• Δεν υπάρχουν προϊόντα στο καλάθι
ΚΟΡΥΦΗ

Το άρρυθμο τοπίο της μνήμης και της μοναξιάς. Γράφει η Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου

Το άρρυθμο τοπίο της μνήμης και της μοναξιάς

Γράφει η Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου

(Για το βιβλίο του Γιάννη Τόμπρου, είναι σίγουρα στιγμές, άρρυθμες. 70+1 ποιήματα χαϊκού,  Υψικάμινος Εκδόσεις, 2026, ISBN 978-618-5934-06-4)

 

Η νέα ποιητική συλλογή του Γιάννη Τόμπρου, είναι σίγουρα στιγμές, άρρυθμες, με υπότιτλο 70+1 ποιήματα χαϊκού, αποτελεί μια ενδιαφέρουσα και απαιτητική προσέγγιση μιας ποιητικής φόρμας που προϋποθέτει οικονομία, πειθαρχία, συμπύκνωση και ακρίβεια. Το χαϊκού, ως ελάχιστη ποιητική αναπνοή, γίνεται εδώ ο χώρος μέσα στον οποίο ο ποιητής επιχειρεί να χωρέσει όχι απλώς ένα στιγμιότυπο, αλλά μια ολόκληρη ανθρώπινη κατάσταση: τη μοναξιά, τη μνήμη, την απώλεια, τον έρωτα, το πένθος, την ενοχή, τον χρόνο, τη λήθη, αλλά και τη σχέση του ανθρώπου με την κοινωνία.

Ήδη ο τίτλος λειτουργεί ως ποιητικό κλειδί. Οι «στιγμές» παραπέμπουν στην ίδια την ουσία του χαϊκού, στην προσπάθεια να αιχμαλωτιστεί το ελάχιστο χρονικό γεγονός, εκείνη η φευγαλέα στιγμή κατά την οποία το καθημερινό μπορεί να αποκαλύψει κάτι βαθύτερο. Το «άρρυθμες», από την άλλη, εισάγει την έννοια της αστάθειας, της αταξίας και της εσωτερικής διατάραξης. Δημιουργείται έτσι εξαρχής μια γόνιμη αντίθεση: μια αυστηρά περιορισμένη ποιητική φόρμα καλείται να αποτυπώσει έναν κόσμο που δεν υπακούει σε κανέναν ρυθμό.

Το χαϊκού του Τόμπρου δεν περιορίζεται στην παραδοσιακή θεματολογία της φύσης. Στο «Αντί προλόγου» ο ποιητής δηλώνει ότι επιλέγει μια σύγχρονη εκδοχή του είδους, συνομιλώντας με την κοινωνία, την πολιτική και την καθημερινότητα. Αναφέρεται, μάλιστα, στη μεταρρυθμιστική στάση του Shiki απέναντι στην τυποποιημένη θεματολογία και αισθητική του κλασικού χαϊκού. Η επιλογή αυτή είναι καθοριστική: ο ποιητής δεν επιχειρεί απλώς να μιμηθεί μια παραδοσιακή φόρμα, αλλά να τη μεταφέρει μέσα στη σύγχρονη ανθρώπινη εμπειρία. Το αποτέλεσμα είναι ένα χαϊκού ανθρωποκεντρικό και υπαρξιακό, με έντονες κοινωνικές και αστικές αποχρώσεις.

Στον πυρήνα της συλλογής βρίσκεται η ανθρώπινη μοναξιά. Ο ποιητής επιστρέφει διαρκώς στον άνθρωπο που σιωπά, περιπλανιέται, θυμάται και αδυνατεί να συμφιλιωθεί με το παρελθόν του. Στη σελίδα 14 γράφει:

«Όσο σωπαίνεις
δίπλα απ’ τον ίσκιο σου
μονάχος θα ‘σαι».

Η σιωπή εδώ δεν είναι απλώς απουσία λόγου. Γίνεται αιτία απομόνωσης. Ο «ίσκιος» λειτουργεί ως το τελευταίο ίχνος συντροφιάς, αλλά δεν αρκεί για να ακυρώσει τη μοναχικότητα. Η χειρόγραφη σημείωση «σωπητικός» και «μοναξιά» επιβεβαιώνει αυτή τη σημασιολογική κατεύθυνση.

Στη σελίδα 18 η μοναξιά αποκτά ακόμη βαθύτερη υπαρξιακή διάσταση:

«Μ’ αναζήτησες
μα είμαι χωρίς Θεό
μόνος, στους δρόμους».

Η απουσία του Θεού συνδέεται με την περιπλάνηση. Ο «δρόμος» δεν είναι μόνο πραγματικός τόπος· γίνεται χώρος υπαρξιακής αναζήτησης ενός ανθρώπου που αναζητά νόημα χωρίς να είναι βέβαιο ότι θα το βρει. Η μοναξιά, επομένως, δεν παρουσιάζεται ως περιστασιακή κατάσταση αλλά ως σχεδόν μόνιμος τρόπος ύπαρξης.

Δίπλα στη μοναξιά βρίσκεται η μνήμη. Στη σελίδα 12:

«Σε ίσκιο βαθύ
ειρηνεύω μες στον νου
κρύβοντας μνήμες».

Η μνήμη εμφανίζεται ως καταφύγιο αλλά και ως κάτι που πρέπει να κρυφτεί. Στη σελίδα 16, όμως, η σχέση αυτή γίνεται σωματική:

«Αναρωτιέμαι
πώς ριζώνουν στη σάρκα
χρόνος κι ενοχή».

Πρόκειται για έναν από τους χαρακτηριστικότερους στίχους της συλλογής. Ο χρόνος και η ενοχή αποκτούν σώμα· «ριζώνουν στη σάρκα». Η μνήμη δεν είναι πλέον ένα άυλο αρχείο του παρελθόντος, αλλά δύναμη που εξακολουθεί να δρα πάνω στο παρόν.

Γι’ αυτό και η επιθυμία της λήθης επανέρχεται. Στη σελίδα 15:

«Μα κάθε φορά
να λησμονήσω θέλω
καημό κι αλήθεια».

Η λήθη γίνεται επιθυμία απελευθέρωσης, χωρίς όμως να επιτυγχάνεται πραγματικά. Η ίδια η ποιητική πράξη αποδεικνύει ότι η μνήμη συνεχίζει να επιστρέφει.

Ο χρόνος, το πένθος και η φθορά αποτελούν έναν ακόμη ισχυρό άξονα. Στη σελίδα 17:

«Όσο πενθούσα
ο λογισμός με λύπη
έσβηνε λέξεις».

και:

«Ρίζωσαν βαθιά
λογισμοί παλιοί, μεμιάς
πενθούν τις ώρες».

Το πένθος δεν αφορά μόνο την απώλεια ενός προσώπου. Είναι πένθος για τη νεότητα, τις χαμένες δυνατότητες, τις σχέσεις που δεν ολοκληρώθηκαν και τον χρόνο που δεν επιστρέφει. Στη σελίδα 14, αντίστοιχα, η φράση:

«Πριν λήξ’ η νιότη
ακοίμητος να ψάχνεις
σκοπό μεγάλο».

μετατρέπει την ποιητική διαπίστωση σε προτροπή. Η νιότη παρουσιάζεται ως χρόνος που πρέπει να αξιοποιηθεί πριν γίνει και αυτή μνήμη.

Ο έρωτας, ιδιαίτερα στη δεύτερη ενότητα «Αστικές στιγμές», εμφανίζεται κυρίως ως απουσία, νοσταλγία και επιθυμία. Στη σελίδα 29:

«Κοίταζες πικρά
μα εγώ ψιθύριζα
αγάπησέ με».

Το «ψιθύριζα» υπογραμμίζει τον χαμηλόφωνο χαρακτήρα της ερωτικής παράκλησης. Στη σελίδα 30:

«Και οι πιο κοινές
κι ασήμαντές μου σκέψεις
σε νοσταλγούνε».

Η απουσία έχει εισχωρήσει πλέον στην καθημερινότητα. Δεν είναι οι μεγάλες αναμνήσεις που προκαλούν τη νοσταλγία, αλλά οι πιο «κοινές» και «ασήμαντες» σκέψεις. Η κορύφωση έρχεται στη σελίδα 32:

«Κι αυτό που μένει
στο έσχατο ταξίδι
οδύνη κι έρως».

Οι δύο τελευταίες λέξεις συμπυκνώνουν το συναισθηματικό σύμπαν της συλλογής. Ο έρωτας δεν εξουδετερώνει την οδύνη· συνυπάρχει μαζί της.

Παρά τον έντονα εξομολογητικό χαρακτήρα, η συλλογή δεν εγκλωβίζεται στο προσωπικό βίωμα. Ο ποιητής ανοίγει τον λόγο του προς την κοινωνία. Στη σελίδα 13:

«Απ’ τους ψίθυρους
απειλείται η τάξη
και ο έρωτας».

Ο ψίθυρος αποκτά κοινωνική και πολιτική δυναμική. Ακόμη πιο άμεσα, στη σελίδα 23:

«Άδικε όχλε –
δικαίωμα έχω
να σ’ αποστρέφομαι».

Η σκληρή προσφώνηση «όχλε» δείχνει τη ρήξη ανάμεσα στο ποιητικό εγώ και στο πλήθος. Οι «Αστικές στιγμές» είναι έτσι στιγμές ενός ανθρώπου που βρίσκεται μέσα στην κοινωνία, αλλά ταυτόχρονα βιώνει την αποξένωση από αυτήν.

Το αστικό τοπίο, ωστόσο, παραμένει κυρίως ψυχικό. Είναι η πόλη της νύχτας, των κλειστών δωματίων, των άδειων κρεβατιών και της αναμονής. Στη σελίδα 24:

«Το σπίτι βουβό –
ύμνος απελπισμένος
σ’ άδειο κρεβάτι».

Στη σελίδα 28:

«Την πόρτ’ ανοίγω
στο πληκτικό μου δώμα
κουρνιάζ’ ο ύπνος».

και στη σελίδα 29:

«Γράφω ακόμα
σε μια σκοτεινή γωνιά
θλιμμένες λέξεις».

Το αστικό περιβάλλον γίνεται έτσι περισσότερο κατάσταση ψυχής παρά γεωγραφικός χώρος.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η χρήση του παράδοξου και του «μαγικού ρεαλισμού», στον οποίο αναφέρεται ο ίδιος ο ποιητής. Στη σελίδα 26:

«Όταν περπατώ
ανάποδα στον δρόμο
πέφτουν τ’ αστέρια».

Η πραγματικότητα ανατρέπεται και το καθημερινό μετακινείται προς το ονειρικό. Αντίστοιχα, στη σελίδα 16 η στενοχώρια «ξεμπάρκαρε» από τη μνήμη, στη σελίδα 17 οι λογισμοί «πενθούν τις ώρες», ενώ στη σελίδα 30 η νύχτα «γέρνει» και ο πόθος γίνεται «ασκλάβωτος» και «τραχύς». Οι αφηρημένες έννοιες αποκτούν σώμα και κίνηση, επιτρέποντας στο μικρό ποιητικό στιγμιότυπο να αποκτήσει μεγαλύτερο συμβολικό βάρος.

Η γλώσσα κινείται ανάμεσα στη δημοτική καθημερινότητα και σε ένα λόγιο, ελεγειακό λεξιλόγιο: «οδύνη», «λήθη», «λογισμός», «θρήνος», «έσχατο ταξίδι». Παράλληλα, ιδιαίτερα χαρακτηριστικές είναι οι αντιθέσεις και τα οξύμωρα. Στη σελίδα 15:

«Τ’ απομεινάρια
είναι ήττες στοργικές
κι άσπλαχνες νίκες».

Οι «στοργικές ήττες» και οι «άσπλαχνες νίκες» αποτελούν ένα από τα πιο επιτυχημένα συμπυκνώματα της συλλογής, καθώς ανατρέπουν τις συμβατικές σημασίες της νίκης και της ήττας.

Γιάννης Τόμπρος

Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα του βιβλίου είναι, τελικά, η σχέση μορφής και βιώματος. Ο ποιητής δηλώνει στο «Αντί προλόγου» την πρόθεσή του να κινηθεί στη φόρμα των 17 συλλαβών, 5-7-5. Η αυστηρότητα αυτή αντιπαρατίθεται με το περιεχόμενο των ποιημάτων, όπου κυριαρχούν η αστάθεια, η μνήμη, η απώλεια, η εσωτερική σύγκρουση και η άρρυθμη καθημερινότητα.

Όπου η συλλαβική κατασκευή δεν υπηρετεί απόλυτα την αυστηρότητα του 5-7-5, δημιουργείται μια ενδιαφέρουσα απόσταση ανάμεσα στη θεωρητική διακήρυξη και την πρακτική εφαρμογή. Η απόκλιση αυτή αξίζει να επισημανθεί τεχνικά, χωρίς όμως να ακυρώνει την ποιητική λειτουργία των κειμένων. Αντίθετα, μπορεί να ιδωθεί ως μια δημιουργική ένταση: το βιβλίο μιλά για έναν άρρυθμο κόσμο μέσα από μια αυστηρά περιορισμένη φόρμα.

Το εξώφυλλο υπηρετεί την ίδια ατμόσφαιρα. Η ομιχλώδης, σχεδόν ασπρόμαυρη εικόνα του δρόμου, με τα φανάρια και τη μοναχική ανθρώπινη μορφή, μοιάζει με εικαστική προέκταση της ποιητικής του βιβλίου. Ο δρόμος γίνεται δρόμος μνήμης, απώλειας, αναζήτησης και μοναξιάς, ενώ τα φώτα δημιουργούν μικρές νησίδες ορατότητας μέσα στο σκοτάδι. Κάτι ανάλογο κάνουν και τα χαϊκού: φωτίζουν για λίγο μια στιγμή, χωρίς να διαλύουν συνολικά το σκοτάδι της ύπαρξης.

Το είναι σίγουρα στιγμές, άρρυθμες επιχειρεί, τελικά, να μεταφέρει το χαϊκού από την παραδοσιακή παρατήρηση της στιγμής σε μια σύγχρονη ποιητική της εσωτερικής, κοινωνικής και αστικής εμπειρίας. Ο Γιάννης Τόμπρος δεν ενδιαφέρεται τόσο να καταγράψει ένα εξωτερικό φυσικό τοπίο όσο να συλλάβει τη μικρή, σχεδόν αθέατη στιγμή κατά την οποία μια μνήμη επιστρέφει, ένας πόνος ανακινείται, ένας έρωτας γίνεται απουσία ή ένας άνθρωπος βρίσκεται αντιμέτωπος με τον εαυτό του.

Η πρώτη ενότητα, «της περισυλλογής», κινείται περισσότερο στον χώρο της μνήμης, της μοναξιάς, του πένθους και της υπαρξιακής αναζήτησης, ενώ η δεύτερη, «Αστικές στιγμές», διευρύνει το βλέμμα προς την πόλη, την κοινωνία, τον έρωτα και την καθημερινότητα. Και στις δύο, όμως, το βασικό σκηνικό παραμένει ο εσωτερικός άνθρωπος.

Τελικά, το βιβλίο μοιάζει να κινείται πάνω σε μια ουσιαστική αντίφαση: θέλει να δαμάσει το άρρυθμο μέσα από την πειθαρχία του χαϊκού. Και ακριβώς εκεί βρίσκεται μεγάλο μέρος του ενδιαφέροντός του. Οι στιγμές της ανθρώπινης ζωής δεν είναι τακτοποιημένες, αλλά έρχονται αποσπασματικά, επιστρέφουν απρόσκλητες, διακόπτονται και συγκρούονται. Η ποίηση, όμως, επιχειρεί να τους δώσει μορφή και να τις συγκρατήσει πριν χαθούν.

Το χαϊκού γίνεται έτσι όχι απλώς μια μικρή ποιητική φόρμα, αλλά ένας τρόπος να κοιτάξει κανείς το άπειρο μέσα από το ελάχιστο. Να χωρέσει σε λίγους στίχους μια ζωή, μια απουσία, έναν έρωτα, μια ενοχή, μια μνήμη.

Γιατί η ποίηση δεν χρειάζεται πάντα έκταση για να μιλήσει για το άπειρο. Χρειάζεται πυκνότητα, εσωτερικό ρυθμό και μια στιγμή αρκετά δυνατή ώστε να συνεχίζει να υπάρχει μέσα στον αναγνώστη ακόμη και όταν το ποίημα έχει τελειώσει.

 

Η Πωλλέτα Β. Ψυχογυιοπούλου είναι φιλόλογος και βιβλιοθηκονόμος.
Κατέχει μεταπτυχιακούς τίτλους α) στη Διοίκηση Σχολικών Μονάδων και
β) στις Επιστήμες της Αγωγής με ειδίκευση στη Δημιουργική γραφή
(κατεύθυνση εκπαίδευση). Διετέλεσε από το 2011 έως το 2018 Σχολική
Σύμβουλος φιλολόγων Αχαΐας.