• Δεν υπάρχουν προϊόντα στο καλάθι
ΚΟΡΥΦΗ

Οδοιπορικό στις ρωγμές του αιώνα: Στο Μετερίζι του Χρόνου, Δημήτρης Μπαλτάς. Γράφει η Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου

Οδοιπορικό στις ρωγμές του αιώνα: Στο Μετερίζι του Χρόνου, Δημήτρης Μπαλτάς, Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 2026, ISBN: 978-960-289-236-7

Γράφει η Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου

Η ποιητική συλλογή του Δημήτρη Μπαλτά, ΣΤΟ ΜΕΤΕΡΙΖΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ (Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 2026, ΙΣΒΝ: 978-960-289-236-7), όπως αυτή προαναγγέλλεται εικαστικά από το λιτό, υποβλητικό σχέδιο του εξωφύλλου της με το αιωνόβιο δέντρο και την άδεια κούνια, αποτελεί μια βαθιά βουτιά στην υπαρξιακή αγωνία, την κοινωνική φθορά και το ακατάλυτο της ανθρώπινης μνήμης. Ο τίτλος, φορτισμένος με μια αίσθηση χρεωστικής εγρήγορσης, προϊδεάζει τον/την αναγνώστη/-στρια για μια στάση άμυνας και οχύρωσης απέναντι στην ισοπεδωτική ροή των ημερών. Ο δημιουργός δεν επιλέγει τον ρόλο του παθητικού παρατηρητή· στήνει το δικό του παρατηρητήριο, ένα πνευματικό προμαχώνα, απ’ όπου αναμετράται με τις απώλειες, τις κοινωνικές αδικίες και τα τραύματα του έρωτα. Η συνειδητή χρήση της πολυτονικής γραφής δεν αποτελεί μια στείρα προσκόλληση στο παρελθόν, αλλά μια οργανική αισθητική επιλογή που προσδίδει στο έργο μια λόγια διαχρονικότητα, συνδέοντας τον σύγχρονο ελεύθερο στίχο και το πεζοποίημα με τις βαθύτερες ρίζες της ελληνικής γραμματείας. Μέσα από μια γλώσσα ρέουσα, άλλοτε λυρική και άλλοτε απροσδόκητα αιχμηρή, ο Μπαλτάς χαρτογραφεί το σύγχρονο αστικό τοπίο και την ανθρώπινη ψυχή, καταθέτοντας ένα έργο που πάλλεται από αλήθεια.

Η συλλογή ανοίγει ουσιαστικά με μια σπουδή πάνω στην ίδια την πρώτη ύλη της τέχνης, τις λέξεις. Στη σελίδα 9, ο ποιητής δηλώνει εμφατικά πως «οἱ λέξεις εἶναι τά παπούτσια τοῦ ποιητῆ», ορίζοντας εξ αρχής το πλαίσιο αυτής της διαδρομής. Το βάδισμα στον στίχο δεν είναι μια ανέφελη διαδικασία· είναι ένας δρόμος γεμάτος κακοτοπιές, όπου οι λέξεις «κάποιες φορές τόν στενεύουν ἀρδεύοντας τή θλίψη του» και «ἄλλες τόν χτυπᾶνε φουσκώνοντας τόν καημό του». Αυτή η οργανική, σχεδόν σωματική σχέση με τον λόγο αποτελεί το όχημα για να εισέλθει ο/η αναγνώστης/-στρια στον πυρήνα του βιβλίου, εκεί όπου η γραφή μετατρέπεται από αισθητική άσκηση σε εργαλείο επιβίωσης. Αυτό το «παπούτσι» θα οδηγήσει τον ποιητή στις γκρίζες λεωφόρους της πόλης, όπου η ύπαρξη αναζητά απεγνωσμένα τεκμήρια της παρουσίας της. Έτσι, στη σελίδα 10, μέσα από έναν ωμό αστικό ρεαλισμό, σημειώνεται πως «τίς νύχτες ὁ ἦχος τοῦ ἀπορριμματοφόρου, πού ἄσχημα ὑπηρετεῖ τό καθῆκον, εἶναι ἡ πιό σοβαρή ἔνδειξη ὅτι ἀκόμη ὑπάρχουμε». Η ειρωνεία εδώ είναι λεπτή αλλά βαθιά υπαρξιακή: η επιβεβαίωση της ζωής δεν έρχεται μέσα από μια υψηλή πνευματική έξαρση, αλλά μέσα από τον θόρυβο της πιο πεζής, καθημερινής και υποτιμημένης αστικής λειτουργίας.

Από αυτόν τον θόρυβο της πόλης, ο δημιουργός περνά με θαυμαστή πλαστικότητα στον εσωτερικό χώρο, εκεί όπου η απουσία του αγαπημένου προσώπου στεγάζεται σε ψυχρά δωμάτια. Υπάρχει μια εξαιρετική νοηματική και συναισθηματική σύνδεση ανάμεσα στα ποιήματα που πραγματεύονται τον έρωτα ως απώλεια και φθορά. Στη σελίδα 12, η κάμαρα των συναντήσεων περιγράφεται παγωμένη, και «μονάχα ἡ μισοάδεια Μυρτώ στό κομοδίνο μαρτυροῦσε τόν ἀλλοτινό πόθο πού τύλιξαν αὐτά τά σεντόνια». Η κολόνια, ως ένα υλικό αποτύπωμα, μετατρέπεται σε «θυμητάρι ὑφάλμυρο», προοικονομώντας τα δάκρυα που ακολουθούν. Αυτό το υλικό ίχνος της απουσίας βρίσκει την απόλυτη προέκτασή του στη σελίδα 35, όπου ο ποιητής διαπιστώνει με θλίψη πως «ὁ σκόρος ἔφαγε τό κασμιρένιο παλτό. Μαζί μέ τό ὕφασμα χάθηκε καί τό ἄρωμά σου». Εδώ ο χρόνος εμφανίζεται με τη μορφή του εντόμου που καταβροχθίζει τα υλικά τεκμήρια του πάθους, οδηγώντας στη σπαρακτική διαπίστωση: «ὅπως πάει δέν θά μείνει καμιά ἀπόδειξη τοῦ ἔρωτά μας».

Ωστόσο, αυτή η εξαφάνιση των αποδείξεων δεν πτοεί τον δημιουργό, ο οποίος αρνείται πεισματικά τη λήθη και επιλέγει να συντηρεί το τραύμα του ανοιχτό. Στη σελίδα 15, το σπασμένο κάδρο αφήνει ένα αποτύπωμα στον τοίχο που κοιτάζει τον ποιητή σκωπτικά, αποτελώντας μια «θύμηση σουβλερή» και ένα «τεκμήριο πόνου». Αντί να το καλύψει, εκείνος αναβάλλει τη διόρθωση, ομολογώντας: «θέλω ἡ πληγή νά μένει ἀνοιχτή, νά πίνω θέλω τόν πόνο ἀνόθευτο, μήπως μάθω πιά τό τίμημα τοῦ ἔρωτα». Αυτή η ερωτική δοκιμασία δεν είναι τίποτα λιγότερο από μια μύηση, μια οικειοθελής παράδοση στις «θίνες του έρωτα» (σελίδα 20), οι οποίες «στήν ἀρχή μᾶς χάιδεψαν καί ἔπειτα μᾶς ἔγδαραν». Ο Μπαλτάς αναγνωρίζει τη νομοτέλεια αυτού του πόνου «γιατί αὐτό ἔπρεπε νά κάνουν. Αὐτή εἶναι ἡ δουλειά τους» και, αντί για παράπονο, επιλέγει να ρίξει θαλασσινό νερό στις πληγές του για να τις ψήσει το αλάτι, προσφέροντας για ακόμα μία φορά σώμα και ψυχή «βορά στόν φτερωτό θεό».

Παράλληλα με το ερωτικό στοιχείο, η συλλογή διακρίνεται για έναν έντονο, αιχμηρό κοινωνικοπολιτικό λόγο, ο οποίος συνδέεται οργανικά με το υπαρξιακό βάρος του έργου. Ο ποιητής δεν εθελοτυφλεί μπροστά στη σκληρότητα της καπιταλιστικής πραγματικότητας. Στη σελίδα 11, γράφει αποφθεγματικά: «οἱ μηχανές ζητοῦν καλύτερες συνθῆκες ἐργασίας. Οἱ ἐργάτες εἶναι ἤδη νεκροί». Η τρομακτική αυτή αντιστροφή, όπου τα αντικείμενα αποκτούν δικαιώματα ενώ ο άνθρωπος μετατρέπεται σε αναλώσιμο εξάρτημα, βρίσκει την απόλυτη και πιο ρεαλιστική της αποτύπωση στη σελίδα 29, στο ποίημα για το εργατικό ατύχημα. Εκεί, η αγορά ενός κιλού κιμά στο σούπερ μάρκετ μετατρέπεται σε μια πολιτική αλληγορία: «δέν ξέρεις μαζί μέ τόν κιμά πόσα δάχτυλα θά ἀκρωτηριάσει ἡ μηχανή τοῦ κέρδους». Η καταγγελία γίνεται ακόμη πιο αδυσώπητη με τη χρήση της ψυχρής, εταιρικής γλώσσας («ἡ τιμή του ἀναπροσαρμόζεται… μετά τήν ἀπομάκρυνση ἐκ τοῦ ταμείου οὐδέν λάθος ἀναγνωρίζεται»), αποδεικνύοντας πώς η ανθρώπινη ζωή κοστολογείται με όρους καθαρού κέρδους. Αυτή η κοινωνική ευαισθησία συνδέεται άμεσα με τη σελίδα 55, όπου ο Μπαλτάς ξεκαθαρίζει την ηθική και ποιητική του στάση: «εἶμαι πάντα στό πλευρό τῶν ἡττημένων… μά στό βλέμμα τους οἱ ἡττημένοι κρύβουν μιά ντομπροσύνη ἀψεγάδιαστη». Ο ποιητής στρέφει την πλάτη του στους «πετυχημένους» της εποχής, διακρίνοντας πίσω από τη βιτρίνα τους «καμιά λοβιτούρα ξετσίπωτη καί ἀρκούντως φινιρισμένη», και επιλέγει να γίνει η φωνή όσων δεν εξαγόρασαν την αξιοπρέπειά τους.

Η επιστροφή στις ρίζες, στην οικογενειακή μνήμη και στην παιδική ηλικία λειτουργεί ως το μοναδικό αντίδοτο σε αυτή την αλλοτριωμένη πραγματικότητα. Υπάρχει μια συγκλονιστική εσωτερική συνομιλία ανάμεσα στα ποιήματα που ανακαλούν τη μορφή της μητέρας και του πατέρα. Στη σελίδα 13, η διαχείριση των ρούχων της χαμένης μητέρας φέρνει στο φως μια καρφίτσα-λιβελούλα, ένα αντικείμενο συνδεδεμένο με χαρούμενες περιστάσεις, που τώρα πλέον «ἀπόμεινε ν’ ἀνακαλεῖ τόν χαμό σέ μιά ζακέτα ἄδεια». Αυτή η «άδεια ζακέτα» συνομιλεί με τη σελίδα 51, όπου τα χέρια της μητέρας περιγράφονται ως «ὁλάνθιστος μπαξές» και από τα μάτια της «φυτρώνει μιά Μεγάλη Ἑβδομάδα», συνδέοντας τη μητρική φιγούρα με την άνοιξη αλλά και με το απόλυτο, βουβό μαρτύριο. Αντίστοιχα, η φιγούρα του πατέρα εμφανίζεται στη σελίδα 23, όπου «πάλι βρέχει στήν ταράτσα τῆς μνήμης καί ἡ ὑδρορροή παροχετεύει τό νερό στό διψασμένο στόμα τοῦ πατέρα», μια εικόνα μεταφυσικού λυρισμού, όπου η μνήμη λειτουργεί ως ζωογόνος πηγή για τους απόντες. Η συλλογή, ωστόσο, δεν βουλιάζει σε μια στείρα παρελθοντολογία. Στη σελίδα 27, μέσα από το ποίημα για την παιδική χαρά, ο Δημήτρης Μπαλτάς αποτυπώνει τη ζωτική ορμή των παιδιών που σπρώχνουν τον μύλο φτιάχνοντας «ἕναν στρόβιλο μέχρι τά σύννεφα… μιά ἰδέα ἀπό ἥλιο», εκφέροντας μια αυθόρμητη, σχεδόν σπαρακτική κραυγή: «Ὦ, νά φυλάξω αὐτή τή στιγμή!». Είναι η απεγνωσμένη προσπάθεια του ανθρώπου να παγώσει τον χρόνο στο σημείο της απόλυτης αθωότητας.

Αυτή η διαρκής πάλη με τη φθορά και τον χρόνο οδηγεί τον ποιητή σε μια σειρά από μεταποιητικούς στοχασμούς, όπου εξετάζεται ο ρόλος της ίδιας της τέχνης. Στη σελίδα 39, ο Μπαλτάς προσφέρει έναν καθαρό, αποφθεγματικό ορισμό: «βρίσκεσαι μπροστά σ’ ἕναν τοῖχο. Γιά νά συνεχίσεις τόν δρόμο σου, πρέπει νά τόν περάσεις, νά τόν ὑπερβεῖς. Ἡ ποίηση εἶναι ἡ σκάλα πού χρειάζεσαι». Η τέχνη δεν είναι μια πολυτέλεια, αλλά μια αναγκαιότητα, μια πράξη υπέρβασης των ορίων. Αυτή η «σκάλα» είναι που επιτρέπει στον δημιουργό να σταθεί στο δικό του μετερίζι. Η συλλογή κλείνει με τον πιο ιδανικό και συμμετρικό τρόπο στη σελίδα 58, με ένα δίστιχο-μανιφέστο που συνοψίζει ολόκληρο το ποιητικό εγχείρημα: «Ι Στό μεσοδιάστημα τῶν λέξεων ράβω τό ροῦχο τοῦ χρόνου. ΙΙ Στό μεσοδιάστημα τῶν λέξεων ξηλώνω τό ροῦχο τῆς λήθης». Εδώ, η γραφή παρομοιάζεται με μια λεπτή, χειρουργική ή ραπτική διαδικασία. Στο κενό ανάμεσα στις λέξεις, εκεί όπου φωλιάζει η σιωπή, ο ποιητής καταφέρνει ταυτόχρονα να τιθασεύσει τη ροή του χρόνου και να πολεμήσει το σκοτάδι της λήθης.

Συμπερασματικά, το ΣΤΟ ΜΕΤΕΡΙΖΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ είναι μια συλλογή αξιοσημείωτης συνοχής και εσωτερικής δύναμης. Ο Δημήτρης Μπαλτάς, αποφεύγοντας τις εύκολες εντυπώσεις και την επιτήδευση —όπως εξάλλου καυτηριάζει και ο ίδιος στη σελίδα 21, γράφοντας πόσο δύσκολο είναι «νά γράφεις ἕνα ποίημα πού νά λέει κάτι χωρίς νά προσποιεῖται ὅτι κάτι ἔχει νά πεῖ»— καταθέτει μια ποίηση ουσίας. Συνδέοντας με αριστοτεχνικό τρόπο το προσωπικό με το συλλογικό, το ερωτικό τραύμα με την κοινωνική πληγή, και την ιδιωτική απώλεια με την καθολική φθορά, δημιουργεί ένα έργο που λειτουργεί ως καθρέφτης της εποχής μας. Πρόκειται για ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί προσεκτικά, καθώς προσφέρει στους/στις αναγνώστες/-στριες όχι μια ψεύτικη παρηγοριά, αλλά μια αληθινή, στέρεη σκάλα για να υπερβεί τους τοίχους της καθημερινότητάς του.

 

Η Πωλλέτα Β. Ψυχογυιοπούλου είναι φιλόλογος και βιβλιοθηκονόμος. Κατέχει μεταπτυχιακούς τίτλους α) στη Διοίκηση Σχολικών Μονάδων και β) στις Επιστήμες της Αγωγής με ειδίκευση στη Δημιουργική γραφή (κατεύθυνση εκπαίδευση). Διετέλεσε από το 2011 έως το 2018 Σχολική Σύμβουλος φιλολόγων Αχαΐας.