• Δεν υπάρχουν προϊόντα στο καλάθι
ΚΟΡΥΦΗ

ΠΩΣ ΣΥΝΟΜΙΛΟΥΜΕ ΜΕ ΤΟΝ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟ; Δύο κείμενα της Κατερίνας Παπαντωνίου και του Δημήτρη Τρωαδίτη

ΠΩΣ ΣΥΝΟΜΙΛΟΥΜΕ ΜΕ ΤΟΝ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟ; Δύο κείμενα της Κατερίνας Παπαντωνίου και του Δημήτρη Τρωαδίτη

Μετά το πρόσφατο αφιέρωμα του Parallaxi, «Μοιάζει όντως η σημερινή εποχή με το Μεσοπόλεμο;» (9/11/25),  όπου ιστορικοί αναφέρθηκαν σε γεγονότα, πρόσωπα και καθεστώτα,  η Θράκα κάνει ένα παρόμοιο αφιέρωμα όπου πανεπιστημιακοί, κριτικοί, λογοτέχνες και καλλιτέχνες εξετάζουν το ίδιο θέμα από πολιτισμική σκοπιά.

Θυμίζουμε πως, εκτός από τις τεράστιες μηντιακές και τεχνολογικές αλλαγές, ο Μεσοπόλεμος περιλάμβανε σημαντικά καλλιτεχνικά κινήματα (π. χ. γαλλικός υπερρεαλισμός, ελβετικό νταντά, σοβιετικός κονστρουκτιβισμός, γερμανική Βαϊμάρη, ιταλικός φουτουρισμός, αμερικανική αναγέννηση του Χάρλεμ, μεξικανική τοιχογραφία, βρετανικός μοντερνισμός,  μεσογειακός κλασικισμός) καθώς και φιλοσοφικά ρεύματα (π. χ. πρώιμος υπαρξισμός, λογικός θετικισμός, δυτικός μαρξισμός, σχολή Φρανκφούρτης, αναλυτική φιλοσοφία, πολιτισμικός πεσιμισμός).  Στο πλαίσιο αυτό, θα είχε ενδιαφέρον να εξετάσουμε με ποιους τρόπους η λογοτεχνία, η τέχνη και η σκέψη του 21ου αιώνα συνομιλούν με αυτά τα κινήματα και ρεύματα.

Το αφιέρωμα επιμελούνται οι Βασίλης Λαμπρόπουλος, Ομότιμος Καθηγητής της Νεοελληνικής Έδρας Κ. Π. Καβάφη στο Πανεπιστήμιο του Michigan και η Αθηνά Ρώσσογλου, ερευνήτρια και ιστορικός.

Στο εικοστό δεύτερο μέρος του αφιερώματος δύο κείμενα της δικηγόρου και λογοτέχνισσας Κατερίνας Παπαντωνίου και του συγγραφέα με έδρα τη Μελβούρνη Δημήτρη Τρωαδίτη.

 

Μέλπω Αξιώτη

 

Με μια βαλίτσα στο χέρι, εκατό χρόνια πίσω μπρος πίσω

Γράφει η Κατερίνα Παπαντωνίου

 

«…λαχτίζαμε όταν προφταίναμε τα φοβιτσιάρικα ψωρόσκυλα πριν 

μας λαχτίσουνε…» 

Μέλπω Αξιώτη, Σύμπτωση, 1939.

 

Εκατό χρόνια πίσω μπρος πίσω: πόλεμοι παντού, πόλεμοι στην αυλή μας -και η πόρτα είναι σπασμένη-, οικονομική κρίση, ολοκληρωτικά καθεστώτα, εργατικά ατυχήματα, «ιδιώνυμες» διώξεις και καταδίκες λόγω φρονημάτων, γυναικοκτονίες, η βία ως προληπτικό εργαλείο κοινωνικής πειθάρχησης ενάντια στο κράτος δικαίου -αν υπήρξε ποτέ.

Στην εκπνοή του -προηγούμενου- Μεσοπόλεμου πρωτοεμφανίζεται θριαμβευτικά η λογοτέχνισα  Μέλπω Αξιώτη, 1905; – 1973. Οπλισμένη με ένα ασημένιο σουβριάλι* κι ένα μήλο σπάζει τον κανόνα της ελληνικής λογοτεχνίας -έκτοτε, όποια προχωρά ανάμεσα στις ρωγμές, πληρώνει ακριβά διόδια. Το 1938 εκδίδεται από το τυπογραφείο Ρόδη το μυθιστόρημα Δύσκολες νύχτες, επίτευγμα της μοντερνιστικής γραφής. Την επόμενη χρονιά ο Γυναικείος Σύλλογος  Γραμμάτων και Τεχνών τολμά να της απονείμει το πρώτο βραβείο, το οποίο δεν πάει  να παραλάβει ενώ η βράβευση κάνει την «εθνική» -μας;- λογοτέχνισα Π. Δέλτα να αποχωρήσει από τον Σύλλογο. Το 1939 εκδίδεται με κόκκινο εξώφυλλο η ποιητική σύνθεση Σύμπτωση, με την οποία μέσα στο υπερεαλιστικό ρεύμα συνθέτει την πρώτη «γυναικογεωγραφία». 

Μέλπω Αξιώτη και Ναζίμ Χικμέτ

«Σήμερα περιμένω ένα σουβριάλι. Ασημένιο. Ματίζω τον κόλικα από την απάνω λιβάδα, τη μητέρα μου, την Ισμήνη, τα ποντίνια του μισοστίβαλου, τον κύριο Νικία, τον Μανούσο, την Σταμάτα, τη γιαγιά μου  Ολάκερου χωριού λιτή χαρά ομαδική, να πέφτει από τον ουρανό. Από αποσωσμένα μπουμπουκιάσματα και μικρούτσικα κομματάκια είμαστε τώρα όλοι κατασκευασμένοι. Σαν τα βαγόνια. Εκλείσαμε καλά τις πόρτες, απόψε τέλεια πιά από τον κόσμο αποκοπήκαμε, ο κόσμος όξω θα βοά απόψε…Πέρασαν χρόνια. Πέρασαν μέρες. Πέρασαν νύχτες δύσκολες

στον καφενέ του Βροχή 
με το παλιό ρολόι 
σταματημένο στις 7
Οι άντρες λέγανε έργα διαρκείας 
οι γυναίκες γουστάρουν πολύ τα παιδιά 
κι αιφνίδια τα γεννούν ψόφια. 
Κι εγώ είμαι εδώ. Πάντα εδώ.  
Στο ίδιο ανατολικό παράθυρο που ήτανε καμωμένο για την απογεματινή μελαγχολία τα βράδια 

 Ό,τι δεν είχα, εκείνο πάντα ήθελα, κι αφού ό,τι ήθελα δεν είχα. Την εδικιά μου γνώμη ωστόσο δε φάνηκε ποτέ κανένας να την παίρνει στα σοβαρά. Κοιτάζω το δρόμο. Οι άνθρωποι περνούν. Δεν με βλέπουν. Δεν ξέρουν πως είμαι εδώ. Πως υπάρχω. Πως αναπνέω. Πως πονάω. Θέλω να φύγω. Να πάω κάπου μακριά. Εκεί που δεν υπάρχουν τοίχοι. Εκεί που δεν υπάρχουν θείες που γνέθουν το μαλλί της μοίρας μου. Θέλω να γίνω πουλί.  Και τα φτερά μου είναι δεμένα. Δεσμά αόρατα. Δεσμά που τα έπλεξαν γενιές και γενιές γυναικών πριν από μένα. 

Κύματα μας τα φέρνανε κύματα μας τα παίρνανε τα όνειρά μας,
πέστε μου, σε όλα τούτα εμείς τι να κάνομε,
εμείς είμαστε γυναίκες
κι όταν νομίζαμε ότι είμαστε πουλιά
Σούρουπο εγκαταλείπαμε τις κλινικές και τα παιδιά μας τότε πια να μη
μας γνωρίζουνε,
εμείς, τι άλλο θέλατε από μας
Συχνά το φύλο μας προσφέραμε σαν πιάτο
μέσα σε φύλλα μουριάς
και ωστόσο
καθαρίζαμε μήλο»**.

Η ζωή της Μέλπως Αξιώτη και το έργο της είναι η φωνή του Μεσοπόλεμου, η θρυμματισμένη άνθρωπος που με τα δικά της εργαλεία από το σώμα της συντρίμμια μνήμης του κόσμου που χάθηκε για να οικοδομήσει την ελπίδα ενός άλλου, δίκαιου κόσμου. 

Οι Δύσκολες νύχτες εισάγουν την ψυχανάλυση με τον εσωτερικό μονόλογο και την τεχνική της ροής της συνείδησης, σπάζουν τη γραμμική αφήγηση, και, όπως στη Σύμπτωση, αναδεικνύεται ο κατακερματισμός του μεσοπολεμικού υποκειμένου, της ταυτότητας, του χρόνου και της μνήμης. Και στα δύο έργα οι γυναίκες και οι αποσιωπημένοι, έρχονται στο προσκήνιο. Η γυναικεία -σιωπηλή- εμπειρία αναδεικνύεται τόσο ως κοινωνικό́ φαινόμενο όσο και ως ατομικό́ βίωμα, φωτίζοντας διαφορετικές όψεις της καταπίεσης και της υποκειμενικότητας. 

Η Μέλπω Αξιώτη είναι η σημαντικότερη λογοτέχνισα του ελληνικού εικοστού αιώνα: δημιουργεί  τη δικής της γλώσσα, γίνεται η γλώσσα, συγκροτεί με πολλαπλούς μοντερνισμούς παρακαταθήκη και προϋπόθεση για ό,τι καινούριο αρθρώνεται μέχρι σήμερα, ειδικότερα από τις σημερινές ποιήτριες για τον πόλεμο πάνω στο σώμα μας. Το μεσοπολεμικό, αλλά και το σύνολο του έργου της, είναι χρυσός κανόνας για τις σημερινές συγγράφισες που εναντιώνονται στις ντόπιες και παγκόσμιες θανατοπολιτικές.   

Η αρχοντοπούλα από τη Μύκονο κλώτσησε τα προνόμια της, πήρε διαζύγιο, έσπασε το μαργαριταρένιο κολιέ μέσα στο σαλόνι της αριστοκράτισσας μητέρας και, ανεπίτρεπτα κομψή κι αεράτη, με μια βαλίτσα στο χέρι γίνεται μοδίστρα, φεμινίστρια, μαχητική κομμουνίστρια, σέρνει το κάρο της Αλληλεγγύης κατά τη διάρκεια της Κατοχής και, λίγο αργότερα, αναγκάζεται να πάρει τον δρόμο της δύστηνης εξορίας. Η ζωή της συμπυκνώνει τη μεσοπολεμική, επαναστατημένη άνθρωπο ενάντια στην μεγαλοαστική τάξη, στα σκληρά δεσμά της πατριαρχίας και στις σαρκοβόρες καπιταλιστικές πολιτικές με αιχμή τον φασισμό. Αγωνίζεται τόσο για τη βιωτή όσο και για την κοινωνική ανατροπή και ξεκινά να γράφει τη σπουδαία ποιητική της αυτομυθοπλασία. 

Όπως πολλοί διανοούμενοι της εποχής, η Αξιώτη εκφράζει τη στροφή του Μεσοπολέμου προς τη συλλογική δράση και την ελπίδα για μια κοινωνική ουτοπία. Η τέχνη δεν μπορεί να παραμείνει ουδέτερη όταν ο κόσμος φλέγεται, φωνάζει η Αξιώτη σε όσες και όσους επιμένουν να ψελλίζουν το ψευδοδίλημμα περί τέχνης και πολιτικής. 

 ————————————————————————————

*φλογέρα

 ** Σύνθεση από τις Δύσκολες νύχτες και τη Σύμπτωση.

 

 

H Κατερίνα Ι. Παπαντωνίου γεννήθηκε στην Αθήνα, όπου ζει και εργάζεται ως λογοτέχνισα και δικηγόρος. Δημοσιεύει από το 2010. Συνθετική ορμόνη,  μυθιστόρημα σε είκοσι δύο επεισόδια, εκδ. Καστανιώτη 2025, Δεν θα είσαι εκεί, εκδ. Τόπος, 2019, Σκοτεινό Ασανσέρ εκδ. Τόπος, 2016. Συμμετέχει στους συλλογικούς τόμους Monsters of paradise, εκδ. Το ροδακιό, 2026, H φωνή της εκδ. Καστανιώτη, 2023, Fonos,  εκδ. Ksiazkowe Klimaty, Wroclaw, 2022, Ξένο σώμα, εκδ. Κοινωνία των (δε)κάτων, Η Αθήνα αύριο, εκδ. Κοινωνία των (δε)κάτων, 2018, Όλα είναι χάος, εκδ. Πατάκης, 2014, Ιστορίες Μπονζάι, εκδ. Πλανόδιον, 2011. Είναι ιδρυτικό μέλος του δικτύου γυναικών συγγραφέων κατά της έμφυλης βίας και των γυναικοκτονιών «η φωνή της».

 

Erich Mühsam

 

 

 

Η περίπτωση του Γερμανού αναρχικού ποιητή και θεατρικού συγγραφέα, Erich Mühsam

 

Γράφει ο Δημήτρης Τρωαδίτης*

 

Εκτός από δύο μικρά βιβλία (Έριχ Μύζαμ, Η δημιουργία της Βαυαρικής Δημοκρατίας των Συμβουλίων – Από τον Άισνερ έως τον Λεβινέ, μτφ. Γιάννης Κέλογλου, εκδ. Βιβλιοπέλαγος, Αθήνα 2020 και Erich Mühsam, Από το καμπαρέ στα οδοφράγματα, εκδ. Ελευθεριακή Κουλτούρα, Αθήνα 2006) τίποτε άλλο δεν υπάρχει που να συνδέει το ελληνικό αναγνωστικό κοινό με τη σκέψη, την ποίηση και τη δράση του Γερμανού αναρχικού ποιητή και θεατρικού συγγραφέα, Erich Mühsam (6 Απριλίου 1878 – 10 Ιουλίου 1934).

Έχοντας σπουδάσει Φαρμακευτική, ο Erich Mühsam σύντομα βρέθηκε να έλκεται από τη ριζοσπαστική πολιτική και τους μποέμικους κύκλους του Βερολίνου και του Μονάχου, όπου εγκαταστάθηκε το 1906. Ίδρυσε την αναρχική ομάδα «Tat» (Πράξη) κατά τη διάρκεια της κρίσης της ανεργίας του 1909. Το 1911 ξεκίνησε το «Kain» (Κάιν), ένα μηνιαίο αναρχικό λογοτεχνικό περιοδικό γνωστό για τον καυστικό σαρκασμό του. Για τον Mühsam, οι ποιητές και οι καλλιτέχνες κάθε είδους έπρεπε να είναι ακτιβιστές στον αγώνα κατά της καταπίεσης και της αδικίας.

Διαδραμάτισε ηγετικό ρόλο στη Γερμανική Επανάσταση του 1918-1919, και φυλακίστηκε για πέντε χρόνια. Ο ίδιος βρισκόταν συχνά σε διαμάχη με άλλους αναρχικούς, καθώς οι αναρχικές του απόψεις ήταν σημαντικά πιο εκλεκτικές από την τότε επικρατούσα τάση του γερμανικού αναρχισμού. Δεν ήταν μόνο οπαδός της άμεσης δημοκρατίας με τη μορφή του συστήματος των συμβουλίων, αλλά είχε και άμεση εμπειρία, αφού συμμετείχε στα εργατικά και αγροτικά συμβούλια που εμφανίστηκαν κατά τη διάρκεια της επανάστασης στη Γερμανία.

Στο δοκίμιό του «Απελευθερώνοντας την κοινωνία από το κράτος» περιγράφει το σύστημα των συμβουλίων ως την ομοσπονδιακή ενότητα όλων των εργαζομένων και καταναλωτών, από τις μικρότερες ομάδες ανθρώπων που μοιράζονται τα ίδια συμφέροντα μέχρι τις ευρύτερες οικονομικές συμμαχίες. Αυτό το σύστημα διασφαλίζει ότι ο καθένας είναι υπόλογος σε όλους και όλοι είναι υπόλογοι στον καθένα σε ένα πνεύμα ίσων δικαιωμάτων και εθελοντικής λήψης αποφάσεων, χωρίς προνόμια ή εξουσία. Είχε έντονη επιθυμία να ενώσει την εργατική τάξη και έτσι συνεργάστηκε με διάφορες αριστερές ομάδες και μη κομματικές οργανώσεις – αριστερές τάσεις του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD), του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος (KPD), συμβουλιακούς κομμουνιστές και αναρχικούς.

Ωστόσο, ο Muhsam ήταν ένας ταλαντούχος συγγραφέας, καλλιτέχνης και τέλειος μποέμ, που ενδιαφερόταν για την πολιτιστική έκφραση και τον πειραματισμό εξίσου με τον κοινωνικό αγώνα. Αντίπαλος του καπιταλισμού και του πολέμου, υπερασπιστής των δικαιωμάτων των γυναικών και των ομοφυλόφιλων και εξέχουσα ελευθεριακή φωνή στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Χωρίς να ενδιαφέρεται στενά για τη γερμανική πολιτική, ο Muhsam εξέτασε τις διεθνείς υποθέσεις από διεθνιστική σκοπιά. Μετά από μια εξέγερση στη Δυτική Ιάβα το 1926, έγραψε: «Στη Γερμανία, πολλές φωνές ζητούν από την Κοινωνία των Εθνών να εκχωρήσει αποικίες. Αποικίες για τη Γερμανία; Περισσότεροι από δύο εκατομμύρια Γερμανοί εργάτες είναι άνεργοι. Οι υπόλοιποι εργάζονται για μισθούς που είναι περίπου σαράντα τοις εκατό κάτω από τα προπολεμικά επίπεδα. Ό,τι κάνουν οι Ολλανδοί ιδιοκτήτες φυτειών στην Ιάβα, το κάνουν οι Γερμανοί καπιταλιστές στη χώρα τους. Η Γερμανία δεν χρειάζεται αποικίες – η Γερμανία χρειάζεται τους ανθρώπους της Ιάβας!»

Όσον αφορά την υπόθεση των Sacco και Vanzetti, δύο ιταλογεννημένων Αμερικανών αναρχικών που δικάστηκαν και εκτελέστηκαν για φόνο με βάση εξαιρετικά αμφίβολα στοιχεία, ο Muhsam σημείωσε: «η διαβόητη μεταχείριση των Sacco και Vanzetti… αποδεικνύει ότι η χώρα με την πιο ανεπτυγμένη τεχνολογία είναι επίσης η χώρα με τη λιγότερο ανεπτυγμένη ηθική».

Με την άνοδο των Ναζί στην εξουσία, ο Muhsam, ως Εβραίος και αναρχικός, αποτέλεσε άμεσο στόχο, ιδιαίτερα επειδή συνέχισε ακούραστα να κάνει εκστρατεία εναντίον τους. Συνελήφθη στα τέλη Φεβρουαρίου του 1934 και μεταφέρθηκε σε πολλές φυλακές και στρατόπεδα συγκέντρωσης, ενώ παράλληλα ταπεινωνόταν και βασανιζόταν.  Το πρωί της 10ης Ιουλίου 1934, βρέθηκε απαγχονισμένος στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Oranienburg. Ο θάνατός του χαρακτηρίστηκε επισήμως ως αυτοκτονία, αλλά τα στοιχεία δείχνουν ότι δολοφονήθηκε.

Σήμερα που βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέα άνοδο του φασισμού κάθε απόχρωσης, τόσο η σκέψη και η ποίηση του Erich Mühsam παραμένουν βαθιά επίκαιρες λόγω του ασυμβίβαστου αντιφασισμού τους, της κριτικής τους σε εξουσία -κρατική ή μη- και της έκκλησης που απευθύνουν στην κοινωνία για αλληλεγγύη από τη βάση. Ως ηγετική φυσιογνωμία της Βαυαρικής Επανάστασης και φανερός αντίπαλος των Ναζί, το έργο του Mühsam αποτελεί μια ιστορική, αλλά και επείγουσα προειδοποίηση ενάντια στην άνοδο των ακροδεξιών ιδεολογιών, τον κάθε εφησυχασμό και τους κινδύνους που εκπορεύονται.

 

 

Ο Δημήτρης Τρωαδίτης γεννήθηκε στην Αθήνα, και διαμένει στη Μελβούρνη. Σπούδασε Δημοσιογραφία και γράφει ποίηση από τα γυμνασιακά του χρόνια. Παρακολουθεί τόσο την εξέλιξη της λογοτεχνίας και κυρίως της ποίησης στην Ελλάδα, ερχόμενος σε επαφή, μέσω του blog του (τοκoskino.με), αλλά και γενικότερα, με Έλληνες ομότεχνους και αναγνώστες, όσο και τα τεκταινόμενα στο χώρο της αντιεξουσιαστικής Αριστεράς και του αναρχικού κινήματος. Έχει εκδώσει δέκα ποιητικές συλλογές και τρία βιβλία ιστορικού περιεχομένου.