Οι ψυχές των φυτών και των ανθρώπων. Γράφει ο Γιώργος Δρίτσας
Οι ψυχές των φυτών και των ανθρώπων
Γράφει ο Γιώργος Δρίτσας
(Ιωάννα Θεοχάρη, De plantis et animis, εκδ. Ενύπνιο, Αθήνα 2026)
Oι άνθρωποι αναζητούν, πολλές φορές, την επαφή με τα χαμένα νήματα που ορίζει η φύση μέσα μας αλλά και έξω μας. Είναι γεγονός, εξάλλου, ότι η βιωμένη πληρότητα των εμπειριών και των αισθήσεων προκύπτει όταν όλα ηρεμούν και υπάρχει αυτή η ανόθευτη ένωση με τη φύση, τον κόσμο.
Αλλιώς ο άνθρωπος εγκλωβίζεται στο Είναι του, στις πόλεις που καθρεπτίζουν τον εαυτό του, την πάλη του με τον κόσμο, μέσα στον οποίο υπάρχει. Μια πάλη που ονομάζει πολιτισμό, δηλαδή δαμασμό όσων προηγουμένως τον υποχρέωναν να ζει σε μια κατάσταση στέρησης και πάλης.
Παρά ταύτα, αυτή η αποκοπή τού στέρησε το Είναι του. Ένα Είναι που βρίσκει μέσα στα πιο μικρά πράγματα, μέσα στις πιο μικρές υπάρξεις, όπως είναι τα άνθη και τα φυτά. Δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, που από την αρχαιότητα τα φυτά συνδέθηκαν με τους μύθους και τις πολιτισμικές παραδόσεις των ανθρώπων. Καθώς καθρέπτιζαν αυτήν την αρχική ένωση του ανθρώπου με τον κόσμο, του ανθρώπου με την απογυμνωμένη ζωική του φύση.
Αυτήν την ένωση καταδεικνύει και η Ιωάννα Θεοχάρη στο τρίτο της ποιητικό βιβλίο με τίτλο, De plantis et animis (εκδ. Ενύπνιο, Αθήνα 2026), στοχεύοντας όπως γράφει και η ίδια στην ποίηση που γεννιέται από την ένωση ανθρώπου με άνθρωπο και κατ’ επέκτασιν με τον κόσμο, δηλαδή την αγάπη («Όπου υπάρχει «εγώ» αγάπη δεν ανθίζει/ και κάποιοι που αγάπησαν,/ το σπόρο τους κάνουν ποίηση»). Τα φυτά και το πνεύμα, ή τα φυτά και η ψυχή σε μια πιο ελεύθερη μετάφραση, είναι η κυρίως θεματική του βιβλίου που εγκολπώνει το νόημα όλων των ποιημάτων, όπως θα δούμε και παρακάτω.
Πιο συγκεκριμένα, διάφορα είδη φυτών ξεπροβάλλουν στις ποιητικές συνομιλίες τής συλλογής από βρύα και τσουκνίδες, μέχρι μιμόζες και αγαύες. Όλα, εξάλλου, τα φυτά φέρουν εντός τους την κοινή σύνδεση αυτή με τον άνθρωπο και τον κόσμο.

Ιωάννα Θεοχάρη
Έτσι, εκκινώντας από τα βρύα κάνει τον παραλληλισμό με την επιφάνεια ή καλύτερα να πούμε τη ζωή μέσα στην επιφανειακότητα των πραγμάτων, όντας στην επιφάνεια του νερού, την οποία βιώνουν αθέλητα («Ζωή ολάκερη στην επιφάνεια ζουν εκείνοι, στα ρηχά του εαυτού/Κι έπειτα σβήνουν στη γνωστή στεριά του»). Πάνω στην ίδια βάση ξεκινά η περιγραφή των τσουκνίδων, οι οποίες μπορεί να μην κινούνται ελεύθερα στην επιφάνεια, αλλά κινούνται παρά ταύτα σε «επιφανειακά» μονοπάτια υποκριτικής καλοσύνης με σκοπό να πληγώσουν («Πρόσεχε τις τσουκνίδες» φώναζε η μάνα μου θυμάμαι, γιατί σχεδόν πάντα μαζί τους έπαιζα»).
Προχωρώντας παρακάτω, φυτά όπως η ορχιδέα γίνονται σύμβολο ενός αγνού προσώπου, ενός συγκεκριμένου ανθρώπου, ένα σύμβολο, το σύμβολο της μητέρας, ένα άνθος που κλείνεται στον εαυτό του αλλά, εν τέλει, ανθίζει («Στον κόσμο της κλεινόταν ύστερα/ παραδεισένια χρώματα να εμπνευστεί./Ονειρεμένα άπιαστη,/ευαίσθητη κι ανθεκτική,/ το είδωλό μου/ και η συνεχής του μεταμόρφωση: η μητέρα μου»). Ένα εξίσου γνώριμο πρόσωπο επιστρέφει, επίσης, με την εμφάνιση της εικόνας τής λεμονιάς, η γιαγιά της («μια ρίζα στο χώμα βαθιά εμπιστεύτηκε./ Αέναα την πότιζε για να επιστρέφω,/ δίπλα στα άγρια λεμόνια της να ψιθυρίζω/ «Γιαγιά γύρισα»).
Η προσωπική υπαρξιακή αγωνία, δεν λείπει από τη συλλογή, όπως βλέπουμε με τον ασφόδελο, ο οποίος «σηκώνει», μέσα στην ήδη υπαρκτή αδυναμία της φύσης του, υπέρμετρα βάρη («Μα βάρος δε γνωρίζει εκείνος:/ σε μήτρα υπαρξιακή επιπλέει./ Δεν ωφελεί./ Άτλαντας σηκώνει το βάρος μου μοναχός,/ ο σπόνδυλος του αυχένα μου.»), τον αμάραντο, ο οποίος, βέβαια, «ξυπνάει», σαν βάσκανο, τη λύτρωση του έρωτα απέναντι στον αμείλικτο χρόνο («Είμαι σαράντα και από λήθαργο ξυπνώ./ Μου είπες στα όνειρα, θα έρθεις/ και μόνο γι’ αυτό σε περίμενα./ Είμαι πάλι δεκάξι:/είσαι το πρωί μου») αλλά και τον λωτό, που νικάει τα σκοτάδια και δίνει, εν τέλει, ελπίδα για επιβίωση («στο χαρτί σ ’έκανε σαν λωτό./ Μια ψυχή που το σκοτάδι νίκησε»).
Τέλος είναι σημαντικό να κατανοήσουμε πως η ποιήτρια είναι γεγονός ότι, μέσα από τα ποιήματα αυτά, προσπαθεί να συνδέσει τον άνθρωπο, τα φυτά, τον κόσμο μέσα από τα δικά της βιώματα, που όμως ξεπερνούν τα τετριμμένα καθημερινά γεγονότα και απολήγουν στη σφαίρα του συλλογικού. Μια μαγική εικόνα του υποσυνείδητου, το οποίο συνδέεται με το φυσικό πεδίο των χρωμάτων και ειδικά αυτών των φυσικών χρωμάτων των λουλουδιών που στιγματίζουν τη σκέψη μας – όχι, μόνο, με σκέψεις αλλά και με το ίδιο το μυστήριο της ζωής, μιας ζωής εμφωλευμένης μέσα στα σπάργανα του κόσμου. Εξάλλου και τα υπαρξιακά ζητήματα δεν έχουν να κάνουν με τα μεγάλα μυστήρια του κόσμου, τη ζωή και τον θάνατο;
Ο Γιώργος Δρίτσας γεννήθηκε το 1994 στην Κόρινθο. Είναι απόφοιτος του Φ.Π.Ψ. (Φιλοσοφία, Παιδαγωγική, Ψυχολογία) της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών, στο οποίο και συνέχισε τις μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές του. Το 2016 εξέδωσε την ποιητική συλλογή Η ηχώ του Ζαρατούστρα, σε μορφή αυτοέκδοσης, ενώ από τις εκδόσεις Οδός Πανός κυκλοφορούν οι, κοινής θεματικής, ποιητικές συλλογές του σκιά θανάτου (2022) και το ματωμένο όνειρο (2023), με παλιά και νέα ποιήματά του. Ποιήματα και διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί σε διαδικτυακά και έντυπα περιοδικά και ανθολογίες.