• Δεν υπάρχουν προϊόντα στο καλάθι
ΚΟΡΥΦΗ

Τιτσιάνο Μπροτζάτο 5 ποιήματα από τη συλλογή Mosaico marino (Θαλασσινό Μωσαϊκό) (Μτφ. Σωτήρης Παστάκας)

Tiziano Broggiato – 5 poesie da Mosaico marino| μετάφραση: Σωτήρης Παστάκας

Τιτσιάνο Μπροτζάτο 5 ποιήματα από τη συλλογή Mosaico marino (Θαλασσινό Μωσαϊκό)

 

*
Svolazzi di capelli bianchi come gabbiani
nel faro della memoria.

 

Bendato come un vecchio campione di scacchi
mi aggiro per la casa, salpata all’alba.
Stanze ristrette si alternano ad ampie camerate,
il refettorio, i saloni per lo studio.
Fuori, l’accogliente neve, 
i rumori rarefatti e l’insopportabile felicità
scandita dalle ferree notti
del rientro.

Il passato ritorna. E lì, sull’uscio, ti guarda
seduto sule ginocchia tra l’aiuola di ciottoli
lisci come il vetro e un balbettio
di campane, in lontananza.

A volte, con una fugace certezza,
quasi una fede, dietro le spalle.

*

Ανεμίζουν λευκά μαλλιά σαν γλάροι
στον φάρο της μνήμης.

 

Με δεμένα τα μάτια σαν παλιός πρωταθλητής στο σκάκι
περιπλανιέμαι στο σπίτι, που σάλπαρε την αυγή.
Στενά δωμάτια εναλλάσσονται με ευρύχωρους κοιτώνες,
η τραπεζαρία, οι αίθουσες μελέτης.
Έξω, το φιλόξενο χιόνι,
οι αραιωμένοι ήχοι και η αβάσταχτη ευτυχία
ρυθμισμένη από τις σιδερένιες νύχτες
της επιστροφής.

Το παρελθόν επιστρέφει. Κι εκεί, στο κατώφλι, σε κοιτάζει
καθισμένο στα γόνατα ανάμεσα στο παρτέρι με τα βότσαλα
λεία σαν γυαλί κι ένα τραύλισμα
από καμπάνες, στο βάθος.

Κάποιες φορές, με μια φευγαλέα βεβαιότητα,
σχεδόν μια πίστη, πίσω από την πλάτη.

*
Vacillano le stelle pur in un’ora in cui 
nulla può accadere.
I ricordi continuano ad affollarsi con valigie
colme di particolari.

L’aria di fine notte veglia sulle teste
dei dormienti: il suo colore oscilla
tra l’esitante azzurro del mattino
e l’acciaio d’arma notturno.

Ascoltiamo il respiro del fiume
che si sposta con delicatezza 
i rami dalla fronte.

Tutto è predisposto alla discesa del giorno.

La figlia più grande si è assopita sul divano
con un’espressione serena
nonostante su di lei continuino a girare
così tante voci.

*

Τρεμοπαίζουν τ’ αστέρια ακόμα και σε μια ώρα που
τίποτα δεν μπορεί να συμβεί.
Οι αναμνήσεις συνεχίζουν να συνωστίζονται σε βαλίτσες
γεμάτες λεπτομέρειες.

Ο αέρας στο τέλος της νύχτας αγρυπνά πάνω από τα κεφάλια
εκείνων που κοιμούνται: το χρώμα του διακυμαίνεται
ανάμεσα στο διστακτικό γαλάζιο του πρωινού
και το ατσάλι του νυχτερινού όπλου.

Ακούμε την αναπνοή του ποταμού
που παραμερίζει με ευγένεια
τα κλαδιά από το μέτωπό του.

Όλα είναι έτοιμα για την έλευση της μέρας.

Η μεγαλύτερη κόρη έχει αποκοιμηθεί στον καναπέ
με μια έκφραση γαλήνια,
παρόλο που πάνω από εκείνη συνεχίζουν να γυρίζουν
τόσο πολλές φωνές.

 

Parola finale

Sciama, oltre il tergicristallo,
una schiera inquieta di parole.
Io ne sto cercando una, attesa,
necessaria, insostituibile.

Alle ultime, numinose bracciate del sole
è seguita un’insidiosa tregua
priva di luce come un sotterraneo.

Poi l’ho riconosciuta, coricata su un fianco
sul ciglio della strada, semiaccecata, 
investita forse, sicuramente usurpata
eppure luminosa.
L’ho avvicinata con cautela, 
raccolta nell’incavo della mano
come un uccello ferito
e fatta delicatamente scivolare 
nella sua eletta dimora.

Dietro di noi, allora, da qualche parte, 
ho avvertito rispuntare il devoto silenzio.

 

Τελική λέξη

 

Ξεθωριάζει, πίσω από τον υαλοκαθαριστήρα,
μια ανήσυχη στρατιά από λέξεις.
Εγώ γυρεύω μία, αναμενόμενη,
αναγκαία, αναντικατάστατη.

Τις τελευταίες, φωτεινές απλωτές του ήλιου
ακολούθησε μια ύπουλη ανακωχή,
στερημένη από φως σαν υπόγειο.

Ύστερα την αναγνώρισα, ξαπλωμένη στο πλάι
στην άκρη του δρόμου, μισότυφλη,
χτυπημένη ίσως από όχημα, σίγουρα σφετερισμένη,
κι όμως ολοφώτεινη.
Την πλησίασα με προσοχή,
την μάζεψα στην χούφτα μου
σαν τραυματισμένο πουλί
και την άφησα απαλά να γλιστρήσει
στην εκλεκτή της κατοικία.

Πίσω μας, τότε, από κάποιο μέρος,
ένιωσα να ξεπροβάλλει πάλι η ευλαβική σιωπή.

 

Alberghi

Il lucore della luna crescente,
filtrato dalla tenda,
conferisce alla stanza
un’aria di mistero.
Sulla scrivania, coperta 
da valorosa polvere, aleggia
l’aura bianca della Boure
appena spenta.
Sono desto, vigile,
nella consueta enclave
che fra le tre e quattro del mattino
mi convoca inesorabilmente.
Una voce interrotta bercia 
nella via sottostante.
Gli spettri benigni si sono dileguati
e io medito di tornare al cuscino
su cui recuperare il mio fragile sonno.

L’arpa del mattino è ancora lontana

 

Ξενοδοχεία

 

Η λάμψη της σελήνης που αβγαταίνει,
φιλτραρισμένη από την κουρτίνα,
χαρίζει στο δωμάτιο
μια αύρα μυστηρίου.
Πάνω στο γραφείο, σκεπασμένο
από γενναία σκόνη, αιωρείται
η λευκή αύρα του πορτατίφ  Boure.
Είμαι άγρυπνος, σε εγρήγορση,
στη συνηθισμένη περίκλειστη ζώνη
που ανάμεσα στις τρεις και τέσσερις το πρωί
με καλεί ανεπίστρεπτα.
Μια κομμένη φωνή ωρύεται
στον δρόμο από κάτω.
Τα ευεργετικά φαντάσματα έχουν χαθεί
κι εγώ σκέφτομαι να επιστρέψω στο μαξιλάρι
για να ανακτήσω τον εύθραυστο ύπνο μου.

Η άρπα της αυγής είναι ακόμη μακριά.

 

Inverness, di primo mattino 

 

Il vento mattutino ha la voce stridula
della lama di un coltello che raschia
sul vetro.
Una distesa bruna di foglie affonda 
la punta delle dita sulle umide rive del Ness
nel tentativo di sottrarsi dalla cattura
della corrente. 
È il 22 settembre e le torri in arenaria 
di St. Andrew chatedral tremano dal freddo:
uccelli in ricognizione le sfiorano appena 
evitando accuratamente di posarsi.

In strada si accendono motori, mentre sulla città,
sul suo specchio opaco, fluiscono veloci nuvole
d’ardesia. 

Poco prima di congedarsi, il bramoso sguardo
del visitatore oscilla a lungo su ogni particolare
fissando così nella memoria, come in una notevole
lente d’ingrandimento, lingua e promesse
di ricongiungimento.

 

Ινβερνές, νωρίς το πρωί

 

Ο πρωινός άνεμος έχει τη τσιριχτή φωνή
από τη λεπίδα ενός μαχαιριού που ξύνει
το τζάμι.
Μια καφέ έκταση από φύλλα βυθίζει
τις άκρες των δαχτύλων στις υγρές όχθες του Νες
στην προσπάθεια να γλιτώσει από την αιχμαλωσία
του ρεύματος.
Είναι 22 Σεπτεμβρίου και οι πύργοι από ψαμμίτη
του Καθεδρικού του Αγίου Ανδρέα τρέμουν από το κρύο:
πουλιά σε αναγνώριση τους αγγίζουν μόλις
αποφεύγοντας προσεκτικά να κουρνιάσουν.

Στον δρόμο ανάβουν μηχανές, ενώ πάνω από την πόλη,
πάνω στον θαμπό καθρέφτη της, ρέουν γρήγορα σύννεφα
σαν σχιστόλιθος.

Λίγο πριν αποχαιρετήσει, το ανυπόμονο βλέμμα
του επισκέπτη ταλαντεύεται για ώρα σε κάθε λεπτομέρεια,
αποτυπώνοντας έτσι στη μνήμη, σαν σε έναν σπουδαίο
μεγεθυντικό φακό, γλώσσα και υποσχέσεις
αντάμωσης.

 

ΜΙΚΡΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ο Τιτσιάνο Μπροτζάτο (Tiziano Broggiato) γεννήθηκε το 1953 στη Βιτσέντσα, όπου κατοικεί μέχρι σήμερα. Έχει εκδώσει οκτώ βιβλία ποίησης, τα οποία συγκεντρώθηκαν στην αναδρομική συλλογή Il soffiatore di vetro – Poesie scelte 1983 – 2025 (Ο υαλουργός – Επιλεγμένα ποιήματα 1983 – 2025), Marietti, 2025. Έχει επιμεληθεί τις ανθολογίες: Canti dall’universo – Dodici poeti italiani degli anni ottanta (Τραγούδια από το σύμπαν – Δώδεκα Ιταλοί ποιητές της δεκαετίας του ογδόντα), Marcos y Marcos, 1988, Lune gemelle (Δίδυμα φεγγάρια), Palomar, 1998, καθώς και τα βιβλία μαρτυριών Le città dell’anima – I luoghi dei poeti (Οι πόλεις της ψυχής – Οι τόποι των ποιητών), Pellegrini, 2017 και I padri della parola (Οι πατέρες του λόγου), στο ίδιο, 2022. Μεταξύ των σημαντικότερων διακρίσεών του συγκαταλέγονται: το βραβείο Montale, το βραβείο της Ένωσης Ιταλών Αναγνωστών, το βραβείο Sandro Penna, το βραβείο Frascati και το βραβείο Pascoli. Τα ποιήματά του έχουν μεταφραστεί, σε αυτοτελείς τόμους και ανθολογίες, σε περίπου δέκα γλώσσες.

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Σωτήρης Παστάκας  (ποιητής, μεταφραστής, δοκιμιογράφος, ραδιοφωνικός παραγωγός, πεζογράφος, δάσκαλος βιωματικής γραφής, ανθολόγος), γεννήθηκε το 1954 στη Λάρισα, όπου και ζει. Σπούδασε Ιατρική στη Ρώμη. Για 30 χρόνια εργάσθηκε ως ψυχίατρος στην Αθήνα. Έχει εκδώσει πάνω από 40 βιβλία και είναι συνιδρυτής τεσσάρων ηλεκτρονικών περιοδικών (Ποιείν, Θράκα, Φτερά χήνας, Εξιτήριον) και του Πανθεσσαλικού Φεστιβάλ Ποίησης. Έχει μεταφραστεί σε 20 γλώσσες και έχει διαβάσει ποιήματά του σε διάφορα διεθνή φεστιβάλ ποίησης (Σαν Φρανσίσκο, Σαράγιεβο, Σμύρνη, Ρώμη, Νάπολη, Σιένα, Κάιρο, Κωνσταντινούπολη, Καράκας κτλ.). Τέσσερις ποιητικές συλλογές (Corpo a corpo, Jorge, Monte Egaleo, Isola di Chios) εκδόθηκαν στην Ιταλία, όπου κέρδισε το βραβείο NordSud το 2016, μία στις ΗΠΑ (Food Line) και μία στην Ισπανία (Cuerpo a cuerpo). Το 2019 δώρισε τη βιβλιοθήκη του στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Ραψάνης. Είναι μέλος από το 1994 της Εταιρείας Συγγραφέων. Στο ενδέκατο Πανθεσσαλικό Φεστιβάλ Ποίησης το 2023, του απονεμήθηκε το βραβείο «Μάκης Λαχανάς» για «τη συνολική του προσφορά στην Ελληνική ποίηση».