Αφιέρωμα στην 8η Μάρτη: Ηλικία – Φύλο – Λογοτεχνία (7)

22η Μάρτη: Γυναίκες επί σκηνής 2: Αναλόγια
Ηλικία – Φύλο – Λογοτεχνία

Σε συνέχεια της δράσης «Γυναίκες επί σκηνής», η ΑΜΚΕ Θράκα, το Δίκτυο Γυναικών Συγγραφέων κατά της Έμφυλης Βίας και των Γυναικοκτονιών «Η Φωνή Της», καθώς και το Δίκτυο Συγγραφέων, διοργανώνουν και φέτος δράση με θέμα «Ηλικία – Φύλο – Λογοτεχνία».

Ο ηλικιακός ρατσισμός (ηλικισμός) στις γυναίκες αναφέρεται στα στερεότυπα (πώς σκεφτόμαστε), στις προκαταλήψεις (πώς νιώθουμε) και στις διακρίσεις (πώς ενεργούμε) απέναντι στις άλλες ή στις εαυτές μας με βάση την ηλικία. Πρόκειται για ένα κοινωνικό φαινόμενο που επηρεάζει το λογοτεχνικό πεδίο, ειδικά σε συσχέτιση με το φύλο, στον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνονται οι έννοιες (του τι θεωρείται) «γνωστή / επιδραστική συγγράφισσα», «διεθνούς εμβέλειας / θεμάτων» και «εντός κανόνα / με ποιοτικό έργο».

Εκτός από τα στερεότυπα των φύλων και την οικονομική ανισότητα, ένας από τους κύριους μηχανισμούς αποκλεισμού των γυναικών από τη λογοτεχνία είναι η ηλικία. Ενώ οι νέες γυναίκες συχνά πατρονάρονται, παιδικοποιούνται ή αντικειμενοποιούνται, οι μεγαλύτερες γυναίκες συχνά δεν περιλαμβάνονται ή παραβλέπονται, τα αισθητικά τους επιτεύγματα και οι επιρροές τους ελαχιστοποιούνται, οι προοπτικές τους περιθωριοποιούνται, η παρουσία τους μειώνεται σε κάθε επίπεδο σε σύγκριση με τους άνδρες ομόλογούς τους.

Οι «Γυναίκες επί σκηνής» με αφορμή την 8η Μάρτη ετοίμασαν ένα ειδικό αφιέρωμα σε δύο πράξεις:

Πράξη πρώτη: Το διαδικτυακό περιοδικό Θράκα έχει συγκεντρώσει σε ένα ειδικό αφιέρωμα, κείμενα που μιλούν για τον ηλικιακό ρατσισμό σε σχέση με το φύλο και τη λογοτεχνία. Το αφιέρωμα χωρίζεται μέρη που δημοσιεύτηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια του Φεβρουαρίου και η δημοσίευσή τους θα συνεχιστεί ως το τέλος του Μαρτίου.

Πράξη δεύτερη: Πραγματοποίηση εκδήλωσης στις 8 Μάρτη με αναγνώσεις, ομιλίες από καλεσμένες και ειδικούς, καθώς και συζήτηση με το κοινό.

Αφότου πραγματοποιήθηκε η εκδήλωση της 8ης Μαρτίου, σειρά έχει επίσης μια ειδική εκδήλωση με θεατρικά Αναλόγια στο Αλτάι, στις 22 Μαρτίου στις 19:00. Συμμετέχουσες: Μαρία Κανδυλιώτη, Στρατονίκη Ζαρμποζάνη, Δημήτρης Φούτσιας, Amélie Hamlet Medusa, Μαρία Σκαφιδά, Αναστασία Καραογλάνη, Ειρήνη Νομικού και Ελένη Γούλα. Τον συντονισμό της εκδήλωσης έχει αναλάβει η Πέννυ Μηλιά.

Όπως και στην εκδήλωση της 8ης Μαρτίου, θα υπάρχει αλληλέγγυο παζάρι βιβλίων, με το 50% των εσόδων να προσφέρεται στο καταφύγιο για κακοποιημένες γυναίκες που λειτουργεί το Ελληνικό Δίκτυο Γυναικών Ευρώπης. Με την παρουσία και τη στήριξή σας, ενισχύουμε μαζί αυτό το πολύτιμο έργο.

Ως αυτή τη στιγμή, έχουμε δημοσιεύσει: πρώτο άρθρο (έργα των: Δέσποινα Γερασιμίδου, Δώρα Κασκάλη, Ελένη Μπουκαούρη και Έφη Ζωγράφου) το δεύτερο άρθρο (έργα των: Ανδρονίκη Τασιούλa, Μαρκία Λιάπη, Ασημίνα Ξηρογιάννη, Αγγελική Κουρμουλάκη, Μακλένα Νίκα, Εύη Γκενούδη, Λεμονιά – Μόνικα Αβαγιάννη, Κατερίνα Ράπτη, Αλίκη Γκανά), το τρίτο άρθρο, (έργα των: Εύα Στάμου, Κατερίνα Καπερναράκου, Μυρτώ Χμιελέφσκι, Γιούλη Βολανάκη, Δήμητρα Κυριακοπούλου, Στρατονίκη Ζαρμποζάνη), το τέταρτο άρθρο (έργα των: Αλέκα Πλακονούρη, Αντιγόνη Πανταζή, Ειρήνη Νομικού, Όλγα Μπακοπούλου, Βασιλική Παππά), το πέμπτο άρθρο (έργα των: Μαρία Κανδυλιώτη, Δημήτρης Φούτσιας, Amélie Hamlet Medusa, Μαρία Σκαφιδά, Αναστασία Καραογλάνη, Ελένη Γούλα, Μαρία (Μαρίζα) Τζούνη), και το έκτο άρθρο (έργα των: Ελένη Αλεξίου – Αναστασία Γκίτση, Αριάδνη Καλοκύρη – Κατερίνα Μαρδακιούπη, Κατερίνα Γκιουλέκα, Σοφία Γουργουλιάνη, παναγιώτης σ. αντωνιάδης, Φιλία Κανελλοπούλου, Μάνια Μεζίτη, Κατερίνα Λιάτζουρα, Ελευθερία Ζέλκα, Σωτηρία Τσιάκα, Ελένη Γαλάνη, Ειρήνη Σκούρα).

Στο νέο μας άρθρο σας παρουσιάζουμε έργα των: Γεωργία Μακρογιώργου, Αθηνά Βογιατζόγλου, Ζωή Χατζηγεωργίου, Ευγενία Τζιρτζιλάκη, Κωνσταντίνα Ζαγάρη, Σοφιαλένα Ψαρρά.

Επιμελήτριες του αφιερώματος: Marija Dejanović, Πέννυ Μηλιά.

Οργανωτική ομάδα συνεργασίας: Marija Dejanović, Κατερίνα Ηλιοπούλου, Πέννυ Μηλιά, Ευσταθία Π.

***

Γεωργία Μακρογιώργου

Η λίστα

Η Άννα ξύπνησε και δεν ήταν στη λίστα. Το email στάλαζε από το ταβάνι. «Στο πλαίσιο της ανανέωσης της λογοτεχνικής μας ταυτότητας, φέτος θα δοθεί έμφαση σε νεότερες φωνές». Η λέξη «ανανέωση» έπεφτε στο πάτωμα και έσπαζε σε μικρά κομμάτια. Κάθε κομμάτι έσβηνε ένα γράμμα από το όνομά της. Τα βιβλία άνοιξαν μόνα τους. Οι σελίδες άρχισαν να βγάζουν ατμό, σαν να τα έβραζαν από μέσα. Οι λέξεις ανέβαιναν ψηλά και κόλλησαν στο φωτιστικό. Στη λίστα τα ονόματα ανέπνεαν. Ήταν νεαρά, υγρά, με δέρμα τεντωμένο. Ανάμεσά τους ο Φώτης, ακίνητος σαν έπιπλο. Μεγαλύτερος απ’ ό,τι τον θυμόταν, αλλά χωρίς ηλικία. Κάποιος τον φώναξε «σύγχρονο» και το δωμάτιο συμφώνησε. Η φράση «μελλοντική συνεργασία» στο τέλος του μηνύματος πέρασε κολυμπώντας, ένα ψάρι με ανοιχτά μάτια. Η Άννα φώναξε ‘fuck’ και το στόμα της γέμισε χαρτί. Η βιβλιοθήκη λύγισε. Τα βιβλία έπεφταν και μεταμορφώνονταν σε πουλιά που έψαχναν ψίχουλα στο μωσαϊκό. Άνοιξε νέο αρχείο word κι έγραψε: «Για να μπω στη λίστα έπρεπε να μικρύνω ή να αλλάξω σώμα». Η πρόταση άρχισε να περπατάει. Ψήλωσε. Ξεχείλισε από την οθόνη. Βγήκε στο δωμάτιο. Η Άννα την ακολούθησε. Δεν ξαναγύρισε.

***

Αθηνά Βογιατζόγλου

Tο νήμα

Πρέπει να κάνεις υπομονή!
Να μη δημοσιεύσεις ποιητική συλλογή πριν από τα τριάντα.

«Είσαι ακόμη κορίτσι, μην εκτίθεσαι!»
«Γιατί τόσο σώμα στους στίχους σου;»
«Έχεις μπροστά σου πολύ διάβασμα!»
«Το συναίσθημα να κρύβεται πίσω από τις λέξεις.»

Ύστερα, υπομονή ώσπου να μεγαλώσουν τα παιδιά.

«Μέχρι την τρίτη δημοτικού είναι η έγνοια, ύστερα θα βρουν τον δρόμο τους!»
«Η πρώτη γυμνασίου είναι κρίσιμη!»
«Πού πας τέτοια ώρα; Και τ’ αγόρια;»
«Πανελλήνιες! Αλτ! Στάση προσοχή!»

Υπομονή απαιτεί και του επαγγέλματος η σχοινοβασία:

Ειδική Επιστήμονας,
                               Σύζυγος

Λέκτορας,
                               Μητέρα

Επίκουρος,
                               Κόρη

Μόνιμη Επίκουρος,
                               Γυναίκα

Αναπληρώτρια Καθηγήτρια –
«Μια χαρά είμαι εδώ που έφτασα, τέλος!»
Μην είσαι κορόιδο! Μια μονογραφία ακόμη κι έγινες Καθηγήτρια!»
«Δεν αντέχω άλλο… Οι λέξεις με οδηγούν αλλού…»

«Η ποίηση μπορεί να περιμένει! Έχουμε ανάγκη την αύξηση. Και στο κάτω κάτω,
Καθηγητής γίνεται ο καθένας, εσύ θα μείνεις πίσω;»

Κι έτσι συνεχίζεται η πάλη με τον Σικελιανό στα μαρμαρένια αλώνια των υποσημειώσεων· έρχεται
ο Κοτζιούλας σαν σανίδα σωτηρίας, αλλά τα πράγματα γίνονται ακόμη χειρότερα με το
πολυπλόκαμο Αρχείο του· προστρέχει κι ο Εγγονόπουλος, μα ο υπερρεαλισμός δεν σε ωφελεί σε
όσα συνέδρια κι αν μιλήσεις. Μιλάς χωρίς να μιλάς.

Όταν όλα τελειώνουν, μονογραφίες, πανελλήνιες, εξελίξεις,
όταν η έμμηνος ρήση στερεύει,
φουσκώνουν άλλοι ποταμοί.
Η ανυπομονησία που παραμόνευε πίσω από την υπομονή
αναμοχλεύει τη ζωή που έζησες, τη ζωή που διάβασες, τη ζωή που στερήθηκες.
Ανταριάζει ο τόπος.
Απ’ το ταβάνι πέφτουν αιχμηρά αντικείμενα.
Λέξεις που δεν είπες όταν έπρεπε,
φράσεις που ψιθύρισες αντί να τις κραυγάσεις,
στίχοι που έπνιξες στον ουρανίσκο
ακούγονται αλλοιωμένα, σαν σε ηχείο.

Ξεφορτώνεσαι τον Θησέα
και ξετυλίγεις το νήμα που οδηγεί στο παιδικό δωμάτιο.
Ο ήλιος λούζει το ξύλινο πάτωμα.
Στον τοίχο κρέμεται η αυτοπροσωπογραφία που έφτιαξες στα δέκα σου,
προφητική μες στη χαρούμενη αστάθεια των γραμμών της.
Το γραφείο μπροστά στο παράθυρο (τι κήποι, τι δάση!)
έχει επάνω του όλα τα απαραίτητα.

***

Ζωή Χατζηγεωργίου

Είμαι η Κλεαρέτη
Η γεωγραφία της Λήθης .

Με λένε Κλεαρέτη. Κλεαρέτη Δίπλα-Μαλάμου, και πάει σχεδόν μισός αιώνας που είμαι νεκρή. Ωστόσο, μην το αρνείστε· διαισθάνομαι την έκπληξή σας. Σχεδόν βλέπω το περιπαικτικό βλέμμα σας, εκείνο το γελάκι στην άκρη του χειλιού. Νομίζετε πως με ξέρετε, γιατί πιστέψατε πως δεν άξιζε να με μάθετε. Αρκεστήκατε άκριτα σε ένα χολωμένο ειρωνικό δίστιχο ενός άνδρα ομοτέχνου μου.

Ήταν Νοέμβρης του 1927, όταν σε φύλλο της Κυριακής του Ελεύθερου Βήματος, της εξαίρετης λογοτεχνικής εφημερίδας που άλλωστε φιλοξένησε και δικά μου έργα, ο περίπου συνομήλικός μου Κώστας Καρυωτάκης δημοσίευσε δύο ποιήματα: τη Μικρή συμφωνία εις Α μείζον, που, όπως ήδη ξέρετε, καταφέρεται δεικτικά εναντίον του Μιλτιάδη Μαλακάση, και τη Σταδιοδρομία, με την οποία έμελλε να με συστήνει υποτιμητικά στο διηνεκές. Ο ποιητής φρόντισε κάτω από το πρώτο ποίημα —αυτό για τον ισχυρό άνδρα ποιητή— να βάλει το κατευναστικό του σχόλιο. Δύο μέρες αργότερα έσπευσε να στείλει και απολογητική επιστολή, παραδεχόμενος, όπως και στον ίδιο τον Μαλακάση όταν τον συνάντησε, πως το ποίημα αυτό ήταν μια «τρέλα». Με μένα, όμως, τα πράγματα ήταν τελείως διαφορετικά. Ένιωθε ασφαλής. Ήμουν απλώς μια νέα γυναίκα ποιήτρια, την οποία δεν γνώρισε ποτέ προσωπικά και —μεταξύ μας— αμφιβάλλω αν γνώριζε καν τα ποιήματά μου. Η αστική καταγωγή μου από μόνη της ήταν μάλλον αρκετή για να τον ενοχλήσει.

Ήμουν δεκαεπτά χρονών όταν δημοσιεύτηκε το πρώτο μου ποίημα. Δεν αφορούσε ούτε τη φύση ούτε τα ερωτικά σκιρτήματα, όπως θα περίμενε κανείς, αλλά τη φρίκη των Βαλκανικών Πολέμων. Φοίτησα στη Σχολή Καλών Τεχνών, αφιερώθηκα στη Λογοτεχνία και το 1930 έγινα η πρώτη γυναίκα που βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών. Θα είχε ενδιαφέρον να σχολίαζε το γεγονός αυτό ο Καρυωτάκης —αλλά είχε αυτοκτονήσει δύο χρόνια πριν.

Τους ανθρώπους, άνδρες και γυναίκες, τους καθορίζουν, πέρα από τις ρίζες τους, κυρίως οι επιλογές τους. Επέλεξα, λοιπόν, να είμαι κοινωνικά και πολιτικά ενεργή στις σκοτεινές εποχές που ακολούθησαν. Υπήρξα ενταγμένη στο Φιλελεύθερο Κόμμα, αλλά και από τις πρώτες Ελληνίδες φεμινίστριες. Δεν δίστασα να υπηρετήσω ως εθελόντρια νοσοκόμα στον πόλεμο ούτε να μείνω κάτω από τη σημαία του ΕΑΜ στην Κατοχή.

Μετά την Απελευθέρωση βοήθησα όπως μπορούσα τους αδύναμους —«ακριβή μου αδελφούλα» με προσφωνούσε ο Μενέλαος Λουντέμης. Το 1948 δεν μπορούσα παρά να υπερασπιστώ με την πένα μου, σε επιστολή που δημοσίευσα στο ΒΗΜΑ, την τότε καταδικασμένη σε θάνατο αγωνίστρια Μπεάτα Κιτσίκη. Ποτέ στο έργο μου δεν έπαψα να μιλώ για τα προβλήματα και τους φόβους των γυναικών του καιρού μου.

Με το προσβλητικό δίστιχο του δύστυχου αυτόχειρα —παρ’ όλα αυτά μεγάλου ποιητή— δεν ασχολήθηκα ποτέ. Είχα μια ζωή να ζήσω και ήξερα πού ήθελα να πάω. Ούτε η αναγνώριση ούτε οι τιμές μού έλειψαν.

Γερνώντας, όμως, και ακόμη περισσότερο μετά τον θάνατό μου, ξεχάστηκαν και η προσφορά και το έργο μου. Μόνο εκείνο το δίστιχο έμεινε χαραγμένο , με την ελαφρότητα της ομοιοκαταληξίας του, στο μυαλό όλων —ακόμη και των γυναικών αδελφών μου. Αυτό είναι που με πληγώνει.

Και αν σπάω τη σιωπή μου, είναι γιατί ακόμη και στις μέρες σας είναι δύσκολο να είσαι γυναίκα. Στη ζωή. Στην Τέχνη. Και, βεβαίως, στη Γραφή. Είσαι πάντα πιο εύκολος στόχος. Οι γυναίκες καλούνται να αποδεικνύουν την αξία τους ξανά και ξανά. Στα νιάτα τους είναι ύποπτες ελαφρότητας· στην ωριμότητά τους μαθαίνουν να αποδέχονται τον παραγκωνισμό. Ο κόσμος δεν χαρίστηκε σε καμιά μας. Ούτε και σε καμιά θα χαριστεί. Θα τον κερδίσουν ο αγώνας, η ενσυναίσθηση και η αλληλεγγύη μας.

Είναι ώρα να γυρίσω στον κόσμο της σιωπής. Ήδη το 1931 έγραφα:

«Πώς ήθελα να πέθαινα, έτσι απλά κι ωραία
Να ’ναι το πάρκο σιωπηλό, περίλυπη η αλέα»

Ο τόπος που φαντάστηκα μοιάζει πολύ με το πάρκο στο Μποσκέτο που φιλοξενεί την προτομή μου. Η Λευκάδα, η πόλη των παιδικών μου χρόνων που τόσο κι εγώ αγάπησα, έγινε η φωτεινή εξαίρεση στη γεωγραφία της Λήθης μου.

***

Ευγενία Τζιρτζιλάκη

Οικοδομή, 1:12

1 – Γυναίκες έκαναν μήνυση σε dating app γιατί «δίνουν χώρο σε βιαστές», λέει ο τίτλος.

2 – Το άρθρο λέει για τα unmatch των βιαστών πριν γίνει το report, για αποκλεισμένους χρήστες που επανέρχονται και για αναφορές που δε σημαίνουν τίποτα. «Δεν φταίμε εμείς, οι χρήστες φταίνε» λένε οι εφαρμογές, «Δεν θα τον είχα γνωρίσει ποτέ, αν το Hinge είχε κάνει το αυτονόητο από την πρώτη αναφορά» λέει ένα κορίτσι.

2.5 [ΗΜΙΟΡΟΦΟΣ] Ακούω το μουρμουρητό μες στο στομάχι της, τα δάχτυλά της να πατάνε τα καθαρά κουμπιά, ερωτήσεις και προτεινόμενες απαντήσεις από τα μποτ αισθήματος ασφαλείας, Πείτε μας τι έχει συμβεί / Τι είδους / Πότε / Ποιος / Τι / Πώς / Πείτε μας / Πείτε μας / Πείτε μας / Πατήστε ΑΝΑΦΟΡΑ

2.7 [κλιμακοστάσιο] Νιώθω το σάστισμα, τον φόβο, την επιθυμία για έλεγχο, κάποιο ελάχιστο έλεγχο, να θες να μην είσαι το θύμα πάλιξανάμιακόμαφορά με νέους τρόπους και νέα μέσα, σε νέα εργαλεία, ιντερφέις και κουτιά, τον τρόμο ότι είσαι και θα είσαι, τη δύναμη του όχι πια, κάτι με δόντια πολλά να δαγκώνει γύρω απόν αφαλό και να λέει δεν παραδίνω την ηδονή, δε μου την βγάζεις απ’ τα δόντια με τίποτα, δεν τη φτύνω, πυροβόλησέ με, δεν πάω πάλι σε μια ακόμα γωνία, δε θα φάω τιμωρία για άλλη μια γενιά, δεν θα είναι και για ή μένα σκατά ή μοναξιά, πατάω κουμπιά, πατάω κουμπιά, πατάω κουμπιά

2.9 [διάδρομος] ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΝΟΜΟΙ ΓΙΑ ΜΑΣ;

3 – Ο αριστερός αναρχοαυτόνομος ενημερωμένος και άγρυπνος χώρος σχολιάζει: Τέτοιες αγωγές που ενισχύουν την επιτήρηση περιεχομένου και προφίλ στις πλατφόρμες ιδίως σε καιρούς πολεμικού καπιταλισμού θα εργαλειοποιηθούν για μεγαλύτερη στοχοποίηση ριζοσπαστικού πολιτικού λόγου και μειονοτητων εν προκειμενω μεσα απο υποχρεωση παράδοσης δεδομένων ποινικού μητρώου πχ σε ιδιωτικές πλατφόρμες. Η αυταπάτη ότι μπορεί να αντιμετωπιστεί ο σεξισμός ή η κουλτούρα του βιασμού μέσα από την ενίσχυση κρατικών και καπιταλιστικών τιμωρητικών πολιτικών έχει ξοφλήσει. / Ενώ θα έπρεπε να τις παντρεύονται;  / Πλύντε κανά πιάτο/ Σε απλά Ελληνικά δεν αντέχουν το φτύσιμο κ βγάζουν κακία  το έχουμε δει όλοι μας αυτό το έργο  / Αλλη μια φεμιηλιθιοτητα. / Και στο Only Fans να κάνουν μήνυση που ξεφτιλίζει τις γυναίκες και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια./ Δεν ξέρω πότε ακριβώς χάσαμε το μέτρο, με λυπεί πάντως η εύλογη αντίδραση να θεωρεί φυσιολογική την καταστολή των μέσων ελεύθερης επικοινωνίας και να την απαιτεί λες και θα οδηγήσει τελικά στη βελτίωση των πραγμάτων/ Ας μην ειχατε ενοχοποιησει σαν κοινωνια το “καμακι” για να μην χρειαζονταν τετοια apps

4 – Δεν υπάρχει τίποτα άλλο.

5 – Αφήνω κι εγώ ένα σχόλιο για να ‘χουν να πιαστούν τα κορίτσια από κάπου, όχι μόνο απ’ τα μαλλιά τους. Γραφώ:
Τα σχόλια σ αυτό το ποστ μυρίζουν πολύ άσχημα – εκτιμώ ότι είναι σάπια.

6 – Φεύγω αλλά έρχονται ειδοποιήσεις για το σχόλιο μου.

7 – Κάποια κορίτσια πατάνε λάικ, πέντε, δέκα, δεκαπέντε, κάθε πάτημα κραυγή, ένα μαλάκα μου τι ζούμε, ένα αγόρι όμως μου απαντάει:

8 – Eugenia Tzirtzilaki δεν μου φαίνεται να σας αφορά καν το θέμα. Για dating μιλάει

8.5 [ΑΣΑΝΣΕΡ] Ο πληθυντικός δεν είναι ευγενείας, είναι προσβλητικός.

8.6 [σκαλιά για την ταράτσα] Το εμότζι του εγκρίνει την ίδια του την ευστοχία – τι θέλει τώρα και μιλάει η κυρία; Το άρθρο μιλάει για το πως γαμιούνται αυτοί που γαμιούνται. Δε μιλάει για σας. Τι σχέση έχετε εσείς με το αντικείμενο; ΕΓΩ ΑΠΟΦΑΣΙΖΩ ΠΟΙΟΙ ΜΙΛΑΝΕ.

9 – Μπαίνει το πρώτο λάικ στο σχόλιο του Κώστα. Στα εικοσικάτι του, με φωτογραφία προφίλ μια γιαμάχα που την εγκρίνουν 29 απ τους 292 φίλους του ξέρει πολύ καλά ποιο θέμα αφορά και ποιο δεν αφορά μια γυναίκα της ηλικίας μου.

10. ΣΤΕΚΟΜΑΙ ΣΤΗΝ ΤΑΡΑΤΣΑ ΤΗΣ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑΣ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΧΤΙΣΜΕΝΗ ΑΠΟ ΜΕΙΓΜΑ ΜΙΣΟΓΥΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΠΑΛΙΟΜΕΝΕΣ ΑΝΑΘΥΜΙΑΣΕΙΣ ΑΠΟ ΑΠΟΣΥΝΤΟΝΙΣΜΕΝΑ ΣΩΜΑΤΑ ΙΝΣΕΛ ΣΕ ΔΩΜΑΤΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΕΡΙΖΟΝΤΑΙ – ΣΜΙΓΜΑ ΣΕΞΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΣΙΓΚΝΑΤΣΟΥΡ ΚΟΛΩΝΙΑΣ ΜΕ ΣΠΑΣΜΕΝΟΥΣ ΚΩΔΙΚΟΥΣ ΠΟΡΝΧΑΜΠ ΚΑΙ ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΕΙΣ ΜΕΓΑΛΕΙΟΥ ΠΟΥ ΦΤΙΑΧΝΟΝΤΑΙ ΣΕ ΥΠΟΓΕΙΑ ΓΥΜΝΑΣΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΕΚΦΡΑΖΟΝΤΑΙ ΣΕ ΒΙΝΤΕΑΚΙΑ ΓΟΥΟΝΑΜΠΙ ΙΝΦΛΟΥΕΝΣΕΡ.

11 – ΣΤΕΚΟΜΑΙ ΣΤΗΝ ΤΑΡΑΤΣΑ. Είναι όλα μια οικοδομή.

11.5 [άκρη ταράτσας κόντρα στο κάγκελο] – Κοιτάω κάτω τα μπαλκόνια, βλέπω τα σίδερα της αναμονής για τους επόμενους ορόφους: Η πατριαρχία δεν τρίζει, δεν κλυδωνίζεται, δεν διαχωρίζεται, τα διαμερίσματά της όλα επικοινωνούν, η κουλτούρα του βιασμού με τον ηλικιακό ρατσισμό ανοίγουν με τα ίδια κλειδιά. Η βία του καθηγητή που θέλει να του κάτσεις για βαθμό ή εύνοια ή καριέρα ή όλα ή τίποτα απ’ αυτά, συγκατοικεί στο ίδιο διαμέρισμα με το αγοράκι που είκοσι χρόνια μετά το φωνάζει η μαμά του να φάει και της λέει μισό λεπτό γιατί έχει να βάλει μια γριά στη θέση της και να της πει μωρή σιγά μη γαμιέσαι εσύ, σκάσε, αλλά στον πληθυντικό, για να διατηρήσει το ηθικό του πλεονέκτημα αυτού που ξέρει για τι μιλάει, απέναντι σε κάτι κυράτσες εκεί πέρα που δεν έχουν ιδέα, ξεκάθαρα, παρόλαυτα επιμένουν να πετάγονται.

12 – Είναι όλο μια οικοδομή. ΠΗΔΑΩ. Αιωρούμαι. Κοιτάω καθώς κινούμαι σε αργή κίνηση τους ορόφους και τα διαμερίσματα. ΑΙΩΡΟΥΜΑΙ. Ελέγχω τον αέρα. Μένω για λίγο έξω απ’ τη μπαλκονόπορτα μιας κουζίνας όπου αυτός σκρολάρει κι αυτή σερβίρει τη μπριζόλα, κοιτάζω απ’ το παράθυρο ενός μπάνιου όπου κάποιος τον παίζει γιατί βαριέται τα προκαταρκτικά για να γαμήσει κι από την άλλη μεριά της πόρτας η καυλωμένη του γυναίκα κλαίει, μένω έξω από έναν άλλο όροφο όπου ο μπαμπάς σφαλιαρίζει το παιδί του γιατί του του αρέσει η ποίηση και ΤΙ ΕΙΣΑΙ ΡΕ ΠΟΥΤΑΝΑ ΝΑ ΚΑΘΕΣΑΙ ΟΛΗ ΜΕΡΑ ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΜΕ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ; Φτάνω ως το ισόγειο σ’ ένα καφέ με τραπέζια στο δρόμο που δύο φίλοι αποφασίζουν μέχρι ποια ηλικία είναι ακόμα η γυναίκα φακαμπλ. Είναι όλο μια οικοδομή. Προσγειώνομαι, γυρίζω και κατευθύνομαι προς το μετρό. Σήμερα νομίζω θέλω να πάω στην εξοχή.

***

Κωνσταντίνα Ζαγάρη

Η παρουσίαση

Βγήκε τόσο συγχυσμένη απ’ το σπίτι, που δεν πρόσεξε το ψιλόβροχο. Της πέρασε απ’ το νου να πάει στον εκδότη της- είχε μείνει ανοικτό το θέμα της Γ’ έκδοσης-αλλά καλύτερα να το άφηνε για άλλη μέρα. Περπατώντας, άρχισε να παρατηρεί αυτά που συνέβαιναν γύρω της. Είχε καιρό να περπατήσει στην περιοχή.

Βιάστηκε να προσπεράσει ένα σουβλατζίδικο μήπως μυρίσουν τα ρούχα και τα μαλλιά της απ’ τη λιγδερή μπόχα. Στη γωνιά ένας λαχειοπώλης είχε πιάσει κουβέντα με μια γριά φορτωμένη σακούλες. Πιο πέρα ο περιπτεράς σκέπαζε με νάιλον την πραμάτεια του. Η βροχή είχε δυναμώσει. Θα γίνω παπί αν δεν πάω να καθίσω κάπου μέσα, σκέφτηκε. Είδε την πινακίδα του καφε- βιβλιοπωλείου κι έτρεξε να χωθεί στην είσοδο . Το εσωτερικό ήταν απογοητευτικό. Κοίταξε τον ουρανό, έκανε ένα μορφασμό και μπήκε . Ο χώρος της θύμισε τις ταινίες που αγαπούσε η γιαγιά της. Είχε κάτι γκρίζο και παλιό. Μια χειρόγραφη αφίσα πάνω σε μεταλλικό σταντ ενημέρωνε για την παρουσίαση βιβλίου στον χώρο του καφέ. Της φάνηκε αστείο τόσο το όνομα της συγγραφέως – Αδαμαντία Φίκη, όσο και ο τίτλος του βιβλίου : Η παλιά μας γειτονιά.

Κάθισε στο πρώτο τραπέζι που βρήκε . Ο χώρος μισοάδειος. Κάτι γέροι με φαλάκρα, δυο τρεις γυναίκες με αρχαία παλτό και ομπρέλες που έσταζαν – όλοι με ύφος γείτονα ή συγγενούς της συγγραφέως. «Όσοι έμειναν απ’ την παλιά γειτονιά» γέλασε μόνη της .

Το μοναδικό νεαρό ζευγάρι ήταν απασχολημένο με το κινητό του αγοριού. Αυτό της θύμισε την σύγχυσή της. «Θα τον μπλοκάρω» ,αποφάσισε. «Ο γελοίος! Πομπώδης η γραφή μου! Ατάλαντη κι αγράμματη εγώ! Με μεταπτυχιακό κι έξι best sellers! Κλειστοφοβικό, υπόγεια βίαιο, ειρωνικά ψυχρό το βιβλίο μου με επτά χιλιάδες πωλήσεις σε δύο εκδόσεις! Κι έχω εγώ υπαρξιακό πρόβλημα! Όχι αυτός που δεν έχει εκδώσει ούτε γραμμή!».

Ο ξερόβηχας και το τρίξιμο της καρέκλας την απέσπασαν απ’ τις σκέψεις της.

Χωρίς να το καταλάβει, οι δυο καρέκλες στο τραπέζι των ομιλητών είχαν γεμίσει. Ένας ασπρομάλλης με προγούλι και κοκάλινα γυαλιά καθάρισε την φωνή του κι ευχαρίστησε τους παρευρισκόμενους. Δίπλα του η κυρία με το μωβ μαλλί – προφανώς η συγγραφέας, υποκλίθηκε ελαφρά και χαμογέλασε. Είχε κάτι το άκαμπτο, ο σφιγμένος στο μαύρο ταγέρ κορμός, που υποκλίθηκε ξανά στο χλιαρό χειροκρότημα. «Σαν να της κουνάνε τους σπάγκους», σκέφτηκε χαμογελώντας.

«Τι αστείο να θέλει να γράφει σ’ αυτή την ηλικία . Τι μπορεί να μας πει αυτή η γυναίκα! Είναι τόσο διαφορετική η εποχή μας, τα προβλήματα, η επικοινωνία!».

…«γράφω για να μην χαθεί η εποχή μου και η γλώσσα μου». Η φωνή σε αντίθεση με το άκαμπτο σώμα ήταν ευλύγιστη. Υψωνόταν και χαμήλωνε με σπασμό…

«παρακολουθώντας μια εκκωφαντικά σιωπηλή κατάρρευση του κόσμου που ξέραμε, γράφω για να ελπίσω. Η ανθρωπιά, ψίθυρος μέσα σε έναν μηχανικό κόσμο που μου είναι ξένος»…

«Τι λέει;»αναρωτήθηκε εκνευρισμένη.

Ήθελε να φύγει, η υγρασία στα ρούχα της είχε γίνει ενοχλητική . Πιο ενοχλητική από την ανάγνωση αποσπασμάτων του βιβλίου από το τρεμάμενο προγούλι και τα κοκάλινα γυαλιά είχαν θαμπώσει από συγκίνηση. Ήθελε να φύγει. Δίστασε όμως , ήταν τόσο λίγοι οι ακροατές που θα έδινε στόχο. Αφοσιώθηκε στο κινητό της, οι followers στο instagram είχαν πάρει φωτιά!

«Σας ευχαριστώ για την παρουσία σας» η συγγραφέας είχε φτάσει μπροστά της, τείνοντας το χέρι.

«Πολύ ώριμη η γραφή σας», απάντησε αμήχανα σφίγγοντας τη σακουλιασμένη παλάμη , «φαίνεται ότι έχετε ζήσει … πράγματα» και απομακρύνθηκε βιαστικά. Δεν χωρούσε στο παρελθόν . Δεν είχε καμιά σχέση με τις λογοτεχνικές ανησυχίες αυτών των ηττημένων και άχρηστων. Ευτυχώς δεν έβρεχε πια.
***
Σοφιαλένα Ψαρρά

Τα μαύρα

«Άμα πας στην αγορά, πάρε μου κοκόνα μου μια ρομπίτσα μάλλινη. Να έχει πάνω κανένα μικρό λευκό λουλουδάκι».

Δεν τα θέλε τα μαύρα. Είκοσι χρόνια πήγαιναν από τότε που είχε πεθάνει. Μα θαρρείς πως ήταν εύκολο να τα βγάλει; Και τι θα της καταλογίσουν στο χωριό. Τόσα στόματα.

Δεν τον αγαπούσε. Μικρό κορίτσι ήταν που της τον δώσανε. Λεβέντης και προκομμένος ήτανε και ο πατέρας της δεν δίστασε στιγμή. Τι κι αν είχε πάνω από τα διπλά της χρόνια. Πολυτέλεια ήταν να τον εθέλει. Ήταν νοικοκυρά και λιγόλογη. Μα εκείνος το ξερε πως δεν τον αγαπούσε.

Το ‘νιωθε.

Έλειπε για βδομάδες στα ζωντανά και κάθε που γυρνούσε της έκανε ένα παιδί. Να την εδέσει. Δεκατέσσερις γέννες έκανε. Εννιά μονάχα κατάφερε να αναστήσει. Όλη τη νιότη της την πέρασε να κοιλοπονά και να χει ένα βυζανιάρικο να κρέμεται από πάνω της. Μα εκείνος πάντα φαρμακωμένος. Το νιωθε πως δεν τον αγαπούσε. Και την τιμωρούσε. Με τη συχνή του παρουσία και την απόκοσμη σιωπή του.

Και ήρθε ο καιρός που πέθανε. Για να θαφτεί κι αυτή μαζί του. Να μη βγάλει τα μαύρα. Ήταν ακόμα νέα. Και τα στόματα. Μεγάλα. Χάσκοντα. Σαρκοβόρα.

Τα χρόνια περάσανε. Μεγάλωσε. Το δέρμα της έπαψε να ‘ναι στιλπνό. Αρρώστησε.

Την πήρε η εγγόνα της στην Αθήνα. Κανείς πια δεν την ήξερε. Μια ρομπίτσα με λευκά λουλουδάκια. Μοναχά αυτό ονειρευόταν.

Μα η εγγονή της με τα τρεχάματά της δεν το θυμήθηκε ή δεν έδωσε σημασία. Τι την έπιασε γριά γυναίκα με τις φλοράλ ρόμπες αναρωτήθηκε. Άλλο πάνω της από μαύρα δεν θυμόταν. Κατέβηκε στην αγορά. Μα το ξέχασε. Δεν στενοχωρήθηκε. Δεν την ένοιαξε. Δεν ήταν δα και τόσο σημαντική η ρομπίτσα με τα λουλουδάκια. Γριά γυναίκα.