• Δεν υπάρχουν προϊόντα στο καλάθι
ΚΟΡΥΦΗ

«Δώσε μου  τρία σπυριά  καλαμποκιού, Μητέρα» της Αμέλια Έντουαρντς. Απόδοση-Σχόλια: Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης

«Δώσε μου  τρία σπυριά  καλαμποκιού, Μητέρα» της Αμέλια Έντουαρντς

 

Απόδοση-Σχόλια: Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης

 

Δώσε μου  τρία σπυριά  καλαμποκιού, Μητέρα,
Μόνο τρία σπυριά   καλαμποκιού.
Θα κρατήσει τη λίγη ζωή που έχω
Μέχρι τον ερχομό του πρωϊνού
Πεθαίνω απ’ την πείνα και το κρύο, Μητέρα,

Πεθαίνω απ’ την πείνα και το κρύο.
Και τη μισή αγωνία ενός τέτοιου θανάτου
Τα χείλη μου δεν ομολόγησαν  ποτέ

Έχει ροκανίσει σαν λύκος στην καρδιά μου, Μητέρα,
Ένας λύκος που είναι άγριος για αίμα.
Ολόκληρη τη μέρα, και τη νύχτα δίπλα,
Ροκανίζοντας για έλλειψη τροφής

Ονειρεύτηκα ψωμί στον ύπνο μου, μητέρα,
Και το θέαμα ήταν παραδεισένιο
Ξύπνησα με λαχτάρα και πείνα,
Αλλά δεν είχες ψωμί για μένα.

Πώς θα μπορούσα να σε κοιτάξω, Μητέρα,
Πώς θα μπορούσα να σε κοιτάξω 
ψωμί να δώσεις στο πεινασμένο παιδί σου,
όταν κι εσύ πεινούσες;

Γιατί διάβασα την πείνα στο μάγουλό σου,
Και στα μάτια σου τόσο άγρια,
Και την ένιωσα στο κοκάλινο χέρι σου,
Καθώς το άπλωσες στο παιδί σου

Η βασίλισσα έχει τόπους και χρυσό, Μητέρα,
Η βασίλισσα έχει τόπους και χρυσό,
ενώ εσύ αναγκάζεσαι στο άδειο στήθος σου
Ένα σκελετωμένο μωρό να κρατάς

Ένα μωρό που πεθαίνει απ’ την ανέχεια, Μητέρα,
όπως πεθαίνω εγώ τώρα,
με ένα φρικτό βλέμμα στο βάθος του ματιού του 
και την πείνα στο μέτωπό του

Υπάρχουν πολλές γενναίες καρδιές εδώ, Μητέρα
που πεθαίνουν από την ανέχεια και το κρύο
ενώ μόνο στην άλλη πλευρά της Μάγχης, Μητέρα
Υπάρχουν πολλοί που κυλιούνται σε χρυσό

Υπάρχουν πλούσιοι και περήφανοι άνδρες εκεί, Μητέρα,
Με θαυμαστό πλούτο  να δεις,
Και το ψωμί που πετάνε στα σκυλιά τους απόψε
θα έδινε ζωή σε μένα και σε σένα.

Τι έχει κάνει η φτωχή Ιρλανδία, Μητέρα
Τι έχει κάνει η φτωχή Ιρλανδία
Ότι ο κόσμος κοιτάζει και μας βλέπει να λιμοκτονούμε
να χανόμαστε ο ένας μετά τον άλλο;

Οι άντρες της Αγγλίας δεν νοιάζονται, Μητέρα,
Οι μεγάλοι άντρες και οι δυνατοί,
Για τους βασανισμένους γιους του νησιού Έριν 
Είτε ζουν είτε πεθαίνουν

Έλα πιο κοντά στο πλευρό μου, Μητέρα,
Έλα πιο κοντά στο πλευρό μου,
Και αγκάλιασέ με στοργικά, όπως αγκάλιασες
τον πατέρα μου όταν πέθανε.

Γρήγορα, γιατί δεν μπορώ να σε δω, Μητέρα,
Η ανάσα μου έχει σχεδόν χαθεί.
Μητέρα! Αγαπητή Μητέρα! Πριν πεθάνω,
Δώσε μου τρία σπυριά  καλαμποκιού.

 

“Give me three grains of corn, Mother” (Amelia Blanford Edwards)

Give me three grains of corn, Mother/Only three grains of corn/It will keep the little life I have/Till the coming of the morn/I am dying of hunger and cold, Mother/Dying of hunger and cold/And half the πρινny of such a death/My lips have never told/It has gnawed like a wolf at my heart, Mother/A wolf that is fierce for blood/All the livelong day, and the night beside/Gnawing for lack of food

I dreamed of bread in my sleep, Mother/And the sight was heaven to see/I awoke with an eager, famishing lip/But you had no bread for me/How could I look to you, Mother/How could I look to you/For bread to give to your starving boy/When you were starving too?/For I read the famine in your cheek/And in your eyes so wild/And I felt it in your bony hand/As you laid it on your child

The Queen has lands and gold, Mother/The Queen has lands and gold/While you are forced to your empty breast/A skeleton babe to hold/A babe that is dying of want, Mother/As I am dying now/With a ghastly look in its sunken eye/And famine upon its brow/There is many a brave heart here, Mother/Dying of want and cold/While only across the Channel, Mother/Are many that roll in gold/There are rich and proud men there, Mother/With wondrous wealth to view/And the bread they fling to their dogs tonight/Would give life to me and you/What has poor Ireland done, Mother/What has poor Ireland done/That the world looks on, and sees us starve/Perishing one by one/Do the men of England care not, Mother/The great men and the high/For the suffering sons of Erin’s Isle/Whether they live or die/Come nearer to my side, Mother/Come nearer to my side/And hold me fondly, as you held/My father when he died/Quick, for I cannot see you, Mother/My breath is almost gone/Mother! Dear Mother! Ere I die/Give me three grains of corn.

 

 

Ο τίτλος  του ποιήματος ‘Δώσε μου  τρία σπυριά  καλαμποκιού, Μητέρα’, της Αμέλια Έντουαρντς (1831-1892), πέρα από το προφανές νόημά του, παραπέμπει και αναφέρεται όχι μόνο στην πείνα ενός παιδιού, αλλά και στους περίφημους Νόμους του Καλαμποκιού που επιβλήθηκαν από την Βρεττανική Αυτοκρατορία κατά τον 19ο αιώνα. Όσον αφορά την αφήγηση, είναι γραμμένο από την οπτική γωνία ενός παιδιού που παρακαλεί τη μητέρα του για λίγο φαγητό και τροφή. Στην πρώτη γραμμή βλέπουμε το παιδί να αρχίζει τις αγωνιώδεις παρακλήσεις του για φαγητό απ’ τη μητέρα του. Το παιδί είναι προφανώς πολύ αγχωμένο και ταλαιπωρημένο  λόγω της γνωστής κατάστασης στην Ιρλανδία κατά την διάρκεια της Μεγάλης Πείνας. Το μόνο που επιθυμεί είναι να βαστήξει η μικρή ζωή του λίγο ακόμη, μέχρι το αυριανό πρωινό!  Αυτή η συγκλονιστική και σκοτεινή εικόνα εντυπωσιάζει τον αναγνώστη για το πόσο απελπιστική είναι η κατάσταση στην οποία βρίσκεται εκείνο το παιδί, όπως βεβαίως και ο υπόλοιπος πληθυσμός της Ιρλανδίας, αφού όλοι ψάχνουν κάθε μέρα για τα αναγκαία ώστε να επιβιώσουν, κάτι μάλλον απίθανο να συμβεί. Το παιδί πεθαίνει από την έλλειψη τροφής και από το κρύο, συνάμα. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι το παιδί και η μητέρα του κατά πάσα πιθανότητα δεν είχαν καταφύγιο από τον βαρύ καιρό λόγω του γεγονότος ότι οι περισσότερες οικογένειες αφού δεν μπορούσαν να αντέξουν οικονομικά το κόστος του φαγητού, δεν θα μπορούσαν, επίσης, να ανταποκριθούν και  στο ενοίκιο από τους Άγγλους ιδιοκτήτες και γαιοκτήμονες. Στη συνέχεια, βλέπουμε πώς το παιδί δηλώνει, σε σχέση με τον θάνατο από πείνα και την έκθεση στο κρύο της Ιρλανδίας, ότι τα μισά από τα βάσανα ενός τέτοιου θανάτου τα χείλη του δεν τα ξεστόμισαν ποτέ, λεπτομέρεια που φανερώνει ότι δεν είχε ποτέ ξαναζήσει τόσο πόνο και ταλαιπωρία πριν, επομένως δεν χρειάστηκε ποτέ να το εκφράσει σε κανέναν στη ζωή του μέχρι τώρα και φυσικά δεν φαίνεται να διαθέτει τις κατάλληλες λέξεις γι’ αυτό. Ίσως εδώ η ποιήτρια να αποτίει φόρο τιμής στους σθεναρούς και στωικούς Ιρλανδούς που έζησαν κατά τη διάρκεια της Πείνας και δεν παραπονέθηκαν σχεδόν καθόλου για τα βασανιστήρια που υπέφεραν. Στην τρίτη στροφή, περιγράφεται ζωντανά η πείνα που νιώθει το παιδί και η οποία συγκρίνεται με αυτή ενός λύκου που κυνηγάει το αίμα. Περιγράφει τα όνειρά του στη μητέρα του και πώς ανακουφίζεται από τον πόνο του καθώς φαντάζεται φαγητό για να καταπραΰνει την πείνα και την ταλαιπωρία του. Και μόνο η όψη του φαγητού, φαντάζει παραδεισένια, γεγονός που δείχνει ξεκάθαρα πόσο αυτό και οι υπόλοιποι, βεβαίως, κάτοικοι της Ιρλανδίας λαχταρούν για στοιχειώδη  τροφή. Ωστόσο, με απογοητευτικό τρόπο, αυτή η ανακούφιση του παιδιού από τον πόνο του δεν διαρκεί πολύ, καθώς σύντομα ξυπνάει στην σκληρή πραγματικότητα της πλήρους απουσίας φαγητού από πλευράς  της μητέρας του. Καθώς το ποίημα προχωρά μαζί με την θλιβερή ιστορία του παιδιού, γινόμαστε μάρτυρες της ενοχής που νιώθει ακόμα και που περιμένει φαγητό από τη μητέρα του όταν και αυτή η ίδια στην πραγματικότητα πεινάει. Η ποιήτρια χρησιμοποιεί αρκετά συχνά την επανάληψη για να τονίσει και να ενισχύσει τα συναισθήματα ενοχής και μεταμέλειας του παιδιού. Στην επόμενη στροφή, το παιδί ξεδιπλώνει με ανατριχιαστική λεπτομέρεια τις επιπτώσεις της πείνας στη μητέρα του και στην εμφάνισή της, διαβάζοντας την πείνα στο μάγουλό της. Είναι αρκετά εύκολο να φανταστεί κανείς, μετά από αυτή την συγκινητική περιγραφή, τα βυθισμένα και κοίλα μάγουλα της μητέρας του, και του ιρλανδικού πληθυσμού γενικότερα, καθώς συνεχίζουν να πεινούν κατά τη διάρκεια αυτών των σκοτεινών και τρομακτικών χρόνων. Συνεχίζοντας με αυτόν τον τρόπο, η ποιήτρια  γράφει για τα μάτια της μητέρας του παιδιού που τα χαρακτηρίζει ένα είδος αγριότητας λόγω της ακραίας πείνας και για το κοκκαλιάρικο χέρι εκείνης. 

Ο τόνος και το μήνυμα του ποιήματος αλλάζουν ελαφρώς στην επόμενη στροφή, καθώς το παιδί αρχίζει να μιλάει για την Βρεττανική Αυτοκρατορία και τον πλούτο της, αν και με τον πολύ απλοϊκό τρόπο ενός παιδιού. Για τη Βασίλισσα της Αγγλίας και για όλο τον πλούτο που κατέχει η βρεττανική μοναρχία. Μια φορά ακόμα, παρατηρούμε  πώς χρησιμοποιείται το εργαλείο της επανάληψης με μεγάλη αποτελεσματικότητα για να μεταφέρει ένα πιο ισχυρό μήνυμα. Το παιδί τώρα περιγράφει με ανατριχιαστική ακρίβεια μια σκοτεινή εικόνα των επιπτώσεων της πείνας στα παιδιά της Ιρλανδίας και πώς είναι εντελώς στερημένα από δύναμη και τροφή. Στη συνέχεια, παρατηρούμε πώς το παιδί γνωρίζει πως  πεθαίνει, είναι πλήρως συνειδητοποιημένο  για την  τρομακτική θέση  στην οποία βρίσκεται. Καθώς το ποίημα συνεχίζεται, βλέπουμε ξανά το ποίημα να αναφέρεται και να αποτίει φόρο τιμής στους γενναίους, ακλόνητους και στωικούς Ιρλανδούς που υπέφεραν ατελείωτα κατά την διάρκεια αυτής της εξαιρετικά σκοτεινής περιόδου της ιρλανδικής ιστορίας. Θρηνεί την απώλεια των γενναίων ανθρώπων που αντιστάθηκαν κάτω από την καταπίεση της Βρεττανικής Αυτοκρατορίας για τόσο καιρό, πριν τελικά υποκύψουν στη μοίρα τους, στον θάνατο δηλαδή από πείνα και κρύο. Μιλάει επίσης για τον πλούτο που παρέμεινε στην Αγγλία, τη στιγμή που οι άνθρωποι της Ιρλανδίας πέθαιναν από πείνα σε κατάσταση φτώχειας και πλήρους  εξαθλίωσης. Ωστόσο, θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι αυτή αποτελεί την  υπερβολικά απλοϊκή άποψη για την επίλυση των προβλημάτων που αντιμετώπιζε η Ιρλανδία και ότι το μόνο που απαιτούνταν ήταν η οικονομική επένδυση της Βρεττανικής Αυτοκρατορίας για την ευημερία της χώρας. Επικρίνει και θρηνεί το γεγονός ότι οι πλούσιοι Βρεττανοί νοιάζονται περισσότερο για τα ζώα τους παρά για τους ανθρώπους της Ιρλανδίας, αν και αυτό δεν απείχε  πολύ από την αλήθεια καθώς αναγνωρίστηκε ότι οι Άγγλοι συχνά αναφέρονταν στους Ιρλανδούς με περιφρόνηση και αδιαφορία. Το παιδί αργότερα αναρωτιέται τι έχει κάνει η Ιρλανδία για να βιώνει αυτή την βασανιστική και κοπιαστική δοκιμασία. Με μια παιδική άποψη του κόσμου, το ποίημα  ρωτάει αθώα γιατί κανείς άλλος στον κόσμο δεν βοηθάει να σωθεί η Ιρλανδία από τα τρομερά δεινά της και να προσφέρει βοήθεια ενάντια στον αχαλίνωτο λιμό, την ώρα που ένας μετά τον άλλο λιμοκτονεί και χάνεται. Για άλλη μια φορά το παιδί θέτει το ερώτημα αν ο αγγλικός λαός νοιάζεται λίγο ή καθόλου  για τη δεινή θέση στην οποία βρίσκονται οι Ιρλανδοί ως αποτέλεσμα του μεγάλου λιμού, ενώ περιγράφει τον λαό της Αγγλίας ως πλούσιο και με σημαντικό κύρος. Καθώς φτάνουμε στο τέλος αυτού του σπαρακτικού ποιήματος που πραγματικά προσωποποιεί τον ατομικό πόνο και τα βάσανα που υπήρχαν στην Ιρλανδία κατά τη διάρκεια του λιμού, βλέπουμε μια δραματική στροφή στην αφήγηση του παιδιού. Το παιδί λέει απεγνωσμένα στη μητέρα του να έρθει πιο κοντά του και να το κρατήσει στοργικά, με τον ίδιο τρόπο που εκείνη κράτησε στην αγκαλιά της και τον πατέρα του παιδιού όταν εκείνος  πέθαινε. Μια στροφή πλημμυρισμένη από αγωνία,  πόνο και  απελπισία, καθώς το παιδί βιώνει τις τελευταίες στιγμές της ζωής του σε αυτή την οδυνηρή στιγμή, φωνάζοντας και εκλιπαρώντας ακόμα  και τότε για τρία σπυριά καλαμποκιού!

 

Ο Γεώργιος Σχορετσανίτης γεννήθηκε στα Τρίκαλα της Θεσσαλίας τον Μάιο 1953. Τον Ιούνιο του 1970, τελείωσε το Β’ Εξατάξιο Γυμνάσιο Αρρένων Τρικάλων. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών μετά από επιτυχείς εισαγωγικές εξετάσεις, από την οποία αποφοίτησε τον Ιούνιο του 1976. Ειδικεύτηκε στη Χειρουργική στο Αρεταίειο Νοσοκομείο της Αθήνας. Τον Νοέμβριο του 1986, κατόπιν εξετάσεων του χορηγήθηκε ο τίτλος της ειδικότητας της Γενικής Χειρουργικής, ενώ το 1989 η Ιατρική Σχολή Αθηνών τον ανακήρυξε Διδάκτορα με βαθμό “Άριστα”. Έχει εργασθεί σε διάφορα νοσοκομεία στην Ελλάδα και το εξωτερικό και έχει δημοσιεύσει αρκετές επιστημονικές εργασίες σε διάφορα περιοδικά. Τα τελευταία χρόνια εργάστηκε ως Διευθυντής Χειρουργικής στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ηρακλείου. Παράλληλα ασχολείται με την ιστορία της ιατρικής, τον πολιτισμό και τη λαογραφία άλλων λαών, ενώ παράλληλα ταξιδεύει αρκετά σε διάφορα μέρη του κόσμου. Το συγγραφικό του έργο εστιάζεται σε πέντε, κυρίως, ενδιαφέροντα. Την ιστορία της ιατρικής,την ταξιδιωτική λογοτεχνία, την αφροαμερικανική ιστορία και πολιτισμό, την αρθρογραφία και την βιβλιοκριτική. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε πολλές εφημερίδες και έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά.