Η μνήμη ως άμυνα και η φαντασία ως καταφύγιο: Σενιορίτα, Έρση Σωτηροπούλου. Γράφει η Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου
Η νουβέλα Σενιορίτα της Έρσης Σωτηροπούλου αποτελεί ένα ιδιαίτερο και απαιτητικό κείμενο, στο οποίο η συγγραφέας παρακολουθεί την εσωτερική περιπλάνηση μιας γυναίκας ανάμεσα στη μνήμη, τη φαντασία και την πραγματικότητα. Μέσα από μια αποσπασματική και συνειρμική αφήγηση αναδεικνύονται ο πόνος της απώλειας, η εμπειρία του θανάτου και η προσπάθεια της συνείδησης να διαχειριστεί ένα τραυματικό γεγονός. Η Σενιορίτα δεν αφηγείται τον πόνο γραμμικά, τον αναπαριστά μέσα από τις ίδιες τις διαδρομές μιας συνείδησης που αδυνατεί να παραμείνει σταθερή σε μία σκέψη.
Ήδη από τις πρώτες σελίδες η μνήμη παρουσιάζεται ως πρόβλημα. Η ηρωίδα βρίσκεται στην taqueria και προσπαθεί να ανακαλέσει τι σκεφτόταν πριν από τη φράση «Το πρόβλημα είναι οι γιατροί, όχι ο καρκίνος» (σ. 9). Η φράση «γεννήθηκε μόνη της», ενώ ό,τι είχε προηγηθεί «είχε σβήσει» (σ. 9). Λίγο αργότερα προσπαθεί ξανά να θυμηθεί: «Κενό. Δεν θυμόταν τίποτα» (σ. 11), ενώ στη σ. 13 η αναζήτηση καταλήγει στο «Και πριν από το πριν; Τίποτα. Δεν υπήρχε τίποτα». Η μνήμη, επομένως, δεν λειτουργεί ως ασφαλές αρχείο του παρελθόντος, αλλά ως ασταθής διαδικασία όπου οι σκέψεις εμφανίζονται, χάνονται και αντικαθίστανται.
Η ίδια αμφισημία αποτυπώνεται και στο εξώφυλλο. Η γυναικεία μορφή, με το μακιγιάζ που παραπέμπει στη Día de los Muertos και τα ολόλευκα μάτια, δημιουργεί μια εικόνα ταυτόχρονα γιορτινή και σκοτεινή. Προαναγγέλλονται έτσι οι βασικές αντιθέσεις της νουβέλας: ζωή και θάνατος, πραγματικότητα και φαντασία, χαρά και οδύνη, μνήμη και λήθη.
Ο τίτλος Σενιορίτα προέρχεται από την επαναλαμβανόμενη προσφώνηση ενός παράξενου ζητιάνου προς την ηρωίδα. Στις σσ. 54-56 το «Σενιορίτα» επανέρχεται επίμονα, «μακρόσυρτα και κάπως τραγουδιστά» (σ. 55), αποκτώντας σχεδόν μουσικό χαρακτήρα. Η μορφή του ζητιάνου παραμένει αμφίσημη: η ηρωίδα αναρωτιέται αν ήταν πραγματικά ζητιάνος ή «σαμάνος» (σ. 18), ενώ αργότερα θυμάται ότι είχε γράψει ένα διήγημα με αυτόν και δεν ξέρει «αν αυτό είχε πραγματικά συμβεί ή ήταν μια σκηνή της ιστορίας που έγραφε» (σ. 57). Η πραγματικότητα και η λογοτεχνική επινόηση αλληλοδιεισδύουν.
Η taqueria αποτελεί τον αρχικό χώρο της εσωτερικής περιπλάνησης. Η εξωτερική δράση είναι περιορισμένη, ενώ η εσωτερική δράση ασταμάτητη. Οι μουσικές, οι μάσκες, τα φώτα και οι άνθρωποι λειτουργούν ως ερεθίσματα που γεννούν νέους συνειρμούς. Στη σ. 12 η μουσική «ανέβαινε υστερικά και απότομα χαμήλωνε ψυχορραγώντας πάνω στα άδεια τραπέζια». Ο ρυθμός της πρόζας ακολουθεί αυτή την ένταση: οι εικόνες συσσωρεύονται και οι σκέψεις μεταπηδούν από το ένα θέμα στο άλλο.
Η περιπλάνηση συνεχίζεται στην Avenida. Το φανάρι, με τη διαδοχή «Κόκκινο, πράσινο, κόκκινο» (σ. 14), λειτουργεί συμβολικά ως όριο και ως δυνατότητα μετάβασης. Η ηρωίδα δυσκολεύεται να περάσει απέναντι, όπως δυσκολεύεται να περάσει από την άρνηση στην αντιμετώπιση της απώλειας. Το παράδοξο είναι ότι αργότερα σκέφτεται «Τώρα είμαι απέναντι» (σ. 15), χωρίς να θυμάται πώς πέρασε. Έτσι, η αβεβαιότητα της μνήμης μετατρέπεται σε αβεβαιότητα του ίδιου του χώρου.
Σημαντική μορφή αυτής της οριακής πραγματικότητας είναι ο ζητιάνος. Η αμφιβολία για την ταυτότητά του υπογραμμίζει τη γενικότερη αστάθεια της αφήγησης. Δεν είναι σαφές αν πρόκειται για πραγματικό πρόσωπο, φαντασιακή προβολή ή σύμβολο της ανάγκης της ηρωίδας να δώσει νόημα στο χάος.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η ιδέα του «ανύπαρκτου συμβάντος». Στις σσ. 41-42 η ηρωίδα θυμάται ένα χάδι και ένα φιλί που δεν συνέβησαν ποτέ: «ένα φιλί που δεν το είχε τολμήσει, που δεν δόθηκε ποτέ αλλά το θυμόταν και της έκαιγε τα χείλη» (σ. 42). Έτσι, κάτι μπορεί να μην έχει συμβεί και όμως να βιώνεται ως πραγματική μνήμη. Στις σσ. 43-45 αναγνωρίζει μια «εμπειρία τραυματική, μια συντριβή που ποτέ δεν συνέβη» (σ. 44). Το τραύμα, επομένως, δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το πραγματικό γεγονός· μπορεί να δημιουργηθεί και από τη φαντασία, την προσδοκία ή τον φόβο.
Κυρίαρχη αφηγηματική τεχνική είναι η εσωτερική εστίαση. Ο αναγνώστης βιώνει την πραγματικότητα μέσα από τη συνείδηση της ηρωίδας και μοιράζεται την αβεβαιότητά της. Ο εσωτερικός μονόλογος και οι αυτοπροστακτικές είναι συνεχείς: «Φτάνει, σταμάτα» (σ. 14), «Μα πας καλά;» (σ. 25), «Κόφ’ το. Ξεκόλλα» (σ. 30), «ΣΤΟΠ. Σκάσε» (σ. 38). Η ηρωίδα προσπαθεί να ελέγξει τις σκέψεις της, αλλά αδυνατεί. Η ίδια η συνείδηση γίνεται πεδίο σύγκρουσης.
Παράλληλα, η αφήγηση χρησιμοποιεί συνεχείς αναδρομές. Το παρόν της taqueria συνδέεται με το πανηγύρι, το νοσοκομείο, τη ΜΕΘ και την κηδεία. Ο χρόνος είναι κυρίως ψυχολογικός: μια λέξη ή μια εικόνα αρκεί για να μεταφέρει την ηρωίδα από το παρόν στο παρελθόν. Χαρακτηριστική είναι η διαπίστωση της σ. 40: «Καθετί που άρχιζε να θυμάται άδειαζε αμέσως. Όλες οι αναμνήσεις ήταν κούφιες, κενές». Η ανάμνηση δεν οδηγεί στη σαφήνεια αλλά στην αβεβαιότητα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το «κείμενο μέσα στο κείμενο». Η ηρωίδα κατασκευάζει νοητικά σενάρια και τα παρακολουθεί σαν συγγραφέας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το σενάριο του καρκίνου που παρελαύνει πάνω σε θρόνο (σσ. 33-38). Ο καρκίνος προσωποποιείται και αποκτά σουρεαλιστικές μορφές. Ωστόσο, η ίδια η ηρωίδα σχολιάζει ειρωνικά το δημιούργημά της: «Το παρατραβάω τώρα με την παρέλαση» (σ. 35). Στη σ. 37 αποκαλύπτει και τον σκοπό αυτής της υπερβολικής φαντασίας: «Έκανε μπαράζ. Μπαράζ σε μια σκέψη». Το ντελίριο λειτουργεί ως άμυνα: «Όλο το ντελίριο ήταν για να μπει φράγμα στη σκέψη» (σ. 37). Η φαντασία, επομένως, δεν είναι αντίθετη προς τη μνήμη αλλά μηχανισμός προστασίας από αυτήν.
Η εμμονή με τον καρκίνο, τους γιατρούς και τις θεραπείες αποτελεί ακριβώς ένα τέτοιο «μπαράζ». Στις σσ. 26-30 οι αναμνήσεις του νοσοκομείου επιστρέφουν «σαν παλιρροϊκό κύμα» (σ. 26). Η εικόνα αποδίδει την αίσθηση ότι η συνείδηση κατακλύζεται από το παρελθόν. Στις σκηνές της ΜΕΘ η επανάληψη «έρχονται οι γιατροί, έρχονται οι γιατροί» (σ. 27) δημιουργεί αίσθηση ασφυξίας.

Έρση Σωτηροπούλου.
Η ΜΕΘ αποκτά σχεδόν μεταφυσική διάσταση: «Και αν η ΜΕΘ ήταν το Καθαρτήριο;» (σ. 48). Οι ασθενείς βρίσκονται σε έναν ενδιάμεσο χώρο ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο, ενώ το αδιάκοπο φως και η γεωμετρική διάταξη των κρεβατιών δημιουργούν ένα ψυχρό, απρόσωπο περιβάλλον. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η επαναλαμβανόμενη επίκληση «Γιατρέ» αποκτά σχεδόν θρησκευτικό χαρακτήρα: «Γιατρέ σαν αναφιλητό», «Γιατρέ σαν λυγμός» (σ. 47). Η επίκληση «Λάζαρε, εγέρθητι» (σ. 48) μετατρέπει την ελπίδα της θεραπείας σε προσδοκία θαύματος.
Η γλώσσα της νουβέλας είναι ζωντανή, προφορική και πολυφωνική. Συνδυάζει καθημερινό λεξιλόγιο, ιατρικούς όρους, ξένες λέξεις, χιούμορ, ειρωνεία και πολιτισμικές αναφορές. Οι μακροπερίοδοι λόγοι και οι απαριθμήσεις δημιουργούν έναν νευρικό ρυθμό που αναπαριστά τη διαρκή κίνηση της σκέψης. Παράλληλα, το τραγικό συνυπάρχει με το κωμικό. Η αυτοειρωνεία λειτουργεί ως άμυνα, χωρίς όμως να μειώνει την ένταση του πένθους.
Από τα σημαντικότερα σύμβολα είναι το φανάρι, οι μάσκες και το τσιγάρο. Το «Κόκκινο, πράσινο» εκφράζει την αμφιταλάντευση και τη δυσκολία μετάβασης. Οι μάσκες παραπέμπουν στις διαφορετικές όψεις της πραγματικότητας και της συνείδησης. Το τσιγάρο, αντίθετα, αποτελεί μια μικρή πράξη ελευθερίας: η ηρωίδα επιλέγει να καπνίσει και αισθάνεται «τόσο τρομερά χαρούμενη» (σ. 54). Η επιλογή «que será, será» (σ. 53) μπορεί να ερμηνευθεί ως προσωρινή εγκατάλειψη της ανάγκης για έλεγχο.
Η διακειμενικότητα ενισχύει την πολυφωνία του έργου. Αναφορές στον Rothko, τον Beethoven, τον Ιπποκράτη, την Πυθία, τη Θεοτόκο, τον Λάζαρο, το Καθαρτήριο και τον Marvin Gaye δημιουργούν ένα πολιτισμικό μωσαϊκό, όπου η αρχαιότητα, η θρησκεία, η ιατρική και η ποπ κουλτούρα συνυπάρχουν.
Στο τέλος, η μνήμη του νεκρού γίνεται ο πραγματικός πυρήνας της αφήγησης. Στην κηδεία (σσ. 59-60), η προσωπική απώλεια ανοίγεται προς έναν ευρύτερο κόσμο. Το αεράκι κινείται από το νεκροταφείο προς τη ΜΕΘ, τον ΕΟΠΥΥ, τους δρόμους και τη θάλασσα. Η κίνηση αυτή αντανακλά την αδιάκοπη κίνηση της συνείδησης: η μνήμη δεν περιορίζεται σε έναν τόπο αλλά διαχέεται παντού.
Τελικά, η μεγαλύτερη αρετή της νουβέλας Σενιορίτα βρίσκεται στην αντιστοιχία μορφής και περιεχομένου. Η κατακερματισμένη αφήγηση αναπαριστά μια κατακερματισμένη συνείδηση που παλεύει με την απώλεια. Η μνήμη δεν είναι ασφαλής πρόσβαση στο παρελθόν, αλλά ένας χώρος όπου συναντώνται το βίωμα, η φαντασία και η γραφή. Το ντελίριο, οι επαναλήψεις, οι αναδρομές, το χιούμορ και οι παρεκβάσεις αποτελούν τρόπους με τους οποίους η ηρωίδα προσπαθεί να επιβιώσει ψυχικά.
Έτσι, η Σενιορίτα δείχνει ότι αυτό που δεν συνέβη μπορεί να γίνει μνήμη, ενώ αυτό που συνέβη μπορεί να είναι τόσο οδυνηρό, ώστε η συνείδηση να χρειάζεται τη φαντασία για να το αντέξει. Η λήθη δεν είναι απλώς απουσία μνήμης, είναι ταυτόχρονα άμυνα και πληγή. Η περιπλάνηση της ηρωίδας ανάμεσα στη μνήμη και τη λήθη δεν καταλήγει σε μια οριστική λύση, αλλά στην αναγνώριση ότι μνήμη, φαντασία και γραφή δεν μπορούν πάντοτε να διαχωριστούν.
Η Πωλλέτα Β. Ψυχογυιοπούλου είναι φιλόλογος και βιβλιοθηκονόμος. Κατέχει μεταπτυχιακούς τίτλους α) στη Διοίκηση Σχολικών Μονάδων και β) στις Επιστήμες της Αγωγής με ειδίκευση στη Δημιουργική γραφή (κατεύθυνση εκπαίδευση). Διετέλεσε από το 2011 έως το 2018 Σχολική Σύμβουλος φιλολόγων Αχαΐας.