Στον όχτο γίνεται κανείς άντρας. Γράφει η Ιωάννα Γιαννακοπούλου (Για το βιβλίο του Δημήτρη Στατήρη, Όχτος, εκδ. Βαγονέτο)
Θα ξεκινήσω από μια σακούλα με γατάκια.
Ο Στρατής, ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου, είναι ακόμη παιδί. Ο πατέρας του βάζει πέντε-έξι νεογέννητα γατιά σε μια νάιλον σακούλα και τον στέλνει να τα πετάξει στον όχτο, στην όχθη του ποταμού έξω από το χωριό. Δεν τα θέλει στην αυλή και, επιπλέον, όπως του λέει, οι άντρες δεν πρέπει να κωλώνουν μπροστά σε μια σακούλα με γατιά.
Το παιδί πηγαίνει και τα πετά. Στον γυρισμό σκέφτεται ότι τώρα έγινε κι αυτό άντρας. Ο κόμπος όμως στο στομάχι του δεν λύνεται.
Δεκαετίες αργότερα, γέρος πια, μόνος σε μια καλύβα στο βουνό, ο ίδιος άνθρωπος γυρίζει σε εκείνη τη μέρα και μιλά στον νεκρό πατέρα του:
«Θυμάμαι τα γατιά που μ’ έστειλε να πετάξω στον όχτο ο πατέρας μ’. Γέρασα και ακόμα τα θυμούμαι. Πατέρα, δεν έγινα περισσότερο αρσενικό γιατί παράτησα τα γατιά στον όχτο. Ρεμάλι έγινα που θα ψοφήσω και ‘γω μοναχός μ’ όπως εκείνα.»
Αν μου ζητούσαν να συμπυκνώσω τον Όχτο σε μία σκηνή, θα διάλεγα αυτή.
Ο όχτος δεν είναι απλώς το σκηνικό του βιβλίου. Είναι ο τόπος όπου ένα αγόρι μυείται σε μια συγκεκριμένη εκδοχή της αρρενωπότητας. Η αρρενωπότητα δεν εμφανίζεται εδώ ως φύση. Επιβάλλεται ως πράξη που πρέπει να εκτελεστεί – και μάλιστα ως πράξη σκληρότητας απέναντι σε κάτι αδύναμο.
Άντρας δεν γεννιέσαι. Γίνεσαι, κάνοντας ξανά και ξανά αυτό που σου έμαθαν ότι κάνουν οι άντρες.
Και το ερώτημα που διατρέχει το βιβλίο είναι τι συμβαίνει όταν ένα παιδί μεγαλώσει έχοντας μάθει ακριβώς αυτό.
Η ιστορία σε λίγες γραμμές
Για όσους δεν έχουν διαβάσει ακόμη το βιβλίο, λίγα μόνο λόγια για την ιστορία.
Ο Στρατής Ξούγκος είναι ένας σαρανταπεντάρης κτηνοτρόφος σε ένα χωριό της θεσσαλικής ενδοχώρας. Ζει μόνος, με τα πρόβατα, το τσίπουρο και το δίκαννό του. Ένα βράδυ, γυρίζοντας μεθυσμένος από την ταβέρνα με το αγροτικό του, χτυπά έναν νέο, τον Πέτρο, τον αφήνει στην άκρη του δρόμου και φεύγει.
Ο Πέτρος είναι ο γιος της Ρένας, της γυναίκας που ο Στρατής αγαπούσε από νέος και που παντρεύτηκε άλλον. Σιγά σιγά ο αναγνώστης θα μάθει ότι είναι και γιος του ίδιου του Στρατή. Ο Πέτρος επιζεί αρχικά βαριά τραυματισμένος, αλλά αργότερα θα χαθεί κι αυτός στον όχτο. Ο Στρατής θα εξαφανιστεί από το χωριό και θα ζήσει δεκαετίες μόνος σε μια καλύβα στο βουνό.
Την ιστορία αυτή δεν τη μαθαίνουμε γραμμικά. Το βιβλίο οργανώνεται σε τέσσερις αφηγηματικές κινήσεις. Στην αρχή βλέπουμε τον Στρατή σε τρίτο πρόσωπο. Έπειτα μιλά η Ρένα, τριάντα χρόνια αργότερα, τη μέρα του μνημόσυνου του γιου της. Μετά ακούμε τον ίδιο τον Πέτρο. Και στο τέλος επιστρέφει ο Στρατής, γέρος πια, αυτή τη φορά σε πρώτο πρόσωπο.
Αυτή η κατασκευή δεν είναι απλώς τεχνική. Κάθε φορά που αλλάζει η φωνή, αλλάζει λίγο και η ιστορία.
Ένας άνθρωπος που φτιάχτηκε
Ο Όχτος μπορεί να διαβαστεί ως μια σύγχρονη τραγωδία της θεσσαλικής υπαίθρου. Στο κέντρο της βρίσκεται ένας άντρας που θα ήταν εύκολο να περιγράψουμε ως αγρίμι, ως κάποιον που δρα περισσότερο με το ένστικτο παρά με τη σκέψη. Το βιβλίο όμως δεν μας επιτρέπει αυτή την ευκολία.
Ο Στρατής δεν είναι απλώς «πρωτόγονος». Είναι φτιαγμένος. Και ο Στατήρης μάς δείχνει, σελίδα τη σελίδα, πώς φτιάχτηκε.
Βλέπουμε τον πατέρα που τον χτυπά με τη γκλίτσα στα γόνατα για να ξυπνήσει χαράματα και να πάει στα ζωντανά. Την ίδια γκλίτσα που ο Στρατής κρατά αργότερα σχεδόν σαν κειμήλιο. Βλέπουμε τον πατέρα που τον περιμένει μεθυσμένος στην αυλή και τον χτυπά, και τον πατέρα που του απαγορεύει τη Ρένα. Και πάνω απ’ όλα βλέπουμε αυτό:
«Θυμούμαι τον πατέρα να βαράει τη μάνα μ’ όξω στην αυλή. Σουρούπωνε. Παίζαμε μπάλα στ’ πλατεία. […] Η μάνα έκλαιγε και φώναζε. Εκείνος δε χαμπάριαζε. Κόμπος έγινε το στομάχι μ’. Οι γριές κοιτούσαν και δε μιλούσαν. Πήρα φόρα και τον έπιασα απ’ το πανταλόνι. […] Μετά ήρθαν δυο γυναίκες και μας είπαν να κάνουμε υπομονή. Πατέρας σ’ είναι, παιδάκι μ’, μη τον κακιώνεις, έλεγαν. Μετά κοιτούσαν τη μάνα και κουνούσαν τα κεφάλια. Το κουνούσε κι η μάνα.»
Σε αυτές τις λίγες γραμμές βρίσκεται ένας ολόκληρος μηχανισμός. Πρώτα ο κόμπος στο στομάχι – ο ίδιος κόμπος με τα γατάκια. Το παιδί αισθάνεται τη βία ως αδικία και την υφίσταται σωματικά. Προσπαθεί μάλιστα να αντισταθεί. Δεν είναι ένα παιδί που θεωρεί τη βία φυσική. Είναι ένα παιδί που πονά από αυτήν.
Έπειτα υπάρχουν οι γριές που κοιτάζουν και δεν μιλούν. Η βία δεν συμβαίνει κρυφά. Γίνεται στην αυλή, μπροστά στην κοινότητα. Και τέλος έρχονται οι γυναίκες να παρηγορήσουν: «Πατέρας σ’ είναι, μη τον κακιώνεις». Μια πατριαρχική τάξη δεν αναπαράγεται μόνο από τους άντρες που ασκούν εξουσία, αλλά και από λόγια, συμβουλές, σιωπές, από όσα μια κοινότητα έχει μάθει να θεωρεί ανεκτά ή αναπόφευκτα.
Η αλυσίδα δεν αρχίζει καν από τον πατέρα. Ο Στρατής θυμάται τον παππού του να μαλώνει τον πατέρα του σαν μαθητούδι και εκείνον να στέκεται μπροστά του με σκυμμένο κεφάλι. Έχουμε τρεις γενιές ανδρών.
Γι’ αυτό θεωρώ προβληματική τη λέξη «ένστικτο» για τον Στρατή. Όταν αποδίδουμε τη βία του σε ένα σχεδόν πρωτόγονο ανδρικό ένστικτο, κινδυνεύουμε να μετατρέψουμε σε φύση κάτι που το ίδιο το βιβλίο μάς παρουσιάζει ως ιστορία.
Το κακό περνά από γενιά σε γενιά;
Ο Στρατής που υπέφερε από τη βία του πατέρα του γίνεται ο ίδιος βίαιος. Και το βιβλίο δεν μας χαρίζει τίποτε σε αυτό. Η βία του απέναντι στη Ρένα είναι σαφής. Αργότερα, μακριά από το χωριό, όταν ζει με την Ασπασία, τη χτυπά μεθυσμένος. Η βία φτάνει ακόμη και στην κόρη της.
Υπάρχει μάλιστα μια λεπτομέρεια εξαιρετικά σκληρή. Όταν ο νεαρός Στρατής πλησιάζει τη Ρένα, της αφηγείται το δικό του τραύμα: τον βίαιο πατέρα, τον φόβο του, τη λύπη για τη μητέρα του. Και η Ρένα λέει:
«Μ’ αυτά και μ’ αυτά μαλάκωσε η καρδιά μ’.»
Η ιστορία του πληγωμένου παιδιού είναι αληθινή. Και συγχρόνως γίνεται η ιστορία που επιτρέπει σε μια γυναίκα να τον πλησιάσει – μια γυναίκα την οποία αργότερα ο ίδιος θα πληγώσει. Το τραύμα και η εξουσία μπορούν να συνυπάρχουν στον ίδιο άνθρωπο.
Αλλά το ότι καταλαβαίνουμε πώς φτιάχτηκε ο Στρατής δεν σημαίνει ότι τον αθωώνουμε. Το παιδί που υπέφερε δεν σβήνει τον ενήλικο που προκαλεί πόνο. Και ίσως ακριβώς εκεί βρίσκεται η τραγικότητά του.
Διαβάζοντας τον Όχτο, είναι δύσκολο να μη σκεφτεί κανείς κάτι από την αρχαία τραγωδία: το κακό που περνά από γενιά σε γενιά, τον γιο που κουβαλά μια ιστορία που άρχισε πριν από τη γέννησή του. Μόνο που εδώ η «κατάρα» δεν χρειάζεται θεούς. Έχει οικογένεια, κοινωνία, φύλο, σιωπή.
Η Ρένα: όταν η γυναίκα παίρνει τον λόγο
Και μετά μιλά η Ρένα. Εδώ συμβαίνει, κατά τη γνώμη μου, κάτι από τα ωραιότερα του βιβλίου.
Στο πρώτο μέρος η Ρένα υπάρχει σε μεγάλο βαθμό μέσα στον κόσμο του Στρατή: ως γυναίκα που ποθεί, ως χαμένος έρωτας, ως πρόσωπο γύρω από το οποίο εκείνος κατασκευάζει τη δική του ιστορία. Όταν όμως αρχίζει να μιλά η ίδια, η εικόνα μετακινείται. Καταλαβαίνουμε πόσο διαφορετική μπορεί να γίνει μια γυναίκα όταν παύουμε να τη βλέπουμε κυρίως μέσα από την ιστορία ενός άντρα και ακούμε τη δική της εκδοχή.
Ο Στρατής αφηγείται τον χαμένο έρωτα ως ιστορία χρημάτων, οικογενειακής εξουσίας και κοινωνικών συσχετισμών. Η Ρένα λέει κάτι άλλο:
«Πιο πολύ από φόβο καταδέχτηκα να τον ειδώ.»
Και για τον γάμο της με άλλον παραδέχεται:
«έβαλα κι ‘γω λίγο το χεράκι μ’.»
Εκεί όπου ο Στρατής βλέπει μια γυναίκα που του πήραν, η Ρένα μάς επιτρέπει να δούμε μια γυναίκα που προσπάθησε να του ξεφύγει.
Δεν θα έλεγα ότι η Ρένα είναι μια ελεύθερη γυναίκα. Οι δυνατότητές της είναι δραματικά περιορισμένες. Η διέξοδος από την εξουσία ενός άντρα περνά, τελικά, από τον γάμο με έναν άλλον. Αλλά περιορισμός δεν σημαίνει απουσία δράσης.
Η Ρένα χρησιμοποιεί τα μέσα που διαθέτει. Και αντιστέκεται ακόμη και σωματικά:
«Σκύλα γίνηκα και τον αντιπάλευα με νύχια και με δόντια. Μέχρις και ένα κιούπι τον πέταξα κατακέφαλα.»
Αυτή δεν είναι μια γυναίκα χωρίς βούληση. Είναι μια γυναίκα που αγωνίζεται μέσα στα στενά περιθώρια που της δίνει ο κόσμος της. Σιωπά αλλά η σιωπή της δεν είναι αναίτια. Γνωρίζει πως αν μιλούσε, ποια θα έκρινε τότε το χωριό:
«Και σε ποιον να πω τι πήγε να με κάνει; Πάλι τσούλα θα μ’ ανέβαζαν […] πάλι εμένα θα κατηγορούσαν».
Για τη βία μέσα στο σπίτι της δεν υπήρχε νόμος, υπήρχε μόνο το κουτσομπολιό. Η σιωπή της λοιπόν δεν είναι υποταγή. Είναι ψύχραιμη εκτίμηση ενός κόσμου όπου ο λόγος μιας γυναίκας δεν μετρά για τη βία που υπέστη η ίδια.
Και όταν η θεσμική δικαιοσύνη δεν αρκεί για να ανατρέψει αυτή την κοινωνική αδυναμία, η Ρένα καταφεύγει στη γριά Μέλπω, τη «μαΐστρα». Ανάβουν φωτιά στον όχτο, χρησιμοποιούν χώμα από τα μνήματα και τρίχες του Στρατή και καταριούνται το όνομά του. Θα μπορούσαμε να το διαβάσουμε ως δεισιδαιμονία. Θα μπορούσαμε όμως να δούμε και κάτι άλλο: μια ιδιότυπη γυναικεία αντι-εξουσία, σχεδόν μια λαϊκή εκδοχή των Ερινύων.
Και υπάρχει μία ακόμη σκηνή που δεν πρέπει να ξεχάσουμε. Όταν ο Στρατής μπαίνει στο σπίτι με το δίκαννο, η Ρένα τού λέει:
«Γιόκας σου είναι. Τουφέκα εμένα, αλλά τούτος εδώ είναι δικό σου βλαστάρι.»
Η Ρένα κατέχει τη γνώση. Και τη στιγμή εκείνη η γνώση γίνεται δύναμη.
Η απολαυστική γλώσσα της Ρένας

Δημήτρης Στατήρης
Θέλω εδώ να σταθώ λίγο και στη γλώσσα, γιατί αν μιλήσουμε μόνο για τα θέματα του Όχτου, θα αδικήσουμε ένα από τα μεγαλύτερα θέλγητρά του.
Ο Στατήρης παίρνει ένα ρίσκο: επιλέγει εκτεταμένα το θεσσαλικό ιδίωμα. Και προσωπικά θεωρώ ότι το ρίσκο πετυχαίνει. Ιδίως όταν μιλά η Ρένα, η ντοπιολαλιά είναι πραγματικά απολαυστική.
Δεν πρόκειται απλώς για λέξεις της Θεσσαλίας που προστίθενται για να θυμίζουν στον αναγνώστη πού βρίσκεται. Η ντοπιολαλιά δίνει σώμα στη φωνή. Η Ρένα δεν μιλά σαν «λογοτεχνικός χαρακτήρας». Μιλά σαν να κάθεται απέναντί μας και να μας τα λέει.
Και εδώ θεωρώ σημαντική την επιλογή του Στατήρη να μην εξομαλύνει τη γλώσσα των προσώπων του για χάρη μιας ουδέτερης κοινής νεοελληνικής. Αν το έκανε, θα έχανε κάτι περισσότερο από το τοπικό χρώμα – θα έχανε έναν τρόπο να υπάρχει κανείς μέσα στον κόσμο.
Το θεσσαλικό ιδίωμα μεταφέρει ηλικία, τόπο, κοινωνικό περιβάλλον, οικειότητα και μνήμη. Κρατά μέσα του έναν ολόκληρο κόσμο που υποχωρεί. Και ειδικά στην περίπτωση της Ρένας συμβαίνει κάτι ακόμη: μια γυναίκα που δεν κατέχει τη δημόσια, επίσημη γλώσσα αποκτά ένα ολόκληρο κεφάλαιο για να αφηγηθεί τη ζωή της στη δική της γλώσσα.
Δεν χρειάζεται να εξευγενιστεί για να αποκτήσει λογοτεχνική φωνή. Η φωνή της είναι λογοτεχνία ακριβώς έτσι όπως είναι.
Γι’ αυτό το ιδίωμα στον Όχτο δεν είναι ηθογραφικό στολίδι. Είναι τρόπος κατασκευής των προσώπων και της μνήμης τους. Και στη Ρένα γίνεται μία από τις μεγαλύτερες απολαύσεις της ανάγνωσης.
Ο Πέτρος: τι κληρονομεί ένας γιος;
Και ερχόμαστε στον Πέτρο. Εδώ το βιβλίο περιπλέκει ακόμη περισσότερο το ερώτημα της κληρονομιάς.
Αν ο Στρατής μάς κάνει να σκεφτούμε ότι ένα αγόρι μπορεί να επαναλάβει τη βία που έζησε, ο Πέτρος δεν μας αφήνει να αρκεστούμε σε αυτή την εξήγηση. Μεγαλώνει με τον άντρα της Ρένας, τον οποίο θεωρεί πατέρα του και θυμάται ως έναν ήπιο άνθρωπο:
«ήσυχο ανθρωπάκι ήταν, μέχρι και μπουνταλά τον έλεγες».
Να λοιπόν μια άλλη εκδοχή αρρενωπότητας μέσα στο ίδιο χωριό. Ο πατριαρχικός κόσμος δεν παράγει έναν μόνο τύπο άντρα. Δίπλα στον άντρα της γκλίτσας υπάρχει ο άντρας που χαρακτηρίζεται «μπουνταλάς» ακριβώς επειδή δεν ανταποκρίνεται απόλυτα στο κυρίαρχο πρότυπο.
Κι όμως ο Πέτρος κοιτάζει κάποτε τον εαυτό του και αναρωτιέται:
«πως γένεται και να μοιάζω περισσότερο στον Ξούγκο παρά στον πατέρα μ’, ντερέκι είμαι με πλάτες φαρδιές και μαλλιά κατσαρά σα ‘κείνον…»
Φτάνει σχεδόν μέχρι τη γνώση και αμέσως υποχωρεί: μήπως ο Ξούγκος είναι κανένας μακρινός συγγενής; Ο αναγνώστης καταλαβαίνει περισσότερα από όσα μπορεί να πει ο Πέτρος. Σαν να γνωρίζει το σώμα πριν μπορέσει να το διατυπώσει η συνείδηση.
Υπάρχει και κάτι ακόμη πιο ανησυχητικό. Ο Πέτρος θυμάται ότι μικρός πετροβολούσε ένα γατί «μέχρι να σκούξει γερά». Θυμάται τα βατράχια στα οποία έβαζε φωτιά. Θυμάται τη βία στο γήπεδο. Και τότε επιστρέφουν αναπόφευκτα στη μνήμη μας τα γατάκια του Στρατή.
Σημαίνει αυτό ότι η βία περνά με το αίμα; Δεν νομίζω ότι το βιβλίο λέει κάτι τόσο απλό. Ο Πέτρος δεν μεγάλωσε μόνο στο σπίτι του ήπιου πατέρα. Μεγάλωσε και στο χωριό, στις ανδρικές παρέες, στο γήπεδο, στα γλέντια, μέσα σε έναν κοινωνικό κόσμο που επίσης μαθαίνει στα αγόρια πώς πρέπει να είναι.
Ο βιολογικός πατέρας δεν συμβίωσε μαζί του, αλλά ούτε βρισκόταν εντελώς έξω από τη ζωή του. Το σημαντικό είναι ότι ο Στατήρης δεν λύνει το αίνιγμα. Δεν μας λέει «είναι το αίμα». Δεν μας λέει «είναι η κοινωνία». Μας αφήνει με την ανησυχία.
Και αυτή την ανησυχία την έχει ακόμη και ο ίδιος ο Στρατής:
«Ώρες ώρες αγαλλιάζω που είναι πεθαμένος ο Πετράκης. Και ποιος με λέει ότι δε θα γίνονταν σα τα μούτρα μου; Μήπως ο θάνατος ήταν ο καλύτερος μπαμπάς;»
Είναι ίσως μία από τις πιο σκοτεινές φράσεις του βιβλίου. Ο πατέρας φοβάται ότι ο μόνος ασφαλής τρόπος για να μη γίνει ο γιος σαν αυτόν ήταν να μη μεγαλώσει ποτέ.
Εδώ συναντούμε και μια έντονη τραγική ειρωνεία. Η σύγκριση με τον Οιδίποδα είναι σχεδόν αναπόφευκτη.
Στον Οιδίποδα, ένας γιος σκοτώνει στον δρόμο τον πατέρα χωρίς να γνωρίζει ποιον έχει απέναντί του. Στον Όχτο η κίνηση αντιστρέφεται: στον δρόμο, μέσα στο σκοτάδι, ο πατέρας είναι εκείνος που χτυπά τον γιο.
Και το κεφάλαιο του Πέτρου τελειώνει ακριβώς εκεί: τα φώτα του αγροτικού τον τυφλώνουν και η τελευταία σκέψη του πηγαίνει στη μάνα του που τον περιμένει…
Η αλήθεια αλλάζει όταν αλλάζει η φωνή
Οι αφηγήσεις του Όχτου δεν ενώνονται απλώς σαν κομμάτια ενός παζλ μέχρι να αποκτήσουμε στο τέλος την «αληθινή ιστορία». Η μία αφήγηση αναγκάζει τον αναγνώστη να ξαναδιαβάσει την προηγούμενη.
Το πρώτο μέρος, σε τρίτο πρόσωπο και σε ενεστώτα, έχει έναν γρήγορο, σχεδόν κινηματογραφικό ρυθμό. Ύστερα έρχεται η Ρένα και μετακινεί όσα νομίζαμε ότι ξέραμε. Ο Πέτρος μάς δίνει έναν λόγο χειμαρρώδη, σχεδόν λαχανιασμένο.
Και όταν στο τέλος επιστρέφει ο Στρατής, αυτή τη φορά σε πρώτο πρόσωπο, δεν μπορούμε πια να τον ακούσουμε όπως στην αρχή. Έχουμε περάσει μέσα από τις ζωές των ανθρώπων που πλήγωσε.
Ίσως αυτό είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα επιτεύγματα του βιβλίου. Δεν μας αποκαλύπτει απλώς την αλήθεια. Μας δείχνει ότι η αλήθεια μιας ζωής εξαρτάται και από το ποιος έχει τη δυνατότητα να την αφηγηθεί.
Αντί επιλόγου: η ελαφίνα
Το βιβλίο κλείνει στο βουνό. Ο Στρατής είναι πια γέρος και μόνος. Οι νεκροί και οι απόντες τον επισκέπτονται διαρκώς μέσα στη μνήμη. Και τότε:
«Σήμερα σκότωσα μια ελαφίνα. […] Το ελαφάκι έκατσε στα γόνατα μαρμαρωμένο. Φοβήθηκα μη το φάει κανάς λύκος ή καμιά αρκούδα. Το πήρα στο καλύβι. […] Έπεσε η νύχτα. Ούτε ο πατέρας […], ούτε ο Πέτρος […], ούτε η Ρένα πίσω απ’ τα ελάτια […]. Ούτε η μάνα. […] Κρατάω γερά το μικρό και σφαλίζω τα μάτια.»
Ο ίδιος άνθρωπος σκοτώνει τη μητέρα και ύστερα παίρνει στην αγκαλιά το μικρό της. Δεν βρίσκει απλώς ένα ορφανό ελαφάκι: ο ίδιος το έχει ορφανέψει.
Αυτό είναι που δεν μας επιτρέπει να διαβάσουμε την τελευταία χειρονομία ως εύκολη λύτρωση. Ο άνθρωπος που προκαλεί την απώλεια είναι ο ίδιος που ύστερα θέλει να προστατεύσει από τις συνέπειές της.
Ο Στρατής δεν είναι ένας άνθρωπος που υπήρξε πρώτα βίαιος και στο τέλος έγινε τρυφερός. Είναι ένας άνθρωπος μέσα στον οποίο η βία και η τρυφερότητα δεν έπαψαν ποτέ να συνυπάρχουν.
Και ίσως η τελευταία εικόνα να είναι λιγότερο μια εικόνα λύτρωσης και περισσότερο μια εικόνα επίγνωσης – μιας επίγνωσης που έρχεται πολύ αργά.
Η ελαφίνα είναι ήδη νεκρή. Ο Πέτρος είναι νεκρός. Όσα έγιναν στη Ρένα, στην Ασπασία και στο κορίτσι της δεν μπορούν να αναιρεθούν.
Στην αρχή του βιβλίου, ένα παιδί πηγαίνει στον όχτο για να μάθει να είναι άντρας. Για να το αποδείξει, πρέπει να εγκαταλείψει κάτι μικρό και ανυπεράσπιστο.
Στο τέλος βρίσκεται ξανά μπροστά σε κάτι μικρό και ανυπεράσπιστο. Μόνο που αυτή τη φορά δεν το εγκαταλείπει. Το παίρνει στην αγκαλιά του.
Έχει όμως μεσολαβήσει μια ολόκληρη ζωή. Και είναι πια πολύ αργά για να μάθουμε αν αυτή η τελευταία χειρονομία μπορεί να αλλάξει οτιδήποτε.
Ανάμεσα στα γατάκια που εγκατέλειψε και στο ελαφάκι που ο ίδιος ορφάνεψε και τώρα κρατά στην αγκαλιά του, χωρά μια ολόκληρη ζωή.
Και ίσως, τελικά, χωρά ολόκληρος ο Όχτος.
Η Ιωάννα Γιαννακοπούλου γεννήθηκε στην Κρήνη Φαρσάλων. Σπούδασε Ελληνική Φιλολογία στο Α.Π.Θ. και συνέχισε τις σπουδές της στη Θεωρία της Λογοτεχνίας. Στη διδακτορική της διατριβή διερεύνησε, μέσα από την ανάλυση μιας αφήγησης ζωής, τη σχέση της ανάγνωσης με τα βιώματα και τη διαμόρφωση του υποκειμένου. Από το 2004 εργάζεται ως εκπαιδευτικός στη δημόσια εκπαίδευση, ενώ έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα με την εκπαίδευση ευάλωτων κοινωνικών ομάδων. Έχει εκδώσει δύο παιδικά βιβλία, «Ο σκαντζόχοιρος που ξέχασε να φοβηθεί» (Αιώρα, 2013) και «Η Αλίκη βρήκε το όνομά της» (Ακυβέρνητες Πολιτείες, 2019), καθώς και το έργο «Προίκες» βασισμένο σε αφηγήσεις ζωής (Ακυβέρνητες Πολιτείες, 2024).