάζεις το αφεντικό,
που διατάζει να το ρίξετε στη θάλασσα που ανθίζει.

Την αυγή, το σηκώνουν όπως το μαντίλι της Ανδρομέδας,
αλλά εκείνη, που βλέπει μέσα από τη μητέρα σου, δεν σε βλέπει:
το πόδι πελεκάνου σου έχει μπλεχτεί
και σε ρίχνουν
στο νερό.

Το φως σου φωτίζει τους σκελετούς των φαλαινών
με φόντο τη θάλασσα.
Ένα από τα ψάρια που έκλαιγαν σε κοιτάζει,
ήδη διαλυμένο, από τα μέσα μου.

Πιστεύεις πως έτσι είναι ο θάνατος
μέχρι να σου πετάξουν ένα σκοινί που το φτάνεις.

Γυρίζεις να το πιάσεις και το κοιτάζεις στα μάτια,
τα σαγόνια του ζώου ανοίγουν τόσο
που θα μπορούσαν να δαγκώσουν τον ήλιο:
ένα τεράστιο θαλάσσιο λιοντάρι καταπίνει τα ψάρια
που πιάστηκαν στο δίχτυ.

Σε βγάζουν από το νερό σαν ένα ράκος
και με το ζόρι μπορείς να μιλήσεις.

Η ψυχή σου περιπλανιόταν για χρόνια στο αμπάρι της βάρκας,
ψάχνοντάς σε σαν λαγωνικό.
μέχρι που μια μέρα άνοιξες τα μάτια
κι έγινες ο πατέρας μου.

 

 

ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ ΕΠΟΙΚΩΝ
                                  (Οξαπάμπα, 25 Απριλίου 2019)

 

Οι Γιανέσα λένε πως
«για να ονειρευτεί με επιτυχία, ο τυφλοπόντικας
ξαπλώνει κοιτάζοντας τον ουρανό». Δεν ξέρω αν το πιστεύουν.

Περάσαμε ώρες με τα πλευρά δεμένα.
Έχουμε φάει όλη τη μέρα ψάχνοντάς το, ναι,
το αρχαίο κοιμητήριο που, όπως φαίνεται, πρόκειται να συρθεί
προς τα εκεί αυτό που αστράφτει.

Επιπλέον ο καπνός σέρνεται σαν την πολιτοφυλακή.

Ο σοφέρ που μας πηγαίνει δεν αφήνει να ανάψουμε τσιγάρα.
Δεν λέω τίποτα.
(Ξέρω πως η Θεία Μαρία κάπνιζε μέχρι τα 99 της χρόνια
και πέθανε επειδή της το είπε ο γιατρός.
Δεν της είπε να πεθάνει, όχι, της είπε να κόψει το κάπνισμα.)

Τελικά το βλέπουμε, λαμποκοπούν οι ταφόπλακες σαν ράμματα.

Μπαίνουμε μέσα από τον φράχτη με τα αγκάθια που κρατά μακριά τις αγελάδες.
«Ναι, αυτό είναι», λέει ο σωφέρ,
με μια γόπα ανάμεσα στα δόντια.

Τραβάει ένα μαχαίρι και ξύνει τα βρύα σε μία από τις πλάκες.
Εσύ, στα γόνατα, μου δείχνεις μια φωτογραφία σέπια.

Μερικές ρίζες καφέ βλασταίνουν στο στήθος της νεκρής.
«Αυτή είναι», λες, μόλις το όνομά της εμφανίζεται πάνω στην πέτρα:
Böttger, η έποικος, η πρόγονος αστέρι.

Ένας σταυρός κείται στο χώμα, έχει χάσει όλες του τις φολίδες.
Αυτός τις μαζεύει
και διώχνει μια σαύρα.
Τα μουγκανητά απ’ τις αγελάδες αστράφτουν στο μαχαίρι του,
αλλά πια δεν υπάρχουν αγελάδες, υπάρχουν τάφοι.

Πιστεύω πως έχουν μαζέψει τόση βροχή μέσα στα σώματά τους
που μπαίνουν και βγαίνουν όποτε θέλουν στον θάνατο.

Την είδα. Δεν θέλω να σε τρομάξω, αλλά την είδα.
Σε κοίταζε κρυμμένη πίσω από μια ρίζα κακάο.

Έμοιαζε στη γιαγιά σου: μισή Γιανέσα, μισή λάμψη.
Με είδε κι έδειξε μια ταφόπλακα:
δεν ήθελα να διαβάσω το όνομά μου.

Ξέρω πως κάτω από τη γη
θα είμαι αυτή η σαύρα
που γυρίζει σπίτι.

 

 

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ ΕΙΠΕ ΟΤΙ ΤΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΑ ΜΠΟΡΟΥΝ
ΝΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΟΥΝ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΕΚΑΤΟ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ ΑΤΟΜΑ

 

Όπως ένας σκαντζόχοιρος που προσπαθεί, μάταια,
να αγκαλιάσει έναν άλλον χωρίς να πονέσει,
έτσι κυλούσε η μοναξιά του Μιγκέλ ανάμεσα στα δέντρα.
(Ο «Λούκας», ο καλύτερός του φίλος, κάπνιζε κεταμίνες
και έμοιαζε με τσακισμένο άγγελο.)
Εγώ ήμουν εννέα χρόνων, τόσα
όσα η μηχανή του Χίλμαν είχε μείνει χωρίς επισκευή.

Κάποια στιγμή, ο πατέρας μου κι εγώ
θάψαμε ένα μικρό κοτοπουλάκι
που, χωρίς να το θέλω, πάτησα στην κουζίνα.

Το είχα ανταλλάξει με μερικά κρυστάλλινα μπουκάλια.
Ένας άντρας τα προσέφερε
ενώ έσπρωχνε ένα τρίκυκλο γεμάτο με παλιοσίδερα
και ξόρκια.

Ποτέ δεν με μάλωσαν γι’ αυτόν τον μικρό θάνατο.
Ο θάνατος, όπως κάθε πληγή, είναι ένα ατύχημα,
είναι σαν να σκοντάφτεις σε ένα δάκρυ του Αδάμ, μου είπαν.

Σήμερα ο πατέρας μου είναι πιο νέος από μένα.

Ακόμα πιο νέος και από τον γιό που ποτέ δεν θ’ αποκτήσω
και ακόμα θυμάται όταν θάψαμε εκείνο το ζωάκι
που έμοιαζε να στριγγλίζει από τον πόνο στον λαιμό μου.

Αυτή τη νύχτα, αφού έπεσα στο κρεβάτι,
πήγα στον κήπο του σπιτιού.

Γονάτισα και άρχισα να σκάβω το χώμα.
Νιώθω ότι η καρδιά του μικρού νεκρού πουλιού
ακόμα χτυπά.

Έσκαψα κι έσκαψα
ώσπου βρήκα σκελετούς άλλων ζώων,
μπουκάλια γάλα,
γράμματα της μητέρας μου αδιάβαστα.

Το σκάψιμο είναι σαν να θέλεις να γεμίσεις ένα κενό με περισσότερο κενό.

Και τότε, κάτω από δάκρυα,
στεγνά σαν διαμάντια,
βλέπω επιτέλους το ετοιμοθάνατο κοτόπουλο.
Με αναγνωρίζει.

Είναι ακόμα εκεί, κελαηδάει με τα φτερά τσακισμένα, αλλά ζωντανό,
όπως η μοναξιά του «Λούκας»
καπνίζοντας τσιγάρα ανάμεσα στα δέντρα

 

 

ΜΙΑ ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΔΕΥΤΕΡΑ ΣΤΟΝ ΣΤΑΘΜΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ,
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΑΡΙΝΗ ΙΣΗΜΕΡΙΑ

 

Ξυπνάς,
τα δέντρα ακόμη κουβαλούν πουλιά στις μακρινές νυχτερινές τους εξορμήσεις
κι εσύ πρέπει να τρέξεις στο ντους για να ξεκινήσεις μια νέα μέρα.
Βγαίνεις στον δρόμο και πας να βρεις έναν καφέ latte,
το χαμόγελο της σερβιτόρας σου θυμίζει
ότι οι άγγελοι δεν είναι αξιόπιστοι
γιατί είναι οι γραφειοκράτες του ουρανού.
Πληρώνεις, κατά λάθος, με ξένο νόμισμα.
Τα κουβαλάς πάνω σου γιατί είναι σαν γραμματόσημα από χώρες που πια δεν υπάρχουν.
Ζητάς συγγνώμη και βγαίνεις από το μπαρ μ’ ένα σμήνος πουλιών στον λαιμό σου.
Βρέχει, αλλά δεν θέλεις να ανοίξεις την ομπρέλα
γιατί ξέρεις ότι όταν βρέχει είναι επειδή ο Θεός κάνει ντους
σύμφωνα με όσα σου είπε μια φορά μια πολύ μεθυσμένη κοπέλα σ’ ένα μπαρ.

Όταν μπαίνεις στον σταθμό,
παρατηρείς ότι τα φτερά των ανθρώπων τσουγκρίζουν το ένα με τ’ άλλο,
αλλά εσύ δεν έχεις φτερά
αλλά έναν καφέ latte που καίει τα χείλη σου.
Τρία λεπτά και τριάντα δευτερόλεπτα για το επόμενο τρένο
και στη δωρεάν εφημερίδα του μετρό διαβάζεις
πως «η απλοποίηση των απολύσεων θα δημιουργήσει περισσότερες θέσεις εργασίας»,
σύμφωνα μ’ έναν πολιτικό που αστειεύεται.
Τώρα μόνο τριάντα δευτερόλεπτα, τώρα το μετρό πλησιάζει,
όπως σε πλησιάζει το παρελθόν για να σου ψιθυρίσει
πως τα δάκρυα δεν έχουν μνήμη.
Καθώς ανεβαίνεις, βλέπεις τρεις μουσικούς που μιλάνε μια διάλεκτο που δεν καταλαβαίνεις.
Φαντάζεσαι λοιπόν πως, όπως εσύ, είναι ψάρια
και πως, ως τέτοια, αφήνουν τα λέπια τους σκορπισμένα στον αέρα
ενώ παίζουν τα ακορντεόν τους
(που στην πραγματικότητα είναι μεγάλα θαλάσσια κοχύλια).
Σύντομα ανακαλύπτεις ότι ένα κομμάτι σου
δεν ανέβηκε ποτέ στο τρένο
και πως αυτό που έμεινε μαζί σου συνεχίζει να είναι φοβισμένο
ανάμεσα στις σελίδες του βιβλίου που φλέγεται και κρατάς κάτω από το μπράτσο σου.

Φτάνεις στη δουλειά
ανάβεις τον υπολογιστή και ανοίγεις την ομπρέλα
γιατί σε ακολουθεί ένα σύννεφο σαν προμήνυμα
πως θα περάσεις χρόνια πληρώνοντας την καρδιά σου σε δόσεις.
Κοιτάς μέσα απ’ το παράθυρο,
δυο γλάροι μοιράζονται ένα κομμάτι πίτσα που έπεσε από ένα παιδί
(το οποίο είσαι εσύ σε μια χώρα που πια δεν υπάρχει).
Δευτερόλεπτα μετά, οι γλάροι πετούν
προς αντίθετες κατευθύνσεις.
Χαμογελάς,
γιατί ξέρεις καλά
πως κανένα πουλί δεν ζει κλεισμένο στη μοναξιά ενός άλλου πουλιού.

Έτσι είναι τα παράδοξα της Δευτέρας,
λες και είναι δύο που υπάρχουν μονάχα όταν απομακρύνονται.

 

Μετάφραση: Ευσταθία Παλιοτζήκα
Πρωτοδημοσιεύτηκε στο Frear.gr

 

Ο Nilton Santiago (Λίμα, 1979) είναι βραβευμένος Περουβιανός ποιητής, και ο συγγραφέας πολλών ευρέως αναγνωρισμένων ποιητικών συλλογών, ανάμεσα στις οποίες οι Οι μούσες πήγαν για ποτά (15ο βραβείο Casa de América, Visor 2015), Παγκόσμια Ιστορία του «Κ.λπ.» (βραβείο Vincente Huidobro, 2019, μτφρ. στα ιταλικά Alberto Pellegatta, Taut 2024), Μέλι για το στόμα του γαϊδάρου (21ο βραβείο Emilio Alarcos, 2023) και Το κάλεσμα του ναυαγού (βραβείο Juan Gil-Albert, πόλης της Βαλένθια, 2025). Ζει στη Βαρκελώνη.