Ο Κυρ-Αντώνης από την οδό Κιουταχείας. Ένα διήγημα του Τόμισλαβ Οσμανλή (Μτφ. Σωτήρης Μηνάς)
Ο Κυρ-Αντώνης από την οδό Κιουταχείας
Μια ιστορία για τη ζωή και τις αντιφατικές πολιτείες της
του Τόμισλαβ Οσμανλή
Μετάφραση από τη μακεδονική γλώσσα:
Σωτήρης Μηνάς
Πρόκειται για μια ιστορία από τη λεγόμενη αρχαιολογία της μνήμης, και κατά κάποιον τρόπο και από την αρχαιολογία της ηλεκτρονικής μνημόνευσης· από τη μια συλλογική, εξαιτίας της εμφάνισης εντελώς απροσδόκητων μνημονικών καταλοίπων από εικόνες και κείμενα στα κοινωνικά δίκτυα, αλλά και τέτοιων που σε αγγίζουν απολύτως προσωπικά, και που τα ανακαλύπτεις διάσπαρτα σε διαφορετικά, συχνά και στα πιο απρόσμενα σημεία του απέραντου ηλεκτρονικού δικτύου, μέσα στο οποίο ωστόσο περιορίζεσαι σε εκείνον τον οικείο, εσωτερικό χώρο, ανασυρμένο στις σκέψεις, στις εικόνες και στις αφηγήσεις — αναβλύζοντας από τις ίδιες σου τις αναμνήσεις… Άλλωστε, όπως και μέχρι τώρα — και σήμερα όλα ανάγονται στις διαφορετικές πηγές και μορφές όχι μόνο των δικών σου εμπειριών, αλλά και των ξένων ζωών και των αναμνήσεων που απέμειναν γι’ αυτές.
Η ιστορία αυτή ίσως και να μην άξιζε να καταγραφεί, αν δεν ενσωμάτωνε εκείνο το παράδοξο της αβέβαιης γενετικής κληρονομικότητας, σύμφωνα με το οποίο τίποτε στις σχέσεις ανάμεσα στις γενιές δεν είναι βέβαιο· ότι δηλαδή όλα ανάγονται σε μια απροσδιόριστη διαμόρφωση της προσωπικότητας, αλλά και της ίδιας της πορείας της ζωής, που συνδιαμορφώνονται τόσο από το ίδιο το πρόσωπο όσο και από τη μεταγενέστερη μοίρα του, και μαζί μ’ αυτήν και η μοίρα των οικείων του… Και ότι εδώ, παρά όλες τις προσπάθειες, τα θερμά αισθήματα, τις ποικίλες συγκινήσεις και τις στοργικές επενδύσεις των προγόνων στους απογόνους — τίποτε δεν επιδρά πάνω τους με βεβαιότητα… ούτε η διαπαιδαγώγηση, ούτε η προσοχή, ούτε οι γονικές αυτοθυσίες, ούτε οι αναζωπυρωμένες ελπίδες, ούτε οι κάθε λογής προσδοκίες, ούτε η διάρκεια του χρόνου, ούτε η ποσότητα της δοσμένης αγάπης, των οικογενειακών επιρροών, της φροντίδας και της μέριμνας, παρά μόνο… παρά μόνο, θαρρώ — η ιδιότροπη ροή των γεγονότων της ζωής. Σε ένα μικρό μέρος αναγκαία, στο μεγαλύτερο τυχαία· όπως άλλωστε είναι και τα παράδοξα των προσωπικών συμπεριφορών, αλλά και τα δράματα ή οι τραγικότητες των κάθε λογής συγκρούσεων της ζωής…
Και να λοιπόν που έτσι, εντελώς απρόσμενα, με συγκίνηση και σχεδόν συγκλονιστικά, αυτό το καλοκαίρι εμφανίστηκε μπροστά μου, στην οθόνη του υπολογιστή, μια άγνωστη ασπρόμαυρη φωτογραφία με μερικές γυναικείες μορφές και μία ανδρική, κάτω από την οποία, σε μια ηλεκτρονική λεζάντα στα ελληνικά, έγραφε απλώς — «Κυρ-Αντώνης».
Και άλλοτε βίωνα το καλοκαίρι σαν ευλογία, αλλά και σαν μια νοσταλγική αιχμαλωσία από τις αναμνήσεις.
Α, να ήξερες μόνο πόσο με συγκίνησε αυτή η φωτογραφία και τι αναμνήσεις ξύπνησε· από τα χρόνια της παιδικής μου ηλικίας και της πρώιμης νεότητάς μου, χαμένα κάπου μέσα στις δεκαετίες του εξήντα και του εβδομήντα… του περασμένου αιώνα! Μέσα από τις μνήμες του γαλήνιου, σοβαρού, έντιμου κυρ-Αντώνη. Ενός από εκείνους τους απλούς, μικρούς ανθρώπους που συνθέτουν τις πιο θερμές αναμνήσεις όχι μόνο του κομματιού των Σκοπίων, αλλά στην περίπτωση μου και του εδεσσαϊκού κομματιού της, κατά τα άλλα, διασυνοριακής παιδικής μου ηλικίας.
Ο κύριος Αντώνης Ιωσηφίδης, απόγονος προσφυγικής οικογένειας που είχε έρθει από μια άλλη ήπειρο, κάπου από τη Μικρά Ασία, αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές μορφές εκείνου του κομματιού του παρελθόντος μου· τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγός του Ελένη, καθώς και τα δύο παιδιά τους, ο μεγαλύτερος γιος και η μικρότερη κόρη, συνομήλική μου, ίσως και λίγο μεγαλύτερη. Ζούσαν στην Έδεσσα (Βοδενά), στο άκρο της μικρής οδού Κιουταχείας — στο τελευταίο από τα τρία σπίτια όπου είχε ζήσει η γιαγιά μου, αφού τα δύο προηγούμενα είχαν καεί — σ’ εκείνο το τμήμα των δύο προσφυγικών συνοικισμών της δεκαετίας του 1920 που ακόμη και σήμερα, σχεδόν έναν αιώνα αργότερα, φέρει το όνομα «Πρώτος συνοικισμός». Όπως και οι γύρω δρόμοι, έτσι και το στενό σοκάκι της Κιουταχείας ήταν γεμάτο από δύο σειρές μικρών προσφυγικών σπιτιών με μικρές αυλές — περισσότερο μικρά νοικοκυριά — χτισμένα βιαστικά για να στεγάσουν τα αμέτρητα ποτάμια προσφύγων από τη Μικρά Ασία, που προσπαθούσαν να σωθούν από τα αντίποινα του μάταιου, τετραετούς ελληνοτουρκικού πολέμου. Όπως και οι υπόλοιποι γείτονες, έτσι και η οικογένεια του κυρ-Αντώνη ζούσε στο προσφυγικό σπιτάκι που είχε δοθεί είτε στον ίδιο είτε στην οικογένειά του, και κυρίως στην πεθερά του, την κυρά-Διαμάντω, χήρα και μόνη. Αυτή η ηλικιωμένη γυναίκα, ακόμη και τότε, μου φαινόταν σαν να ήταν πάντοτε χήρα, όπως και η δική μου γιαγιά· και οι δύο χηρεμένες από νωρίς, με τα μαλλιά ασπρισμένα πριν την ώρα τους και μαζεμένα σε κότσο στον αυχένα, στερεωμένο με μεταλλικές φουρκέτες που βρίσκαμε παντού μέσα στο σπίτι. Και οι δύο βυθισμένες στο αδιάκοπο μαύρο πένθος που έπεφτε ταιριαστά πάνω στα λεπτά, ίσια σώματά τους, τόσο στα καθημερινά τους ρούχα όσο και στα προσεκτικά φυλαγμένα γιορτινά φορέματά τους. Παρά την προχωρημένη ηλικία τους — τότε ακόμη και οι γυναίκες λίγο πάνω από τα πενήντα μού φαίνονταν γριές — δεν λυπόντουσαν τον εαυτό τους στις ατελείωτες οικιακές εργασίες· ιδίως η γιαγιά μου, η οποία — αν εξαιρέσει κανείς τις επισκέψεις των τριών παιδιών της και κυρίως τις δικές μου πολύμηνες παραμονές κοντά της ήδη από πολύ μικρή ηλικία — ζούσε ολομόναχη, σε ένα παρόμοιο μικρό σπίτι που της είχε παραχωρηθεί ως χήρα και μόνη μητέρα, αλλά και ως διπλή πληγείσα από δύο μεγάλες πυρκαγιές στην ιστορία της Έδεσσας· η μία σε καιρό ειρήνης και η άλλη στα χρόνια της γερμανικής κατοχής… Σε εκείνα τα μικρά σπίτια των δύο προσφυγικών συνοικισμών, μέσα στις πιο σκληρές δοκιμασίες των μακρών περιόδων πολέμου και των σύντομων διαστημάτων ειρήνης και στοιχειώδους ηρεμίας, ζούσαν αναπόφευκτα όλες οι οικογένειες της κοινωνία της Έδεσσας — παλαιοί κάτοικοι, «ντόπιοι» και προσφυγικοί «ματζίρηδες», όπως αποκαλούσε, όχι χωρίς αντιπαλότητα, ο γηγενής πληθυσμός τους μαζικά νεοφερμένους κατοίκους.
Το σπίτι της κυρά-Διαμάντως, της κόρης της κυρά-Ελένης και του ήσυχου συζύγου της κυρ-Αντώνη, βρισκόταν ακριβώς απέναντι από το σπίτι της γιαγιάς μου και αυτό είναι τουλάχιστον βέβαιο — σε αντίθεση με το δικό μας σπίτι που έφερε τον αριθμό «62» — εκείνο είχε έναν μονό, οπωσδήποτε όμως διψήφιο αριθμό. Άλλωστε, ολόκληρη η μικρή οδός Κιουταχείας ποτέ δεν κατάφερε να φτάσει σε τριψήφιους αριθμούς. Εκεί, στην μπροστινή αυλή του μικρού του σπιτιού, ο κυρ-Αντώνης είχε διαμορφώσει έναν μικρό χώρο όπου κλεινόταν για ώρες και — με τα γυαλιά του ελαφρά στραβωμένα πάνω στη μακριά, σαρκώδη μύτη του — ασχολούνταν μέρα νύχτα με το ιδιαίτερο επάγγελμά του: τη βιβλιοδεσία παλαιών υπηρεσιακών ντοκουμέντων, νέων επαγγελματικών εγγράφων και βιβλίων κάθε είδους.
Κάθε φορά που θα πηγαίναμε για διακοπές στο σπίτι της οδού Κιουταχείας, ο πατέρας μου θα συνέχιζε επιτακτικά τη συναναστροφή του με εκείνον τον ευγενικό, πράο άνθρωπο. Ήταν διαφορετικοί ως χαρακτήρες, ακόμη και ως προς τις πεποιθήσεις τους, αλλά στον κυρ-Αντώνη έβρισκε έναν ειλικρινή, υψηλού ηθικού επιπέδου συνομιλητή, έναν άνθρωπο των βιβλίων — όχι μόνο λόγω του επαγγέλματός του, το οποίο τον κρατούσε δέσμιο στο μικροαστικό περιβάλλον και εκτεθειμένο στις κοινωνικές προκαταλήψεις του, εν μέρει συντηρητικές, βυθισμένες στα δόγματα του παρελθόντος, και εν μέρει στις μικροαστικές αξίες που χαρακτηρίζουν κάθε μικρό τόπο, στη συγκεκριμένη περίπτωση μιας κωμοπόλεως βυθισμένης στη σιωπή εκείνων των εύθραυστων, πρόσφατων μεταπολεμικών χρόνων· ενός τόπου βυθισμένου στη σιγή που επέβαλε η δραματικά διχασμένη πολιτική κοινωνία· στην αναγκαστική ήττα μιας ιδεολογίας και στις επιθυμίες για ένα διαφορετικό κρατικό καθεστώς, στη μεταπολεμική φτώχεια, στην εμμονή στις παραδόσεις, στην επιβεβλημένη και αδιαπραγμάτευτη πίστη στη θρησκεία και το έθνος, με κάποιες ελάχιστα διακριτές νεοτερικές ιδέες — όλα αυτά σαν δευτερεύουσες, σχεδόν αδύνατες έξοδοι από τους λαβυρίνθους εκείνου του σκοτεινού κόσμου… από τον οποίο και ο ίδιος, και η σύζυγός του, ως συμμετέχοντες σε προοδευτικά κινήματα, ιδέες αλλά και αυταπάτες, προστατεύονταν με την απομόνωσή τους στην οικογενειακή τους εστία. Εκείνοι, έχω την εντύπωση, ότι σχεδόν δεν είχαν καν οικογενειακούς φίλους.
Ο ήσυχος γείτονας από απέναντι, πάλι, στον πατέρα μου έβρισκε έναν άνθρωπο εμπιστοσύνης — έναν άνθρωπο που ερχόταν από έναν άλλο κόσμο, διαμορφωμένο σύμφωνα με τα ανεκπλήρωτα ιδανικά του, μέσα στον κλειστό κόσμο της μικρής επαρχιακής κοινωνίας και των βιωμάτων της. Συντροφιά με τη συντροφιά, ιστορία με την ιστορία, επί χρόνια, στην αρχή προσεκτικά, έπειτα όλο και πιο ανοιχτά αλλά και όλο και πιο χαμηλόφωνα, μπορούσε να του εξομολογείται τα βάσανα της ζωής του — τα δικά του και της συζύγου του. Πάλευε να επιστρέψει τις ιστορίες πίσω στον χρόνο, αναζητώντας τα λάθη που είχαν οδηγήσει στις ήττες, σαν να ήθελε να διορθώσει μια πορεία που η μοίρα είχε ήδη οριστικά κλείσει.
Θυμάμαι εκείνη την εποχή, όταν τα δειλινά της μακριάς, προσκτισμένης βεράντας του ήδη διευρυμένου σπιτιού σκόρπιζαν μυρωδιά βασιλικού και μια ευχάριστη γειτονική θαλπωρή. Η γιαγιά μου είχε στολίσει τη μακριά βεράντα με μερικές γλάστρες φουντωτό βασιλικό, τοποθετημένες σε στεφάνια στα κάγκελα και κρεμασμένες πάνω από τη μικρή αυλή, με πολύχρωμα άνθη ντάλιας και μερικά στελέχη γεμάτα με μπουμπούκια και νεαρά άνθη από τα μόλις ανθισμένα, μαγιάτικα τριαντάφυλλα. Εκείνα τα ροδοκόκκινα άνθη διατηρούσαν και σκόρπιζαν το άρωμά τους σχεδόν ολόκληρο το καλοκαίρι. Τα κλαδιά τους μπλέκονταν ανάμεσα στα σφυρήλατα σιδερένια στολίδια της εξωτερικής περίφραξης, απ’ όπου απλώνονταν και στη συνέχεια σκέπαζαν τη μικρή μεταλλική αψίδα πάνω από την είσοδο της μικρής αυλής. Αυτά είναι τα χρώματα και οι μυρωδιές μέσα στις οποίες περνούσα το ελληνικό κομμάτι της παιδικής μου ηλικίας, της νεότητας και, εν μέρει, της πρώιμης ενήλικης ζωής μου — οι νοσταλγίες και οι ευλογίες των πιο ζεστών αναμνήσεών μου…
Νωρίς τα δειλινά, στη βεράντα μας, ο πατέρας μου και ο κυρ-Αντώνης έπιναν παγωμένο ούζο σε ψηλά ποτήρια, τσιμπολογούσαν από τους μεζέδες που έφερνε η μητέρα μου και που συμπλήρωνε με τα δικά της κεράσματα η ζωηρή κυρά-Ελένη, η οποία για λίγο καθόταν μαζί τους σε εκείνες τις γειτονικές συντροφιές. Και ενώ το ούζο άσπριζε αργά – αργά από τα παγάκια μέσα στα ψηλά γυάλινα ποτήρια, οι δύο φίλοι — τόσο διαφορετικοί σε όλα, πολύ νεότεροι τότε απ’ όσο είμαι εγώ σήμερα, άνθρωποι από δύο διαφορετικές χώρες, με διαφορετικές εμπειρίες, πεποιθήσεις αλλά και χαρακτήρες — έτρωγαν, έπιναν από το δροσερό ποτό και, ποιος θα το πίστευε, επί χρόνια συνδέονταν με μια άψογη φιλία. Στην αρχή μέσα από γέλια. Έπειτα, λέξη τη λέξη, άρχιζαν να ξετυλίγονται οι βαθιά κρυμμένες ιστορίες του κυρ-Αντώνη — ενός αριστερού, πρώην μαχητή σε τουλάχιστον έναν από τους τρεις μεγάλους, σχεδόν αδιάσπαστα συνεχόμενους, εννεαετείς ελληνικούς πολέμους. Οι καιροί δεν ήταν εύκολοι ούτε τότε· γι’ αυτό και στη βεράντα μας μιλούσαν χαμηλόφωνα για το παρελθόν, ζυγίζοντας προσεκτικά τις λέξεις. Και όσα έμεναν ανείπωτα, συνοδευμένα από υπαινικτικές εκφράσεις και διακριτικές χειρονομίες, συμπλήρωναν τα λεγόμενα — για κάθε ενδεχόμενο, γιατί και η οδός Κιουταχείας μπορούσε να έχει ανεπιθύμητα αυτιά. Ποτέ, στην πραγματικότητα, δεν μάθαμε πώς συνεχιζόταν οι συζητήσεις τους· γιατί πρώτα η κυρά-Ελένη, σχεδόν αμέσως μόλις καθόταν για λίγο σε εκείνη τη μικρή συντροφιά των δύο γειτονικών οικογενειών, γρήγορα θα σηκωνόταν, συνεχώς ανήσυχη, επικαλούμενη τις ατελείωτες δουλειές του σπιτιού· έπειτα θα αποσυρόταν η μητέρα μου και, στο τέλος, εγώ — αρχικά αναζητώντας διασκέδαση στα χαρούμενα παιχνίδια με τα παιδιά μέσα στο ζεστό λυκόφως της ολοζώντανης γειτονιάς, κι αργότερα, με συνομηλίκους, στα νεανικά δειλινά και τις νύχτες που άρχιζαν με τη βραδινή καθιερωμένη βόλτα στη μικρή πόλη…
Ως παιδί, περνούσα συχνά τον χρόνο μου στο εργαστήριο του κυρ-Αντώνη. Καθόμουν σε ένα μικρό ξύλινο σκαμνί, ενώ εκείνος ο θαυμαστός και σιωπηλός άνθρωπος, με τα χείλη σφιγμένα, το κεφάλι ελαφρά σηκωμένο και το βλέμμα πίσω από τα χοντρά γυαλιά του ελαφρώς στραβωμένου σκελετού του, έραβε προσεκτικά τα ξένα βιβλία και έγγραφα. Στο εργαστήριό του κύρ-Αντώνη μύριζε ζεστή ψαρόκολλα και, κατά διαστήματα, η αναθυμίαση από τις σφραγίδες με τα ανάποδα μεταλλικά γράμματα σε διάφορα μεγέθη, που τα έβγαζε από τις ειδικές θήκες στοιχειοθεσίας και, αφού τα ζέσταινε καλά, τα πίεζε πάνω στα λεπτά φύλλα χρυσού, αποτυπώνοντας το εικοσιτεσσάρων καρατίων χρυσάφι στα σκληρά εξώφυλλα και στις ράχες των μόλις δεμένων υπηρεσιακών εγγράφων, είτε επρόκειτο για σχολαστικά ραμμένα και κολλημένα αρχεία, είτε για κάθε λογής βιβλία που πριν ήταν εντελώς κουρελιασμένα…
«Βλέπεις, αυτό είναι καθαρό χρυσάφι…», μου έλεγε δείχνοντάς μου τα λεπτά, τρεμουλιαστά φύλλα που έπιανε με την τσιμπίδα και τοποθετούσε προσεκτικά στην κατάλληλη θέση πάνω στα καινούργια εξώφυλλα των επιμελώς δεμένων εγγράφων. «…Αλλά να ξέρεις, το αληθινό χρυσάφι βρίσκεται μέσα, στα βιβλία, σ’ αυτά που γράφουν, στη γνώση που περιέχουν· την οποία όμως δεν είναι και υποχρεωμένα να σου τη δώσουν… Αυτό λέω και στον γιο μου. Πρέπει να διαβάζεις προσεκτικά, πολύ προσεκτικά», πρόσθετε μόλις διέκρινε την απορία στο παιδικό μου βλέμμα· και ξαναβυθιζόταν στη λεπτή, σχολαστική δουλειά του.
Είχε αποκτήσει τη φήμη σχολαστικού βιβλιοδέτη και τα χέρια του δημιουργούσαν μια υποδειγματική τάξη στα τακτοποιημένα, κομμένα με ακρίβεια κι έπειτα δεμένα σε εξώφυλλο φύλλα. Αυτοκίνητο δεν είχε, όπως και οι περισσότεροι συμπολίτες του της ίδιας κοινωνικής τάξης. Και ενώ στη δική μας χώρα ακόμη και οι εργάτες πήγαιναν τις οικογενειακές καλοκαιρινές τους διακοπές στην Οχρίδα, στην Αδριατική ή στο θεσσαλικό Αιγαίο με τα ιταλικά τους αυτοκίνητα και αργότερα με τα εγχώρια «Φιατάκια» και «1300άρια», την ίδια εποχή στην Ελλάδα τα αυτοκίνητα επιβαρύνονταν με έναν υψηλό πρόσθετο φόρο, γνωστό στον λαό ως «φόρος της Φρειδερίκης», από το όνομα της βασίλισσας των χρόνων του πολέμου και της μεταπολεμικής περιόδου. Με λίγα λόγια, το αυτοκίνητο ήταν μια πολυτέλεια που μόνο οι πιο εύποροι μπορούσαν να αποκτήσουν. Ο κυρ-Αντώνης στην αρχή διεκπεραίωνε τις δουλειές του στην πόλη με ένα παλιό ποδήλατο. Αργότερα όμως, όταν η δουλειά, οι ανάγκες και τα εισοδήματά του αυξήθηκαν, κατάφερε να αγοράσει ένα γκρίζο, μικρό ιαπωνικό φορτηγό τρίκυκλο με μικρούς τροχούς. Ήταν, νομίζω, ένα μεταχειρισμένο Daihatsu Midget, τα καινούργια μοντέλα του οποίου διαφημίζονταν συχνά στα πλούσια διαφημιστικά προγράμματα του ελληνικού εθνικού ραδιοφώνου, που, σε αντίθεση με τις δικές μας λιτές, αποκλειστικά φωνητικές διαφημίσεις, τότε μας εντυπωσίαζαν με την πολυφωνική τους ευρηματικότητα. Το τρίκυκλο του κυρ-Αντώνη είχε τιμόνι μοτοσικλέτας, τοποθετημένο μέσα σε μια μικρή καμπίνα ανοιχτή και από τις δύο πλευρές, και έναν μικρό, ακάλυπτο χώρο φόρτωσης στο πίσω μέρος, με τον οποίο μετέφερε βιβλία κι έγγραφα από τις ήδη αρκετά αυξημένες παραγγελίες βιβλιοδεσίας. Με αυτήν την κοπιαστική δουλειά ο κυρ-Αντώνης συντηρούσε την πενταμελή οικογένειά του: τον μεγαλύτερο γιο, την κόρη, την πεθερά του που είχε από καιρό βυθιστεί στη σιωπή, και τη σύζυγό του, τη ζωηρή και ανήσυχη κυρά-Ελένη, αδιάκοπα αφοσιωμένη στις ατελείωτες δουλειές του σπιτιού.
Αυτή η εργατική γυναίκα σηκωνόταν από τα χαράματα. Ακόμη και σήμερα ακούω τους δυνατούς, ασυναίσθητους αναστεναγμούς της, που έφταναν από τα ανοιχτά μας παράθυρα μαζί με τον ήχο της δυνατής ροής του νερού, που το άφηνε να τρέχει στο τέρμα, σαν να είχε ανάγκη να ξεπλύνει καλά καθετί που υπήρχε στα χέρια της. Στον πέτρινο νεροχύτη της επιτοίχιας βρύσης της αυλής, χτισμένης δίπλα ακριβώς στον φράχτη του δρόμου, από τα ξημερώματα έπλενε πιάτα, ρούχα, οικιακά σκεύη ή εργαλεία από το εργαστήριο του άντρα της… Ήταν μια έντιμη, σιωπηλή και νευρωτικά εργατική, πολυβασανισμένη γυναίκα, θα έλεγα μάλιστα ακόμη πιο βασανισμένη κι από τον σύζυγό της. Είναι και αυτή σε αυτήν τη φωτογραφία του Ιανουαρίου του 1943, παρότι κατά τη διάρκεια της ναζιστικής Κατοχής —όπως έμαθα από τη γιαγιά και τη μητέρα μου— συνελήφθη και στάλθηκε σε καταναγκαστική εργασία σε στρατόπεδο εργασίας στη Γερμανία, όπου, με εντελώς αβέβαιη μοίρα, δούλευε εξαντλητικά στα εκεί εργοστάσια της ναζιστικής πολεμικής βιομηχανίας. Αργότερα κατάφερε να επιστρέψει από εκεί, κουβαλώντας τραύματα και στίγματα που ποτέ δεν εξέφραζε ανοιχτά, παρά ίσως μόνο μέσα από εκείνους τους βαριούς, αθέλητους αναστεναγμούς της και μέσα από τη νευρωτική εργατικότητά της· αργότερα, μαζί με τους υπόλοιπους πρώην κρατουμένους, δίνοντας — ατέλειωτες και νομίζω μάταιες— δικαστικές μάχες για κάποια, έστω στοιχειώδη, οικονομική αποζημίωση για το εξαντλητικό καθεστώς δουλείας που τους είχαν επιβάλει. Επιστρέφοντας ξανά στο σπίτι από εκείνο το προσωπικό της ταξίδι μέσα στον πόνο και την αβεβαιότητα, συνέχισε να ξαναχτίζει τη νεαρή, βίαια διακοπείσα, συζυγική και οικογενειακή της ζωή.
Κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας της, η μητέρα της, η κυρά-Διαμάντω, στο προσφυγικό σπιτάκι της οδού Κιουταχείας, μοιραζόταν με τον γαμπρό της τη σιωπή και τους φόβους. Η ηλικιωμένη γυναίκα, άλλωστε, παρόμοια με τους δικούς μας «Αιγαιάτες» στα Σκόπια και σε όλη τη χώρα, μιλούσε ακόμη τη διάλεκτο που είχε φέρει μαζί της από την προ πολλού εγκαταλελειμμένη, βαθιά ριζωμένη προσφυγική γενέτειρά της. Σε αυτή τη διάλεκτο την αποκαλούσαν «αμιά», κάτι σαν «θεία» ή «γιαγιά». Ο κύριος Αντώνης διηγούνταν στον πατέρα μου πώς εκείνη η γερόντισσα, την εποχή της πολύ μεγάλης πείνας, όταν δινόταν με το δελτίο ένα μικροσκοπικό κομμάτι ψωμί ανά άτομο και όταν μετά βίας βρισκόταν λίγο λάδι για τροφή, εξοικονομούσε ένα δάχτυλο λαδάκι, για να μην σβήσει το σπιτικό καντήλι μπροστά στο οποίο προσευχόταν για τη ζωή και την υγεία, πάνω απ’ όλα, της κόρης της. «Ποιος ξέρει», έλεγε ο πεπεισμένος αριστερός, με ένα συγκρατημένο χαμόγελο στο πρόσωπο, «ίσως ακριβώς αυτές οι θυσίες της κυρά-Διαμάντως μας έφεραν την Ελένη πίσω στο σπίτι». Έτσι, ενωμένοι ξανά, ανασύνθεσαν και βιβλιοδέτησαν τη διαλυμένη ζωή τους που τα καπρίτσια του χρόνου είχαν κομματιάσει σαν βιβλίο στο ανεμοδούριο, ευτυχισμένοι ωστόσο που σε εκείνο το νέο οικογενειακό βιβλίο συγκέντρωσαν όλα τα σημαντικά φύλλα και συνέχισαν, όλοι μαζί τη ζωή τους. Απέκτησαν δύο παιδιά, στα οποία έδωσαν ονόματα στη μνήμη των γονιών του κυρ-Αντώνη, χαμένων στα αδιέξοδα των προσφυγικών κρίσεων και μέσα στις καταιγίδες κάποιων ανέκαθεν αβέβαιων καιρών: τον μεγαλύτερο, τον οποίο όλοι φωνάζαμε Μάκη και για τον οποίο έμαθα μόλις από το διαδίκτυο ότι ονομαζόταν Ιωακείμ· και την Ελενίτσα, την οποία, για να την ξεχωρίζουν από τη μητέρα της, την ονόμαζαν έτσι, υποκοριστικά.
Ο Μάκης ήταν ένα λαμπρό αγόρι, άριστος μαθητής και πάνω απ’ όλα ένας εξαίρετος μαθηματικός. Είχε το παράστημα ενός πρόωρα ώριμου ανθρώπου και μιλούσε αργά, συνετά, με βαθιά φωνή, προφέροντας με έναν ελαφρύ συρισμό τα σύμφωνα μέσα από το πυκνό μουστάκι του που έπεφτε πάνω από το στόμα , ακολουθώντας την πρωτοποριακή μόδα της δεκαετίας του ’60. Εκφραζόταν συγκροτημένα, με μια σχεδόν θεατρική επιτήδευση φιλοσόφου. Η σιωπή που επικρατούσε στο σπίτι τον ώθησε στο διάβασμα, αλλά και τον έκλεισε στον κύκλο των βιβλίων και στους μοναχικούς χώρους της γνώσης. Ήταν πολύ δεμένος με τον πατέρα του, από τον οποίο δεχόταν τα πρώτα μαθήματα για τη ζωή και ένιωθε την υπερηφάνεια του κυρ-Αντώνη. Εκείνος, ανήσυχος φυσικά και για την κόρη του, η οποία θυμάμαι ότι άκουγε ασταμάτητα δραματοποιημένες ερωτικές ραδιοφωνικές ιστορίες στη διαπασών· όμως, στις επιτυχίες του αρσενικού του διαδόχου έβλεπε το τελικά εκπληρωμένο νόημα τόσο της δικής του όσο και της κοινής οικογενειακής τους πορείας. Πάντα σοβαρός, ευγενικός και σωστά αναθρεμμένος, αν και αρκετά εσωστρεφής, με τη μελαγχολία που από την οικογένεια και γενικά από το σπίτι περνούσε αναπόφευκτα και σε εκείνον, ο Μάκης είχε έναν στενό φίλο. Από παιδί έκανε παρέα με τον Χρήστο, τον πρώτο του γείτονα και λίγο μικρότερό του συνομήλικο, με τον οποίο ο κοινός φράχτης περισσότερο ένωνε παρά χώριζε τα σπίτια τους, όπως άλλωστε ένωνε και τους ίδιους — ξεκινώντας από την παιδική ηλικία, τα σχολικά χρόνια και ένα μεγάλο μέρος των νεανικών τους ημερών που περνούσαν μαζί στην οδό Κιουταχείας. Ο Χρήστος ήταν ένα σεμνό αγόρι, επίσης αφοσιωμένο στα βιβλία, στο πρόσωπο του οποίου και στα γκρίζα, ήρεμα μάτια του, σχεδόν ποτέ δεν έσβηνε ένα διακριτικό χαμόγελο.
Ήταν μοναχοπαίδι του κυρ-Θωμά και της κυρά-Σοφίας, δύο εξαιρετικά ταπεινών ανθρώπων, εργατών στα μεγάλα κλωστοϋφαντουργεία της Έδεσσας, τα οποία ακόμη και σήμερα στέκουν σαν βουβοί μάρτυρες μιας εποχής αφθονίας· βιομηχανίες κάποτε παραγωγικές και ξακουστές σε όλη την Ελλάδα, που αργότερα έκλεισαν η μία μετά την άλλη, αφήνοντας εκατοντάδες εργάτες και οικογένειες εκτεθειμένους στο έλεος της ανεργίας και στο κύμα της φτώχειας που, ουσιαστικά, κατέκλυσε και την ίδια την άλλοτε ευημερούσα βιομηχανική μικρή πόλη. Και ενώ ο σύζυγός της δεν εργαζόταν πλέον, η κυρά-Σοφία δούλευε, όπου μπορούσε, σε διάφορες δουλειές, εξασφαλίζοντας έτσι εισόδημα για την τριμελή οικογένεια. Όταν μεγάλωσε λίγο ο γιος τους, άρχισε να συνεισφέρει κι αυτός ολοένα και πιο ουσιαστικά στον οικογενειακό προϋπολογισμό. Ήταν γείτονες καλοπροαίρετοι, ευγενικοί, ταπεινοί· άνθρωποι με ταλαιπωρημένα πρόσωπα, αλλά με εκείνη τη γαλήνια, ανεπιτήδευτη εσωτερική φωτεινότητα που ο γιος τους κληρονόμησε κυρίως από τη μητέρα του και την ακτινοβολούσε αδιάκοπα. Η οικογένεια ήταν πολύ φτωχή. Στην αυλή τους, που για μεγάλο χρονικό διάστημα παρέμενε με πατημένο χώμα, το οποίο λάσπωνε στις βροχές, υπήρχαν μονάχα λίγα σκεύη του νοικοκυριού και κάποιες διάσπαρτες γλάστρες με λουλούδια. Χρειάστηκαν χρόνια για να καταφέρουν αυτοί οι άνθρωποι, αναμφίβολα οι πιο φτωχοί της οδού Κιουταχείας, να την τσιμεντώσουν. Δίπλα στην απλή βρύση —στο γυμνό σωλήνα της οποίας στηριζόταν αναποδογυρισμένη μια λαμαρινένια σκάφη για το πλύσιμο των ρούχων— και από την οποία τα νερά έτρεχαν μέσα από ένα ρηχό βαθούλωμα της αυλής, χύνονταν στα μικρά κανάλια (τα έλεγαν αυλάκια), που αρχικά ήταν σκαμμένα στο χωμάτινο έδαφος στις δύο άκρες του στενού δρόμου και αργότερα, όταν ο δρόμος ασφαλτοστρώθηκε, τσιμεντώθηκαν στα πλάγια της μικρής οδού. Έτσι, μέσα από τα τσιμεντωμένα αυλάκια της Κιουταχείας κυλούσαν τα νερά από τις βρύσες των αυλών που λειτουργούσαν αδιάκοπα, κι εμείς τα παιδιά αφήναμε μέσα τους να επιπλέουν χάρτινα καραβάκια που είχαμε μάθει να φτιάχνουμε από διπλωμένο χαρτί. Από αυτά τα αυλάκια ο δρόμος άρχισε όλο και πιο συχνά να μυρίζει το καινούργιο, αφρώδες αμερικανικό απορρυπαντικό «Tide», τα μεγάλα τετράγωνα κουτιά του οποίου άρχισαν να γεμίζουν τα παλιά μπακάλικα της πόλης, εξουδετερώνοντας τη συνηθισμένη πλούσια μυρωδιά των τροφίμων και των μπαχαρικών, τα οποία εκείνη την εποχή μετριούνταν ακόμη με οκάδες και δράμια και συνήθως πωλούνταν βερεσέ στη γειτονιά, καταγραμμένα προσεκτικά στα μικρά τεφτέρια των πελατών αλλά και στο μεγάλο τεφτέρι του μπακάλη, τηρούμενο «κατά πελάτη», ώστε να πληρωθούν κάπου στο τέλος του μήνα. Μέσα σε εκείνο το ταπεινό περιβάλλον, όλα αυτά βιώνονταν ως σημάδι μιας νέας, πιο σύγχρονης εποχής, κατά την οποία, γύρω από τις βρύσες της αυλής, οι νοικοκυρές της γειτονιάς, με τα μανίκια σηκωμένα, συνέχιζαν να πλένουν στο χέρι τα ρούχα τους μέσα στα αφρισμένα νερά των ίδιων εκείνων λαμαρινένιων σκαφών και κατόπιν να τα απλώνουν στις αυλές, σκορπίζοντας το «αμερικάνικο», πλούσιο άρωμα της μπουγάδας τους.
Η φτώχεια δεν κατάφερε ποτέ να τους λυγίσει, κανέναν από τους τρεις ξεχωριστά ούτε και όλους μαζί· υπήρχε μια παράξενη γαλήνη στο πρόσωπο κάθε μέλους της οικογένειας του Χρήστου… Και εκείνη η ήρεμη, γλυκιά φωτεινότητα που απέπνεε η σεμνή, σχεδόν θεομητορική μορφή της κυρά-Σοφίας, καθώς και η ταπεινή έκφραση στο μικροσκοπικό, σχεδόν ασκητικό παράστημα του κυρ-Θωμά. Ο μοναχογιός τους διέπρεπε τόσο ως μαθητής του γυμνασίου όσο και αργότερα ως φοιτητής μαθηματικών, περνώντας χωρίς δυσκολία τις απαιτητικές εισαγωγικές εξετάσεις της Φυσικομαθηματικής Σχολής. Μετά την αποφοίτησή του, ο Χρήστος εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη, δημιούργησε οικογένεια, άρχισε να χτίζει μια επιτυχημένη επαγγελματική καριέρα και ερχόταν τακτικά, μαζί με την οικογένειά του, για να επισκεφτεί τους γονείς του. Για εκείνους τους ταπεινούς ανθρώπους, ο μοναχογιός τους ήταν και παρηγοριά και ευλογία. Αργότερα, όταν τα γηρατειά και οι αδυναμίες τους τούς κατέβαλαν, τους πήρε να ζήσουν μαζί του στη Θεσσαλονίκη. Φρόντισε τους γονείς του μέχρι το τέλος και δημιούργησε μια ολοκληρωμένη οικογενειακή ζωή, η οποία, είμαι βέβαιος, συνεχίζεται ακόμη αδιατάρακτη τόσο για τον ίδιο όσο και για τις επόμενες γενιές του. Στην περίπτωση του Χρήστου, βλεπεις, δεν εμφανίστηκε ποτέ εκείνη η δυσάρεστη ιδιοτροπία της ζωής, τα παράδοξα των προσωπικών συμπεριφορών και οι άλυτες συγκρούσεις, οι ανατροπές του προσωπικού και κοινωνικού βίου, που, αν και με έναν τρόπο ακόμα πιο ταπεινό, μοιραζόταν εξίσου με τον γείτονά του, τον Μάκη Ιωσηφίδη.
Μετά την αποφοίτησή του, και ο Μάκης εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου, για να μην επιβαρύνει τον πενιχρό οικογενειακό προϋπολογισμό του κυρ-Αντώνη, συντηρούσε τον εαυτό του παραδίδοντας ιδιαίτερα μαθήματα μαθηματικών, αναπτύσσοντας με επιτυχία μια παιδαγωγική σταδιοδρομία και, σε εκείνη την αισιόδοξη ανηφόρα της ζωής του, ακόμη άπειρος στην πραγματικότητα της ζωής και του έρωτα, παντρεύτηκε μια κοπέλα από την Κρήτη και απέκτησαν μαζί μια κορούλα. Η επιλογή αυτή αποδείχθηκε απόλυτα σωστή, καθώς η νεαρή σύζυγός του γοήτευε με την αξιοπρέπεια, τη σεμνότητά της και, γενικότερα, με μια γαλήνια ομορφιά. Ο Ιωακείμ Ιωσηφίδης έγινε καθηγητής, έγραψε και εξέδωσε επιστημονικές μελέτες και αρκετά εγχειρίδια μαθηματικών, και έπειτα, αναπάντεχα για όλους μας, αλλά κυρίως για τους γονείς του, μάθαμε ότι χώρισε από τη γυναίκα του, η οποία, αφού κατέβαλε κάθε προσπάθεια να σώσει τον απρόσμενα κλονισμένο γάμο τους, επέστρεψε τελικά μαζί με την κόρη τους στο πατρικό της στην Κρήτη. Οι δυο τους επισκέπτονταν τον κυρ-Αντώνη και την κυρά-Ελένη κατά τις καλοκαιρινές διακοπές, για χρόνια ακόμη μετά το διαζύγιο του γιου τους. Ο πατέρας διέκοψε κάθε επαφή με τον γιο του, ο οποίος είχε παραδοθεί στις απολαύσεις της ζωής κι έπειτα προχώρησε σε έναν δεύτερο γάμο, από τον οποίο απέκτησε ακόμη δύο κόρες και ο οποίος, όπως ακούστηκε, είχε επίσης άδοξο τέλος. Εκείνο όμως το εναπομείναν, αυστηρό, μοναχικό ξανά και πλέον αυτοτιμωρητικό κομμάτι του εαυτού του, τον οδήγησε από την επιστήμη στην πολιτική — και μάλιστα στην ακριβώς αντίθετη πλευρά από εκείνη στην οποία παρέμεινε αμετακίνητος ο πατέρας του ως το τέλος της ζωής του. Ο κυρ-Αντώνης δεν πρόλαβε να ζήσει για να γίνει μάρτυρας αυτής της κατάληξης του γιου του. Μετά τον θάνατό του, ο γιος του έγινε ενεργό μέλος ενός υπερεθνικιστικού κόμματος. Ποιος ξέρει γιατί… Ίσως επειδή για τις μη αναγνωρισμένες προσωπικές αποτυχίες του έπρεπε να τιμωρηθεί ολόκληρος ο κόσμος· έπρεπε να εξαφανιστεί κάθε ίχνος της ανατροφής του, το βάρος των οικογενειακών προσδοκιών και των ελπίδων που είχαν επενδυθεί πάνω του· και για να δικαιολογηθεί το προσωπικό του ναυάγιο, έπρεπε να σκοτώσει συμβολικά τον πατέρα του, μασκαρεύοντας την απόγνωσή του σε μια γενικευμένη ριζοσπαστικό οργή..;
Πριν πεθάνει, ο κυρ-Αντώνης δεν ανέφερε πια τον γιο στον οποίο είχε στηρίξει τις μεγαλύτερες —και τόσο σκληρά προδομένες— ελπίδες του. Τον πόνο της απομάκρυνσης από τον γιο του τον κουβαλούσε σιωπηλά και περήφανα. Κάπου βαθιά μέσα του αποδεχόταν αυτή την προδοσία σαν το τίμημα της δικής του μοίρας. Θρηνούσε σιωπηλά για τον γιο που είχε στραφεί ενάντια στην ηθική ακεραιότητα του πατέρα του. Αναζητούσε τις πιθανές αιτίες αυτής της αποστασίας του μοναχογιού του, ίσως και πιστεύοντας ότι ο γιος του είχε γίνει θύμα του ίδιου του εαυτού του εξαιτίας των χρόνων που μεγάλωσε μέσα στη φτώχεια των δικών τους στερημένων και βασανισμένων χρόνων· μέσα στα οικογενειακά βάρη του παρελθόντος των δύο προηγούμενων γενεών, εκείνης της κυρά-Διαμάντως και των γονιών του κυρ-Αντώνη που ο ίδιος δεν ανέφερε, στον οδυνηρό κόσμο της κυρά-Ελένης και στις δικές του αυτοθυσίες, τις πολιτικές διώξεις και τους κλονισμούς, συμπεραίνοντας τελικά ότι η κατάρρευση του γιου του, πέρα από τους δύσκολους καιρούς που πέρασαν μαζί, επηρέασε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο από τη δική του αποτυχημένη ζωή… Η μητέρα δεν μπορούσε να ακολουθήσει το αυστηρό παράδειγμα του συζύγου της, και άρχισε να ταξιδεύει στον Μάκη τις καθημερινές, όταν εκείνος έφευγε για τη δουλειά, στην αρχή για λίγες ημέρες, αργότερα και για εβδομάδες έμενε μαζί του και με τα δύο νεαρά παιδιά του, τα οποία είχαν μείνει στη δική του φροντίδα. Η κυρά-Ελένη το έκανε κι αυτό με αυτοθυσία, ασφαλώς και με τη σιωπηλή συγκατάθεση του συζύγου και της κόρης της, αλλά αναμφίβολα και επειδή αυτό το παιδί το είχαν φέρει στον κόσμο μέσα στις πιο δύσκολες μέρες των γεμάτων βάσανα ζωών τους, που μετά βίας άντεχαν…
Οι καιροί άλλαξαν και η τύχη άρχισε να χαμογελά στη μικρή, πια, οικογένεια του κυρ-Αντώνη, ο οποίος κατάφερε να πραγματοποιήσει το όνειρό του και, στην άκρη του κεντρικού δρόμου της πόλης, να ανοίξει το δικό του βιβλιοπωλείο, ασφυκτικά γεμάτο με βιβλία και σχολικά είδη. Μαθήμενος να μην κάθεται άπραγος όσο περίμενε πελάτες —κυρίως γυμνασιόπαιδα που αγόραζαν τετράδια, σχολικά και άλλα βιβλία— ο κυρ-Αντώνης δεν εγκατέλειψε ούτε τη δουλειά της βιβλιοδεσίας. Δούλευε, γυρισμένος με την πλάτη προς την είσοδο, σε μια βαθιά μικρή γωνιά του βιβλιοπωλείου του. Στον δρόμο για το σπίτι, μαζί με τους γονείς μου, περνούσαμε συχνά από το βιβλιοπωλείο του, για να αγοράσουμε βιβλία ή απλώς για να χαιρετήσουμε τον κυρ-Αντώνη. Ο πατέρας μου απολάμβανε να βρίσκεται σε εκείνο το περιβάλλον, γιατί του θύμιζε το βιβλιοπωλείο του δικού του πατέρα, όπου σύχναζε από παιδί, και αργότερα, ως μαθητής γυμνασίου πια – μετά τον ξαφνικό, πρόωρο θάνατο του πατέρα τους κατά τους δύσκολους καιρούς της Κατοχής – μαζί με τον μεγαλύτερο αδελφό του, δούλευε και ο ίδιος στο βιβλιοπωλείο μετά τα μαθήματα.
Και, άλλωστε, τέτοιοι ήταν τότε οι καιροί· οι άνθρωποι δεν άντεχαν να μην ιδωθούν και να μην αλλάξουν μια κουβέντα μέσα στη διάρκεια της ημέρας…
Και κάπου εδώ τελειώνει το ξετύλιγμα των αναμνήσεων μου για τον κυρ-Αντώνη και μαζί του το τέλος του παιδικού μου κομματιού από τις αναμνήσεις της Έδεσσας. Αυτές έσβησαν τον καιρό της πρώιμης νεότητας μου και παρέμειναν σε έναν από τους δύο δρόμους του παρελθόντος μου: την κεντρική οδό Τιράνσκα (Τιράνων) των Σκοπίων με την εκκλησία των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, την κατώτερη σχολή μπαλέτου και το παλιό κτίριο του γυμνασίου “Κόρτσαγκιν” – και το στενό της Κιουταχείας του αιωνόβιου πλέον προσφυγικού Πρώτου Συνοικισμού.
Ανάμεσά σε αυτά τα δύο μέρη, με τη σειρά τους, υφάνθηκαν και τα γεγονότα της δικής μου ζωής.
Πρώτα πέθανε ο κυρ-Αντώνης. Και αφού πέθανε και η γιαγιά μου, έφυγε ο μικρότερος γιος της, έπειτα η μητέρα μου, αργότερα ο πατέρας μου, και μετά η σύζυγός μου… Η κυρά-Ελένη ήταν ακόμη ζωντανή. Εγώ και τα δύο παιδιά μου σταματήσαμε να πηγαίνουμε στο σπίτι της οδού Κιουταχείας του προσφυγικού Πρώτου Συνοικισμού, που ήταν πια γεμάτος μόνο με αναμνήσεις από τους πιο αγαπημένους ανθρώπους που είχαν φύγει από τη ζωή μας. Το σπίτι, που είχε χάσει πια την ανθρώπινη ψυχή του, το πούλησα τελικά στον πρώτο μας νέο γείτονα. Ακόμη και σε εκείνες τις τελευταίες, σπάνιες επισκέψεις, περνούσα από το σπιτικό της κυρά-Ελένης, που με υποδεχόταν με καφέ, με καλοσύνη και αγάπη γκρινιάζοντας χαμηλόφωνα για τα δώρα που, όπως έκαναν οι γονείς μου παλιοτερα, της πήγαινα τώρα εγώ για την ίδια και για την κόρη της. Και καθώς έπινα τον καφέ, λέγαμε καμιά φορά «για τις ψυχές τους», φέρνοντας για λίγο στο μυαλό μας το παρελθόν, θέλοντας να ζωντάνεψε —έστω και με μια κουβέντα η με προσπάθεια να θυμηθούμε— κάτι που, όπως ήξερε καλύτερα η κυρά-Ελένη, δεν μπορούσε ποτέ πια να αναστηθεί ολοκληρωτικά. Κι έτσι σηκωνόμουν σιγά-σιγά, χαιρετούσα τη δραστήρια γυναίκα και την κόρη της, η οποία παρά τις προσδοκίες των γονιών της, δυστυχώς, δεν παντρεύτηκε ποτέ, και βγαίνοντας από την αυλή τους έριχνα μια ματιά στο πρόσφατα πουλημένο σπίτι μας και, ακούγοντας τον μακρινό πια στεναγμό της κυράς-Ελένης, έφευγα για το ξενοδοχείο, όπου περνούσα αυτή τη μία και μόνη νύχτα.
*
Αυτή είναι, αγαπητέ μου, ολη η ιστορία. Μέσα της κλείνει έναν τίμιο και εργατικό άνθρωπο, μία από εκείνες τις μορφές που χαράχτηκαν ανεξίτηλα στο βιβλίο της παιδικής και νεανικής μου ηλικίας· την οικογένειά του, την γιαγιά μου, τους γονείς μου, ολόκληρη την οικογένειά μου και ένα μεγάλο κομμάτι του παρελθόντος μου, που, στην πραγματικότητα, είναι κατά το ελάχιστο δικό μου. Ειναι οι αναμνήσεις των ζωών και γενικότερα μια βαριά θύμηση, αλλά και μια παράξενη, σχεδόν ευλογημένη μελαγχολία, γεννημένη από τα καμώματα της ίδιας της ζωής, της δικής τους αλλά και της δικής μου, που την ξύπνησε αυτή η ασπρόμαυρη φωτογραφία, η οποία εμφανίστηκε εντελώς τυχαία πρόσφατα και για την οποία, άλλωστε, ύστερα από κάποιο διάστημα, κανείς πια δεν θα ενδιαφέρεται.
Δεν πειράζει, όμως… Έτσι είναι με τις αναμνήσεις και τα ενθύμια: είναι ευχάριστα όσο είναι ακόμα νωπά, αλλά γίνονται δυσβάσταχτα όταν πια έχουν παραωριμάσει.
Κι όμως, βλέπεις, αυτές τις μέρες προσπάθησα μέσω του διαδικτύου να ξαναβρώ τουλάχιστον τη σημερινή όψη της οδού Κιουταχείας, οπου έχω να πατήσω εδώ και χρόνια, και να εντοπίσω τα μέρη για τα οποία σου έγραψα λίγο πιο πάνω. Το σπίτι του κυρ-Αντώνη είναι περιποιημένο, φρεσκοβαμμένο, σε μια μπεζ απόχρωση, καθαρό. Δίπλα του, το σπίτι και η αυλή του κυρ-Θωμά και της κυρά-Σοφίας – ίδια ακριβώς όπως τα θυμάμαι. Πιο πέρα, σαν από θαύμα, σώζονται δύο σπίτια από την ίδια προσφυγική περίοδο της δεκαετίας του 1920, με ακριβώς την ίδια όψη έπειτα από έναν ολόκληρο αιώνα. Μόνο το σπίτι της γιαγιάς μου δεν υπάρχει πια· ύστερα της μητέρας μου και, τελικά, το δικό μου σπίτι με το χαγιάτι και τη μικρή αυλή με τις πολύχρωμες μεγάλες ντάλιες και τα τριαντάφυλλα που φρόντιζε η γιαγιά μου. Τη θέση του πήρε μια πολυκατοικία, χτισμένη εδώ και χρόνια, με τσιμεντένια αυλή και μια θέση γκαράζ με παρκαρισμένο ένα αυτοκίνητο τελευταίας γενιάς… Τώρα, στη τρισδιάστατη φωτογραφία της Google, έψαχνα έστω να βρω την πινακίδα με την αρίθμηση του παλιού σπιτιού. Δεν υπάρχει. Πιθανότατα άλλαξαν ακόμη και τον παλιό του αριθμό, το «62». Ποιος ξέρει ποιος είναι ο νέος αριθμός του σημείο όπου πλέον μόνο εγώ βλέπω το παλιό σπίτι και ξαναζωντανεύω τις μνήμες των ανθρώπων από το δρομάκι της Κιουταχείας, εκείνων που εδώ και πολύ καιρό δεν υπάρχουν πια…
Μορφές, συναισθήματα και αναμνήσεις, μέχρι χθες ξεχασμένα μα και ανεξίτηλα, να που τα ξύπνησε και τα έφερε πίσω αυτή η ασπρόμαυρη φωτογραφία. Χωρίς αυτήν, τούτη η ιστορία θα έμενε κλειδωμένη μέσα μου και σε εκείνους τους ελάχιστους που σπάνια τη μοιραζόμουν προφορικά, διακρίνοντας στα πρόσωπά τους μια βουβή αδυναμια κατανόησης. Με αυτήν όμως, να που μοιράστηκα αυτά τα γραφόμενα μαζί σου. Ξέρω ότι αυτό το διήγημα έχει μια δόση μελοδραματισμού, έπρεπε όμως επιτέλους να γραφτεί και, ιδού, και να εκδοθεί. Ποιος ξέρει, ίσως να βρεθεί κάποιος που να μπορεί να κατανοήσει αυτό που αντέχει για πάντα, ακόμα κι όταν οι άνθρωποι έχουν προ πολλού προσπεράσει την άνοιξη των αναμνήσεων της ίδιας της ζωής. Το καλοκαίρι, γι’ αυτό, είναι όλο και λιγότερο ευλογία, και όλο και περισσότερο μια υποδούλωση σε αναμνήσεις που έχουν υπερωριμάσει.
Τόμισλαβ Όσμανλι
Μάιος 2026
Σημείωση του συγγραφέα:
Τα πρόσωπα που περιγράφονται εδώ, παρότι είναι αυθεντικά ως προς τη διοικητική και πολιτική τους ταυτότητα, αποτελούν συστατικά της αλχημείας των υποκειμενικών αισθημάτων του συγγραφέα και, ακόμη περισσότερο, της αβεβαιότητας που συνοδεύει την ίδια τη λογοτεχνική πράξη. Ως εκ τούτου, στην ουσία δεν είναι παρά αφορμές για στοχασμό, για εικασίες και για υποκειμενικά συμπεράσματα. Όπως και στη ζωή, τίποτε σε αυτό το κείμενο δεν συνιστά οριστική δήλωση ή βέβαιο ισχυρισμό σχετικά με τα πρόσωπα αυτής της πεζογραφικής αφήγησης. Κάθε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα είναι, επομένως, στην ουσία της εντελώς συμπτωματική.
Ο Σωτήρης Μηνάς (Θεσσαλονίκη, 1981) είναι ποιητής και μεταφραστής με έδρα την Αθήνα. Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και δραστηριοποιείται στη διαπολιτισμική επικοινωνία και τη λογοτεχνική μετάφραση μεταξύ Ελλάδας και Βόρειας Μακεδονίας. Έχει μεταφράσει στα ελληνικά και τα μακεδονικά σημαντικούς ποιητές και πεζογράφους, μεταξύ άλλων τους Aco Šopov, Petre M. Andreevski, Gane Todorovski, Lidija Dimkovska, Κατερίνα Γώγου, Τάσο Λειβαδίτη και Τόλη Νικηφόρου. Έχει επίσης συνεργαστεί με λογοτεχνικά περιοδικά, πολιτιστικούς φορείς και πανεπιστήμια, παρουσιάζοντας έρευνες για την ιστορία των μεταφράσεων και τη διαπολιτισμική επικοινωνία. Το 2026 κυκλοφόρησε από τη Matica Makedonska η πρώτη του δίγλωσση ποιητική συλλογή, «Λύση Συμβολαίου / Raskinuvanje na dogovor». Έχει συμμετάσχει στις «Ποιητικές Βραδιές Στρούγκας» και σε διεθνείς πολιτιστικές διοργανώσεις, ενώ έχει τιμηθεί με το Διεθνές Βραβείο «Η σκέψη του Γκότσε» και το βραβείο «Balkans – The Heart of Europe» για τη συμβολή του στην πολιτισμική διαμεσολάβηση. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.
Ο Τόμισλαβ Οσμανλή (γεν. 1956, Μπίτολα/Μοναστήρι) είναι συγγραφέας, δραματουργός, σεναριογράφος και κριτικός θεάτρου και κινηματογράφου. Έχει εκδώσει περισσότερα από τριάντα βιβλία, ενώ έργα του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Έχει τιμηθεί με σημαντικά εθνικά λογοτεχνικά βραβεία, μεταξύ άλλων για τα μυθιστορήματα «Ο Εικοστός Πρώτος», «Πίσω από τη γωνία» και «Παραδοξικόν», καθώς και για τη συλλογή διηγημάτων «Λάμπα για τη γιορτή της Χανουκά». Έχει επίσης γράψει θεατρικά έργα και κινηματογραφικά σενάρια, με έργα του να παρουσιάζονται και στο εξωτερικό. Με την Ελλάδα διατηρεί ιδιαίτερους δεσμούς, καθώς έχει ελληνική καταγωγή από την πλευρά της μητέρας του και έχει μεταφράσει στα μακεδονικά έργα σημαντικών Ελλήνων δημιουργών, μεταξύ των οποίων ο Νίκος Καζαντζάκης, ο Ευριπίδης και ο Μάριος Ποντίκας. Έχει συμμετάσχει στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης και έχει βραβευτεί για ποίημά του αφιερωμένο στη Θεσσαλονίκη. Παράλληλα, έχει εργαστεί επί περίπου σαράντα χρόνια ως δημοσιογράφος και πολιτιστικός συντάκτης. Σήμερα ζει και εργάζεται στα Σκόπια ως ανεξάρτητος συγγραφέας και δραματουργός.
(Η φωτογραφία είναι από το αρχείο του Christopher Railey, δημοσιευμένη στη LIFO 11.7.2022)