• Δεν υπάρχουν προϊόντα στο καλάθι
ΚΟΡΥΦΗ

Edna St. Vincent Millay: Τρία ποιήματα από τη συλλογή «Κρασί απ’ τα σταφύλια αυτά» (1934) / μετάφραση: Κώστας Μαντζάκος

Edna St. Vincent Millay: Τρία ποιήματα από τη συλλογή «Κρασί απ’ τα σταφύλια αυτά» (1934) / μετάφραση: Κώστας Μαντζάκος

 

Αντιρρησίας Συνείδησης

Θα πεθάνω, αλλά αυτό 
είναι και το μόνο που θα κάνω για τον Θάνατο.
Τον ακούω να οδηγεί το άλογό του έξω από τον στάβλο.
Ακούω τις οπλές να κροταλίζουν στο πάτωμα του αχυρώνα.
Έχει φούριες. Έχει δουλειές στην Κούβα,
δουλειές στα Βαλκάνια, πολλές στάσεις να κάνει σήμερα το πρωί.
Αλλά δεν θα του κρατήσω το χαλινάρι
καθώς το τραβάει να σφίξει.
Και μπορεί να καβαλήσει μόνος του:
Δεν θα τον σπρώξω για ν’ ανέβει.

Αν και θα μου μαστιγώσει την πλάτη,
δεν θα του πω προς τα πού έτρεξε η αλεπού.
Με την οπλή του στο στήθος μου, δε θα του πω πού
κρύβεται το μαύρο αγόρι στο βάλτο.
Θα πεθάνω, αλλά αυτό είναι το μόνο που θα κάνω για τον Θάνατο.

Δεν είμαι στη μισθοδοσία του.

Δεν θα του πω πού βρίσκονται οι φίλοι μου
ούτε οι εχθροί μου.
Αν και μου υπόσχεται πολλά,
δεν θα του χαρτογραφήσω το δρόμο για την πόρτα κανενός.
Σάμπως είμαι κατάσκοπος στη γη των ζωντανών,
για να παραδίνω ανθρώπους στον θάνατο;
Αδελφέ, ο κωδικός και τα σχέδια της πόλης μας
είναι ασφαλή μαζί μου· ποτέ δεν θα χαθείς εξαιτίας μου.

Τα παιδικά χρόνια είναι το βασίλειο όπου κανένας δεν πεθαίνει

Τα παιδικά χρόνια δεν είναι από τη γέννηση μέχρι μια ορισμένη ηλικία και σε μια ορισμένη ηλικία
το παιδί μεγαλώνει και αφήνει στην άκρη τα παιδιάστικα πράγματα.
Τα παιδικά χρόνια είναι το βασίλειο όπου κανένας δεν πεθαίνει.

Κανένας σημαντικός, τουλάχιστον. Μακρινοί συγγενείς φυσικά
πεθαίνουν, που κανείς δεν έχει δει ποτέ ή τους είδε για μια ώρα,
κι έφεραν καραμέλες σ’ ένα ροζ και πράσινο ριγέ σακουλάκι, ή ένα σουγιά,
κι έφυγαν, και θα λέγαμε πως είναι σα να μην έζησαν καθόλου.

Και οι γάτες πεθαίνουν. Ξαπλώνουν στο πάτωμα και χτυπούν τις ουρές τους,
κι η νωχελική γούνα τους ξαφνικά τρέμει
από ψύλλους που κανείς δεν ήξερε ότι κρύβονταν εκεί,
καφετί και γυαλιστερούς, γνωρίζοντας όλα όσα χρειάζονται,
δραπετεύοντας προς τον κόσμο των ζωντανών.
Φέρνεις ένα κουτί παπουτσιών, αλλά είναι πολύ μικρό, γιατί δεν κουλουριάζεται τώρα:
Έτσι βρίσκεις ένα μεγαλύτερο κουτί, και την θάβεις στην αυλή, και κλαίς.
Αλλά δεν ξυπνάς ένα μήνα αργότερα, δύο μήνες,
σε ένα χρόνο από τότε, σε δύο χρόνια, στη μέση της νύχτας
και κλαίς, με τη γροθιά σου στο στόμα, και λές Θεέ μου! Αχ, Θεέ μου!
Η παιδική ηλικία είναι το βασίλειο όπου κανένας που μετράει δεν πεθαίνει,
—οι μανάδες και οι πατεράδες δεν πεθαίνουν.

Και αν έχεις πει, “Για όνομα του Θεού, γιατί πρέπει πάντα να με φιλάς;”
ή, “Και τι δε θα ‘δινα να σταματήσεις να χτυπάς το παράθυρο με τη δαχτυλήθρα σου!”
αύριο, ή ακόμα και μεθαύριο αν καθυστερήσεις στο παιχνίδι,
υπάρχει ακόμα άφθονος χρόνος για να πείς, “Συγγνώμη, μάνα.”

Το να είσαι ενήλικας σημαίνει να κάθεσαι στο τραπέζι με ανθρώπους που έχουν πεθάνει,
που ούτε ακούν ούτε μιλούν·
Που δεν πίνουν το τσάι τους, αν και πάντα έλεγαν
το τσάι ήταν σωστή παρηγοριά.

Τρέξε κάτω στο κελάρι και φέρε το τελευταίο βάζο με το γλυκό·
δεν μπαίνουν στον πειρασμό.
Κολάκεψέ τους, ρώτα τους τι ακριβώς είπαν
εκείνη τη φορά, στον επίσκοπο, ή στον επιστάτη, ή στην κυρία Μέισον.
Δεν τους ξεγελάς.
Φώναξε, μέχρι να κοκκινίσεις στο πρόσωπο, σήκω επάνω,
τράβηξέ τους από τους άκαμπτους ώμους, ταρακούνησέ τους και βάλε τους τις φωνές. 
Δεν τρομάζουν, δεν ντρέπονται καν. Γλιστρούν
πίσω στις καρέκλες.

Το τσάι σου είναι τώρα κρύο. 
Το πίνεις στα όρθια,
και βγαίνεις απ’ το σπίτι.

 

Αν ακόμα τα περιβόλια σου είναι γεμάτα

Αδερφέ, που θ’ αναπνέεις τον Αυγουστιάτικο αέρα
σε δέκα χιλιάδες χρόνια από τούτη τη στιγμή,
και θα μυρίζεις—αν ακόμα τα περιβόλια σου 
είναι γεμάτα με ξινά μήλα πάνω στο κλαδί—

τα πρώτα φρούτα πεσμένα κάτω από το δέντρο,
και θα βλέπεις την κόκκινη σοδειά τη λαμπερή,
δεν μπορώ να φανταστώ ότι η σκέψη σου 
θα είναι απ’ τη δική μου τόσο διαφορετική. 

Κι αν τη στιγμή εκείνη η πανσέληνος
πάνω απ’ τον λόφο ανεβεί
και μνήμες δύσκολες την μέρα να αντέξεις ,
στο φεγγαρόφωτο ακόμα πιο πολύ,

σχηματιστούν στη σκιά των δέντρων,—
πράγματα που ‘χες ορκιστεί 
πως δε θα ξεπεράσεις, ή έτσι νόμιζες, 
κι όμως όλα τελειώσαν, κι εσύ ακόμα εκεί,

ένας άνθρωπος όχι πια αυτό που πριν ήταν, 
μα ούτε αυτό που είχε σχεδιασμένο,
το δροσερό μήλο απ’ το γρασίδι
στο ζωντανό σου χέρι ζεσταμένο —

πιστεύω πως το κλάμα θ’ αποζητήσεις·
πιστεύω πως τα δάκρυα δε θα κυλάνε·
Αν υποθέσουμε ότι, όπως και τώρα, σε δέκα
χιλιάδες χρόνια οι ανθρώποι θα πονάνε.

 

 

Ο Κώστας Μαντζάκος Γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Γερμανική και Ελληνική φιλολογία, καθώς και Θεωρία Λογοτεχνίας, στο King’s College London και κατόπιν Θέατρο στην Central School of Speech and Drama στο Λονδίνο. Έχει μεταφράσει σονέτα της Edna St. Vincent Millay (Μοιραία Συνάντηση, εκδ. Ρώμη 2023), ποίηση της Maria Pawlikowska-Jasnorzewska (Ο δρόμος που διανύθηκε, εκδ. Συρτάρι 2024), μια επιλογή από τον κύκλο σονέτων της Lady Mary Wroth Η Παμφίλη στον Αμφίλανθο (Συρτάρι 2025) και το θεατρικό έργο Το Σπίτι των Πόθων της Sor Juana Inés de la Cruz (εκδ. Δωδώνη 2025). Ετοιμάζει επίσης μια ανθολογία ποιημάτων της de la Cruz (εκδ. Συρτάρι), καθώς και 2 τόμους Γερμανικής εξπρεσιονιστικής ποίησης: Alfred Lichtenstein, Το ΛυκόφωςΟι ποιητές των βερολινέζικων καφενείων, Jacob van Hoddis, Το Τέλος του Κόσμου, Οι ποιητές των βερολινέζικων καμπαρέ. (εκδ. Περισπωμένη). Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή Μαθήματα Γεω-πονίας (Περισπωμένη 2024). Τα τελευταία χρόνια ζει μεταξύ Αγγλίας και Ελλάδας.