Καλοκαιρινές προτάσεις των Εκδόσεων Θράκα- Οκτώ ποιητικά βιβλία
Καλοκαιρινές προτάσεις των Εκδόσεων Θράκα- Οκτώ ποιητικά βιβλία
Το Ελληνικό καλοκαίρι έχει τον δικό του ρυθμό, κάποτε νωχελικό, με τη βαριά αχλή της ζέστης στα επίνεια, τους παραθαλάσσιους τόπους και την ελληνική περιφέρεια, και το πιο συχνά, για πολλούς από μας, εντός των αστικών κέντρων, όπου έχει πυρώσει το τσιμέντο, οι κεντρικοί δρόμοι παραμένουν μποτιλιαρισμένοι και η ζέστη κολλάει επάνω σου ασφυκτικά. Η ποίηση ξέρει πολλά για τα καλοκαίρια ολονών μας! Καθώς πλησιάζουμε στα μέσα του καλοκαιριού, μπορούμε να τραβήξουμε για άλλες διαδρομές, αυτές που θα μας δείξει η καλή Ελληνική ποίηση.

- Οι ψυχές των ψαριών, Σάντι Βασιλείου (Θράκα, 2024)
«Οι ψυχές των ψαριών» είναι η δεύτερη ποιητική συλλογή της Σάντις Βασιλείου. Αν στο εξαιρετικό πρώτο της βιβλίο, «28 ημέρες κάτω από τη γη» (Θράκα 2017), υπήρχε μια τάση για διαφυγή από τον κλειστοφοβικό χώρο του σπιτιού, ένας σωματικός έλεγχος που επιβάλλεται από το οικογενειακό περιβάλλον και μια αντίσταση της γυμνότητας που οδηγεί επαναστατικά στην ενηλικίωση, στην δεύτερη συλλογή το ποιητικό υποκείμενο είναι ένα ανεξάρτητο πλάσμα που έχει καλά πια γνωρίσει το γυναικείο του κορμί.
Η ποιητική δεινότητα της Σάντις Βασιλείου μας δίνει ένα βιβλίο δουλεμένο στην λεπτομέρεια, που γνωρίζει την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης συνθήκης και την αποδίδει με τρομερή ευαλωτότητα, δίχως να περισσεύει λέξη, καθώς η επιμέλεια και η αφαίρεση του δίνουν ένα κομψοτέχνημα ποιητικής. Η ευρυχωρία των ποιητικών της εικόνων δίνει μεγάλο περιθώριο στο άρρητο, αναγνωρίζει τις αντιφάσεις, ενώ γνωρίζει καλά να θέτει τα μεγάλα ερωτήματα, τα οποία απαντώνται μόνο με τη σιωπή, αποδίδοντας απολύτως όμορφα την ανθρώπινη κατάσταση που αγνοεί τους όρους και την τραγικότητα της. Αν το ποιητικό υποκείμενο νιώθει άγονο, μέσα στην πατριαρχική συνθήκη όπου «Κορίτσι χαρίζεται στην Αθήνα/ άσχημα μεταχειρισμένο/ (μόνο για ανταλλακτικά)» κι όπου λέει στο αρσενικό «Δείξε μου με την ακρίβεια του οργάνου σου/ το δρόμο για το σπίτι», ωστόσο ακολουθεί μια υπόσχεση πράσινου που «μεγάλωνε με χύσια και φιλιά», κρατά έναν ανυποχώρητο δυνα (μισμό μέσα, αν και λαβωμένο, και έρχεται να βρει τον κόσμο λέγοντας «Να μην είμαι μόνη/ μέρος του κοπαδιού χιλιάδων ομοίων μου». Το βιβλίο της Σάντις Βασιλείου είναι μια ονειρική, σπουδαία λυρική στιγμή της σύγχρονης ποίησης της Ελλάδας, πασχίζει να μιλήσει για την σωτηρία της ψυχής μέσα στο ξόδεμα και το λάβωμα από τον άλλον και το κάνει συνδέοντας την γυναικεία κατάσταση με την μητέρα φύση και ιδίως τους ωκεανούς, τα δάση και τα ψάρια, όπου τοποθετεί και τον ίδιο της τον εαυτό. Πρόκειται για ένα τρομερά ώριμο και τρυφερό έργο που πονάει και είναι δοτικό και ειλικρινές, ώστε είναι αδύνατο να μην αγαπήσεις το μεγαλείο του. – Νικόλας Κουτσοδόντης

2. Όταν παύω να είμαι λουλούδι, ενοχλώ, (Επιλογή ποιημάτων), Yolanda Castaño (Θράκα, 2025, Μτφ. Δημήτρης Αγγελής)
«Η γαλικιανή ποίηση που γράφεται από γυναίκες έχει να επιδείξει τις τελευταίες δεκαετίες μια άνευ προηγουμένου επανάσταση. Η περιφέρεια επαναπροσδιορίζει έτσι ένα μονολιθικό ενίοτε κέντρο, καθιερώνοντας έναν τολμηρό και ριζοσπαστικό ορίζοντα για την επανεξέταση της ποιητικής δραστηριότητας. Η Γιολάντα Καστάνιο είναι μία από τις πλέον εξέχουσες κι αναγνωρισμένες φωνές της, ικανή να δημιουργήσει και να επινοήσει μια ταυτότητα που νοείται ως ροή οπτικών εικόνων που χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις». -[Antonio Ortega, Babelia/El País]

3. Γνωρίζω αυτές που πλέκουν στη μέση της θάλασσας, Τρία Έπσιλον (Ευσταθία Π.) (Θράκα, 2022)
[…] πρέπει να ξέρεις να φοβάσαι το νερό, τη φωτιά, τους ανθρώπους, τα αγριεμένα παιδιά που σου ρίχνουνε πέτρες κάτω στον κάμπο, σε πνίγουν, σου πατάνε το κεφάλι στο χώμα, τρως άμμο, ξεχνάς το όνομά σου, τη μητρική σου γλώσσα, πόσα αδέρφια έχεις, πώς σε λένε, από πού είσαι, ποιος είναι ο κρέοντας και ποια η θήβαποια είναι η μοίρα που σ’ αυτά εδώ τα χώματα σε έχει ξεβράσει (σ. 35). Η θάλασσα που ξεβράζει παίρνει τη μορφή τής απώλειας, ατομικής και δημόσιας, βαπτίζει και πνίγει, αγριεύει και καλύπτει, θολώνει και ημερεύει. Κάποτε, δανείζει την ίδια την ουσία της στο ποιητικό υποκείμενο, νοηματοδοτώντας τις κινήσεις και τις σκέψεις του, θέτοντάς τες υπό τη δύναμή της. Με τη συλλογή γνωρίζω αυτές που πλέκουν στη μέση της θάλασσας, η τρία έπσιλον δημιουργεί με υλικά παρμένα από το δημόσιο έναν ιδιωτικό χώρο, κατοικήσιμο και ταυτόχρονα αφιλόξενο, ο οποίος μοιάζει διαρκώς να μετεωρίζεται στα ρευστά του σύνορα. – Μάριος Κυπαρίσσης Μώρος

4. Σώμα σαν σπίτι, Αθηνά Αραπάκη (Θράκα, 2025)
Μετά από δύο ποιητικές συλλογές, η Αθηνά Αραπάκη επιθυμεί να μας μιλήσει για το «Σώμα σαν σπίτι», όντας προσωπική, μα και πολιτική όσο ποτέ. Το πρώτο που παρατηρεί κανείς είναι την εξαιρετική φυσικότητα της λυρικής της αφήγησης και την γλυκιά, ισορροπημένη και ζεστή ροή της γραφής της, που καταπιάνεται με την ωμότητα στον κόσμο, το ασφυκτικό της αστικής ζωής, αλλά και τον βαθύ και αναγκαίο έρωτα. Τα ποιήματά της είναι των τσακισμένων, εκείνων με τα «ωμά λαχανικά σε σάπια ούλα», όσων νιώθουν το αδιέξοδο της χώρας, όσων έχουν μεταναστεύσει, κάνουν τρεις δουλειές κι έχουν κρίσεις πανικού, μα είναι και των γυναικών που ασφυκτιούν μέσα σε έναν κόσμο εκμεταλλευτικό και πατριαρχικό. «Τα όνειρα /οι μισθοί /και οι συνειδήσεις μας /βουλιάζουν στη φρεσκοπλυμένη άσφαλτο», παραδέχεται στα ποιήματα, εκφράζοντας την αγωνία και την αγανάκτηση ολόκληρης της γενιάς της που έχει «σκουριασμένες από τη φρίκη φωνητικές χορδές». Μέσα σε αυτές τις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες, στους απλήρωτους λογαριασμούς και στην βία κατά των γυναικών, υπάρχει πάντα ο έρωτας, «Στη λακκούβα που ’χεις στο στέρνο /έχω ένα σπίτι», ομολογεί, και παραδέχεται έτσι πως ο/η σύντροφος μας είναι και το σπίτι μας, είναι ο τόπος που κατοικούμε, όπου υπάρχει η δίκαιη μοιρασιά, όπου υπάρχει επιτρεψιμότητα να μπαίνει μέσα μας και να σκαλίζει κοχύλια και αχινούς. Αυτή είναι και η βαθύτερη πολιτική ουσία του γλυκύτατου αυτού βιβλίου, που τολμά στην εποχή της ακραίας μοναξιάς να μιλήσει γι αυτό που αληθινά θελήσαμε, δηλαδή μια φωτιά στο βάθος «να ανταμώνουμε /τους γύρω και το /μέσα μας». -Νικόλας Κουτσοδόντης

5. Αστική αγωνία, Ιωάννα Λιούτσια (Θράκα, 2025)
Η ενηλικίωση είναι ένας πόνος, είναι η μέρα που «πιάνει τα δάχτυλά μου ένα ένα και τα τραβά/ όπως μικρή με ξύπναγε η γιαγιά μου/ κι ας σηκωνόμουν τότε πιο εύκολα/ γιατί να συνδυάσει τον πόνο με το ξύπνημα». Πόσες και πόσοι αλήθεια δεν έχουμε μια αντίστοιχη εμπειρία; Η νέα ποιητική συλλογή της Ιωάννας Λιούτσια, «Αστική αγωνία», βρίθει από εξαιρετικά δουλεμένα ποιήματα, με οξυδερκείς εικόνες, σπουδαίες ποιητικές ιδέες που με τη σειρά τους γίνονται μεστά ποιήματα. Ακόμα πιο συνειδητά λοιπόν, γράφει μια συλλογή ποιημάτων κοινωνικού ρεαλισμού, όπου πρωταγωνιστούν η «πόλη που όλο χτίζεται πάλι», δηλαδή η μάνα Θεσσαλονίκη, και η πρωτεύουσα Αθήνα: «Οι φίλοι μου ήρθαν όλοι/ στην Αθήνα για δουλειά,/ όπως κι εγώ». Γίνεται η ίδια ο γενέθλιος της τόπος, γίνεται η φωνή των εσωτερικών μεταναστών για δουλειά, των εργαζομένων, αλλά και πιο συγκεκριμένα των γυναικών: «μ’ αρέσουν οι γυναίκες/ δεν χωράνε σε κουτάκια/ δεν χωράνε σε στίχους/ δεν χωράνε σε κανένα ποίημα ταξινόμησης». Και πράγματι, αγκαλιάζει ολόπλευρα την γυναικεία εμπειρία, οι ηρωίδες της μπορεί να γλεντούν και μπορεί να «ντρέπονται για την κοιλιά τους», μπορεί να είναι η κυρά Ρήγα της πολυκατοικίας, που απεγνωσμένα ψάχνει να ξεγελάσει τη μοναξιά της μιλώντας σε κόσμο και κάνοντας αισθητή την παρουσία της, αλλά και η κάθε γυναίκα που βλέπει τον ενήλικο εαυτό της να θυμίζει τη μάνα της, να έχει γίνει μια νοικοκυρά με τη σειρά της που πλένει «πιάτα με Στράτο Διονυσίου». Η φωνή στα ποιήματα είναι ζωντανή, είναι ερωτευμένη, αλλά γνωρίζει και την απώλεια, είναι βαθιά στοχαστική και συνειδητοποιημένη: για εκείνην, η αγάπη είναι το τζάμι ενός τρένου τη νύχτα, ακριβώς επειδή «πρέπει να κάνεις προσπάθεια/ ν’ ανοίξεις το βλέμμα πέρα απ’ το είδωλό σου». Η «Αστική αγωνία» μας μαθαίνει τελικά πώς να αντέχουμε τον πόνο της ημέρας και υπερήφανα αγκαλιάζει τις πιο ευάλωτες πλευρές μας, με έναν τρόπο φροντιστικό και πανέμορφα θηλυκό, γιατί όπως ομολογεί: «μα αυτό που γράφω, / στο μαγείρεψα». -Νικόλας Κουτσοδόντης

6. Λίμνες μέσα σε θάλασσα, Αριστοτέλης Πιττάρης (Θράκα 2025)
Με το πρώτο του βιβλίο, «Λίμνες μέσα σε θάλασσα», που αποτελείται από δέκα διηγήματα και δύο ποιητικές ενότητες, ο Αριστοτέλης Πιττάρης μας δίνει ένα υβριδικό έργο, στο οποίο μαστόρικα γράφει με βαθιά ανθρωπιά για τον θάνατο, τη φύση, την ενικότητα των ανθρώπων, την αίσθηση αδιεξόδου, ακόμα και για την ριζοσπαστική αμφισβήτηση. Ένα παπάκι βρίσκει τον θάνατο και «Ποιος ξέρει; Κάποιοι τυχάρπαστοι λένε για κάτι έργα, κάτι διαρροές μιας εξόρυξης χρυσού κάπου εκεί κοντά. Ποιος ξέρει;», ενώ άλλοτε σκέφτεται οτι: «Και, όμως, μένουμε ενικοί σχεδόν μονοκόμματοι. Καθένας ξέχωρα». Αυτό το ξέχωρα συνιστά και μια άβυσσο, οπότε το ποιητικό υποκείμενο επιτρέπει στον εαυτό του να ονειρευτεί και λέει: «να αφήναμε τα κομμάτια μας να παίξουν επιτέλους στον αέρα· να βρεθούν μεταξύ τους οι λύπες και να παρηγορηθούν οι χαρές και να συνομιλήσουν οι προσμονές μας». Αφήνει ακόμα περιθώριο για μια έφοδο στον ουρανό, μια νέα ελευθερία «Να δαγκώσουμε το χέρι που μας ταΐζει (…) Όπως σε παλιότερες, αγριότερες εποχές». Στα εξαιρετικά του κείμενα, πεζά και ποιητικά, συμπυκνώνει τόσο την συνείδηση του κοινωνικού και πολιτικού ψύχους, όσο και εκείνη της αναπόδραστης ανάγκης για κάτι ζεστότερο, για την συνύπαρξη, την προσμονή για εκείνη που θα του έδειχνε τον δρόμο προς το συναίσθημα ξανά, αλλά και την αλλαγή, το να ξεχύνεσαι στους δρόμους σε μια νέα ελευθερία, το να πάψεις να κοντοστέκεσαι λαχανιασμένη στα σκοτεινά, το να βγάζεις μεγαλόπρεπα τη γλώσσα. «Δε βγάζω λέξη δε βγαίνω έξω· παραμερίζω λίγο μόνο κι αφήνω τον κόσμο ολόκληρο να μπει». Να μπει, λοιπόν κι ο κόσμος, όπως ο αναγνώστης γενναιόδωρα μπαίνει στα ευρύχωρα και φιλόξενα αυτά κείμενα και αναπνέει, αναγνωρίζοντας τον εαυτό του και τους δίπλα του, την σημασία του μαζί, της πιο δυναμικής, αναγκαίας και όμορφης αναστάτωσης. -Νικόλας Κουτσοδόντης

7. Σίνγκερ, Ευσταθία Π. (Θράκα, 2025)
Μετά την πρώτη της εμφάνιση, με την βραβευμένη με Βραβείο Θράκα, αλλά και με το Βραβείο «Γιάννης Βαρβέρης» της Εταιρείας Συγγραφέων, ποιητική συλλογή «Γνωρίζω αυτές που πλέκουν στη μέση της θάλασσας», η Ευσταθία Π. πλέκει και πάλι, συρράπτει με μια μηχανή «Σίνγκερ», πολλές και διάφορες πτυχές του κατακερματισμένου εαυτού του σύγχρονου ανθρώπου μέσα στο αστικό τοπίο. Το σύγχρονο κοινωνικό τώρα είναι μια θάλασσα, «εκεί όπου ζουν όλα τα τρομερά νεκρά σώματα» και εκβάλλει το πάθος. Μέσα στα εξαιρετικά δουλεμένα, σχεδόν μινιμαλιστικά, ποιήματα, όπου κυριαρχούν εικόνες με μεγάλη νοητική ευρύτητα και λυρική δεινότητα, το ποιητικό υποκείμενο μιλά για τους τσακισμένους των πόλεων, τον φόβο και τη βία μιας πραγματικότητας χωρίς νερό, χωρίς μέλλον, όπου οι άνθρωποι και ειδικά οι θηλυκές φιγούρες, μένουν κρυμμένοι. Το ποιητικό υποκείμενο ομολογεί: «γράφω απ’ τον τόπο με την ομίχλη» και προχωρά περιγράφοντας την παρέμβαση του στα πράγματα, όπου έχει σταθεί και φωτογραφίζει, με αποτέλεσμα να την αποκλείνουν από τη φυλή. «Πλέκουμε με λέξεις τοίχους», ομολογεί, και η πόλη «κλωτσά την καρδιά μας από λόφο σε λόφο». Η παρουσία του θανάτου είναι καταλυτική στο «Σίνγκερ», ένα βιβλίο γραμμένο στον απόηχο της τραγωδίας των Τεμπών κι έτσι «μετά από τόσους νεκρούς γέμισε χώμα το ποίημα». Η αίσθηση της κοινωνικής και πολιτικής ανομβρίας, το αδιέξοδο και το ασφυκτικό της τωρινής συνθήκης, δίνει πάντοτε όμως το περιθώριο για την σύνδεση των ανθρώπων, τον έρωτα, την συνύπαρξη, με όσες δυσκολίες κι αν έχει αυτή. «Στην απέραντη όχθη του θανάτου / που σαν με φιλάς δεν με νοιάζει αν θα πάω», λοιπόν, ο ερωτικός άλλος, όπου «άνθρωποι που σου λένε άργησες, πόσο άργησες, / δέκα χρόνια πέρασαν σχεδόν / στο τέλος ήρθες» είναι αυτός ο «άνθρωπος που κοιμάται /πιάνει στα χέρια του κλωστή και ξεκινά να πλέκει / με το βαμβάκι σύννεφα / με θάλασσα αλάτι / με άσπρο φως τις φίλες μου / μ’ εσένα τον θεό». Κι έτσι, η ποιητική συλλογή αναβλύζει τόσο αγωνία, όσο και μια βαθιά ανθρωπινότητα που τελικά δίνει το φως μέσα στο κυρίαρχο σκοτάδι και την πυξίδα μέσα στην ομίχλη. -Νικόλας Κουτσοδόντης

8. Μετείκασμα, Σωκράτης Καμπουρόπουλος (Θράκα, 2024)
Ποιά είναι η εικόνα που μένει έστω γι’ αυτό το ένα δέκατο του δευτερολέπτου στο αισθητήριο της όρασης του ποιητή, ενώ έχει ήδη παρέλθει, ενώ είναι πια παρελθόν; Το «Μετείκασμα», η πρώτη ποιητική συλλογή του πρώην στελέχους του ΕΚΕΒΙ Σωκράτη Καμπουρόπουλου, ένα προϊόν μνημοτεχνικής επεξεργασίας εμπειριών της πραγματικότητας 35 συναπτών ετών, βρίθει εικόνων, κυρίως όμως πραγμάτων. Πρόκειται για έναν εξαιρετικά διαβασμένο και θεωρητικά καταρτισμένο συγγραφέα, που συχνά έμμεσα ή άμεσα θεματοποιεί ποιητικούς και αισθητικούς τρόπους και αρχές, όπως στο ποίημα «Έντεκα στάσεις», όπου συμπυκνώνεται η διδασκαλία του Γάλλου ποιητή Φρανσίς Πονζ, κατά την οποία ο ποιητής βλέπει μέσα από τα μάτια των ίδιων των πραγμάτων, αποδίδει την οπτική τους γωνία και τους χαρίζει αισθήματα. Θέλω να σε βλέπω να καίγεσαι πάνω μου. Μέχρι να καείς, θα έχω αρπάξει κι εγώ από κάτω σου, λέει το ένα κούτσουρο στο άλλο. Αυτή η σαρωτική φλόγα της επαφής των πραγμάτων αποδίδει τελικά την ίδια την σαρωτική επαφή των ανθρώπων, τη συγκλονιστική στιγμή που αφήνονται στη φλόγα τους να καούν. Σε πολλά σημεία η ισχυρή επίδραση του Ρίτσου δομεί έναν εσωτερικό χώρο, λιτό και μινιμαλιστικό, αλλά με έντονους συμβολισμούς. Πλακάκια, καθρέφτες, καρέκλες ασύμμετρα στον χώρο, έχουν έναν επίμονο αναδιπλασιασμό, μια διπλότητα που πάντα τα θέλει κοντά το ένα με το άλλο. Το ασύμμετρο των ανθρώπων αλλά και η ομοιογένεια δίνονται παραστατικά με έναν ήρεμο λυρικό τρόπο, μαζί με τη ροή του χρόνου, τον ουρανό, τον θάνατο, το μέλλον και το άγνωστο μετά, τελικά καθιστώντας το «Μετείκασμα» μια συλλογή για τα πιο ενδόμυχα υπαρξιακά μας ερωτήματα. -Νικόλας Κουτσοδόντης