8η Μάρτη: Γυναίκες επί σκηνής 2
Ηλικία – Φύλο – Λογοτεχνία

Σε συνέχεια της δράσης «Γυναίκες επί σκηνής», η ΑΜΚΕ Θράκα, το Δίκτυο Γυναικών Συγγραφέων κατά της Έμφυλης Βίας και των Γυναικοκτονιών «Η Φωνή Της», καθώς και το Δίκτυο Συγγραφέων, διοργανώνουν και φέτος δράση με θέμα «Ηλικία – Φύλο – Λογοτεχνία».

Ο ηλικιακός ρατσισμός (ηλικισμός) στις γυναίκες αναφέρεται στα στερεότυπα (πώς σκεφτόμαστε), στις προκαταλήψεις (πώς νιώθουμε) και στις διακρίσεις (πώς ενεργούμε) απέναντι στις άλλες ή στις εαυτές μας με βάση την ηλικία. Πρόκειται για ένα κοινωνικό φαινόμενο που επηρεάζει το λογοτεχνικό πεδίο, ειδικά σε συσχέτιση με το φύλο, στον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνονται οι έννοιες (του τι θεωρείται) «γνωστή / επιδραστική συγγράφισσα», «διεθνούς εμβέλειας / θεμάτων» και «εντός κανόνα / με ποιοτικό έργο».

Εκτός από τα στερεότυπα των φύλων και την οικονομική ανισότητα, ένας από τους κύριους μηχανισμούς αποκλεισμού των γυναικών από τη λογοτεχνία είναι η ηλικία. Ενώ οι νέες γυναίκες συχνά πατρονάρονται, παιδικοποιούνται ή αντικειμενοποιούνται, οι μεγαλύτερες γυναίκες συχνά δεν περιλαμβάνονται ή παραβλέπονται, τα αισθητικά τους επιτεύγματα και οι επιρροές τους ελαχιστοποιούνται, οι προοπτικές τους περιθωριοποιούνται, η παρουσία τους μειώνεται σε κάθε επίπεδο σε σύγκριση με τους άνδρες ομόλογούς τους.

Οι «Γυναίκες επί σκηνής» με αφορμή την 8η Μάρτη ετοιμάζουν ένα ειδικό αφιέρωμα σε δύο πράξεις:

Πράξη πρώτη: Το διαδικτυακό περιοδικό Θράκα θα συγκεντρώσει σε ένα ειδικό αφιέρωμα κείμενα που μιλούν για τον ηλικιακό ρατσισμό σε σχέση με το φύλο και τη λογοτεχνία.

Πράξη δεύτερη: Πραγματοποίηση εκδήλωσης στις 8 Μάρτη με αναγνώσεις, ομιλίες από καλεσμένες και ειδικούς, καθώς και συζήτηση με το κοινό.

Το αφιέρωμα θα δημοσιεύεται σε μέρη όλο τον Φεβρουάριο και το πρώτο μισό του Μαρτίου. Μετά το πρώτο άρθρο, όπου δημοσιεύσαμε έργα των: Δέσποινα Γερασιμίδου, Δώρα Κασκάλη, Ελένη Μπουκαούρη και Έφη Ζωγράφου, και το δεύτερο άρθρο, όπου δημοσιεύσαμε έργα των: Ανδρονίκη Τασιούλa, Μαρκία Λιάπη, Ασημίνα Ξηρογιάννη, Αγγελική Κουρμουλάκη, Μακλένα Νίκα, Εύη Γκενούδη, Λεμονιά – Μόνικα Αβαγιάννη, Κατερίνα Ράπτη, Αλίκη Γκανά, στο νέο μας άρθρο σας παρουσιάζουμε έργα των: Εύα Στάμου, Κατερίνα Καπερναράκου, Μυρτώ Χμιελέφσκι, Γιούλη Βολανάκη, Δήμητρα Κυριακοπούλου, Στρατονίκη Ζαρμποζάνη.

Επιμελήτριες του αφιερώματος: Marija Dejanović, Πέννυ Μηλιά.

Οργανωτική ομάδα συνεργασίας: Marija Dejanović, Κατερίνα Ηλιοπούλου, Πέννυ Μηλιά, Ευσταθία Π., Νίκη Χαλκιαδάκη.

***

Εύα Στάμου
Τζένιφερ – Μια ιστορία εσωτερικευμένου ηλικιακού ρατσισμού

Καθώς μεγαλώνω και αλλάζει το σώμα μου, αλλάζει κι ο τρόπος που νιώθω για τον εαυτό μου. Μετατρέπομαι σταδιακά σε κάποια που δεν μου μοιάζει, σ’ ένα άτομο που δεν είμαι εγώ.

Ετοιμάζομαι για την συνάντηση του Σωματείου Λογοτεχνών και δυσκολεύομαι να διαλέξω τι θα φορέσω, τα ρούχα σχηματίζουν ένα πολύχρωμο βουναλάκι στο κρεβάτι μου. Χρειάζομαι κάτι νεανικό, χωρίς να μοιάζει φθηνό, κάτι που θα με κάνει να δείχνω πιο φρέσκια, χωρίς να φαίνεται ότι έχω προσπαθήσει πολύ.

Κοιτάζω τον  λαιμό μου στον καθρέφτη, κοιτάζω τα χέρια μου, ψάχνω με άγχος τα σημάδια που αποκαλύπτουν την ηλικία μου, την πραγματική μου ταυτότητα.

Χρειάζομαι κάτι που θα με κάνει ενδιαφέρουσα δίχως να είναι προκλητικό, μια συγγραφέας -για να την πάρουν στα σοβαρά – δεν μπορεί να είναι σέξι, μα οφείλει να έχει ένα ιδιαίτερο στυλ. Χρειάζομαι…

Δεν λέω ποτέ πόσο χρονών είμαι. Οι άνθρωποι περιμένουν συγκεκριμένα πράγματα από σένα σε κάθε στάδιο της ζωής, δεν θέλω να με κρίνουν με βάση έναν αριθμό. Προσπαθώ να αποφεύγω τις κατηγοριοποιήσεις.

Η αλήθεια είναι ότι το τελευταίο διάστημα έχω αφεθεί, έχω επιτρέψει στο σώμα μου να μεγαλώσει. Έχω πάρει κιλά – άλλαξε το σχήμα του κορμιού μου, έχασα τη γοητεία μου. Βλέπω το δέρμα στο στομάχι μου να ξεχειλώνει, να πρήζεται. Δεν μπορώ πια να φοράω τα στενά παντελόνια που τόσο μου αρέσουν. Περνούν τα κοριτσάκια στο δρόμο με τα skinny jeans και ζηλεύω. Στενά παντελόνια και τοπ, αυτή είναι η μόδα πια και όποιος μπορεί… ακολουθεί.

Τα πάντα είναι φτιαγμένα για τους νέους. Ή μάλλον για τις νέες, γιατί αν είσαι άντρας το πράγμα αλλάζει. Οι γκρίζοι κρόταφοι και οι ρυτίδες είναι σύμβολα γοητείας και κύρους. Όσο για την κοιλίτσα, στον άντρα δεν έχει και τόση σημασία. Ο άντρας επιλέγει, δεν επιλέγεται, δεν είναι αντικείμενο όπως η γυναίκα που αναγκάζεται να υποστεί την κρίση του αντρικού βλέμματος απ’ όταν είναι πιτσιρίκα.

Δεν ξεχνάω, λίγα χρόνια πριν, όταν έγινα μέλος του Σωματείου, τον ενθουσιασμό κάποιων ηλικιωμένων συναδέλφων, ανδρών φυσικά. «Επιτέλους, νέο αίμα!» μου είχε ψιθυρίσει με νόημα ένας ασχημούλης συγγραφέας αστυνομικών που εδώ και δεκαετίες είναι λες και γράφει το ίδιο βιβλίο με τον ίδιο πρωταγωνιστή μα με κάποιο τρόπο καταφέρνει και κάνει ευπώλητα. «Βαρεθήκαμε να βλέπουμε τα ίδια θλιβερά πρόσωπα» είχε προσθέσει μορφάζοντας με αποδοκιμασία προς το μέρος μιας βραβευμένης ποιήτριας που θαύμαζα από την εφηβεία μου.

Είχα χαμογελάσει αμήχανα, χωρίς να  απαντήσω. Δεν είχα πει τίποτα για να την υπερασπιστώ, για να τον βάλω στη θέση του. Είχα μόνο θυμηθεί  με ανακούφιση την συμβουλή του πρώτου εκδότη μου, είκοσι χρόνια πριν, όταν μου είχε  προτείνει να αφαιρέσω την ημερομηνία γέννησης από το βιογραφικό μου. «Άφησέ τους να μην ξέρουν, οι γυναίκες αργούν να εξελιχθούν σε αυτόν τον χώρο, άσε να νομίζουν πως είσαι νεότερη.»

Έτσι είναι η ζωή, σε κανέναν δεν αρέσει ένα σώμα μαραζωμένο, υποταγμένο στη φθορά. Είναι όμορφη η νεότητα, μα την χάνουμε γρήγορα και δεν υπάρχει αντίδοτο.

Θυμάμαι πόσο με απωθούσε η εικόνα της μάνας μου όταν έφτασε στην ηλικία που είμαι σήμερα εγώ. Ατημέλητη γυναίκα, δεν χαλάλιζε δεύτερη σκέψη για την εμφάνισή της: παραπανίσια κιλά, λευκές ρίζες που έβαφε όποτε το θυμόταν, πρόσωπο χωρίς ίχνος μακιγιάζ, φαρδιά, άχαρα ρούχα. Είχα ορκιστεί τότε στην εφηβεία μου πως δεν θα της μοιάσω ποτέ! Τη θεωρούσα αποκλειστικά υπεύθυνη για την εμφάνισή της, λες και μπορούσε να σταματήσει τον χρόνο με ένα μαγικό ραβδί και επέλεγε να μην το κάνει.

Η ζωή είναι δύσκολη για τις γυναίκες. Όταν φροντίζουμε συστηματικά τον εαυτό μας, μας κατηγορούν για ναρκισσισμό και ρηχότητα, μας αποκαλούν επιπόλαιες, bimbos ή χαζούλες. Και όταν δεν μας απασχολεί ιδιαίτερα η εμφάνιση, πάλι μας κατηγορούν.  Και μας κοροϊδεύουν, περνώντας μας για άχρηστες, τεμπέλες, ανέραστες.  Και στις δύο περιπτώσεις μας θεωρούν χαμηλής νοημοσύνης. Πρέπει να βρεις τη χρυσή τομή, να περιποιείσαι τον εαυτό σου δίχως να φαίνεται, χωρίς να δίνεις έμφαση στις θυσίες που κάνεις για να κρατιέσαι σε φόρμα, σαν να έρχεται έτσι από μόνο του… με φυσικότητα.

Φέτος προτάθηκα μετά από πολλά χρόνια για λογοτεχνικό βραβείο. Το κέρδισε μια 32χρόνη που η γραφή της είχε περισσότερα ελαττώματα παρά προτερήματα και όμως ο ατζέντης της κατάφερε να μας παραγκωνίσει όλες με τον ισχυρισμό ότι εκείνη έφερνε κάτι φρέσκο, πρωτότυπο και επαναστατικό στη γυναικεία λογοτεχνία.

Έχω βυθιστεί στη μελαγχολία. Πόσα χρόνια μου απομένουν ώσπου να μπω οριστικά στο περιθώριο; Φοβάμαι. Όσο κυλά ο καιρός, τόσο πιο δύσκολο θα γίνεται να φροντίζω τον εαυτό μου, να δείχνω καλά για την ηλικία μου, να εκπέμπω αυτοπεποίθηση — έτσι δεν το γράφουν τα περιοδικά; Ανησυχώ ότι η στιγμή που θα γίνω αόρατη, μια ακόμα άχρωμη, βαρετή γριούλα, δεν αργεί. Φοβάμαι τη μέρα που κανείς δεν θα γυρνά στο πέρασμά μου.

Και τότε πώς  θα συνεχίσω τη ζωή μου, πώς θα πείσω τους άλλους ότι έχω ακόμα αξία; Πώς θα αντέξω την αργή, σταδιακή μου εξαφάνιση; Για αυτό σου λέω, τρέμω… τρέμω τη φθορά… τη φοβάμαι πιο πολύ κι απ’ το θάνατο.

Ilse Fusková (Felka), Sin título (Mujer observando la ciudad. Isabel Molinero) [Sans titre (Woman watching the city. Isabel Molinero)], 1957
Κατερίνα Καπερναράκου
ΑΟΡΑΤΗ ΚΑΙ ΟΡΑΤΗ ΛΙΓΟ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΚΟΠΩΣΗ

Είχαμε μείνει μοναχά δυο άτομα στην τελική ευθεία πριν από την πλήρη διάλυση του Τμήματός μου, τουλάχιστον έτσι, όπως την προφήτευε το δικό μου το μυαλό. Ύστερα από 35 χρόνια ως γρανάζι τίποτα δεν απέμενε να με συναρπάζει στην δουλειά αυτή καθ’ αυτή, αντιθέτως αισθανόμουν πως με είχε αποστραγγίξει και αφαιμάξει. Κι όσο θυμάμαι ότι κάποτε είχα νιώσει μεγάλη χαρά, που με πληρώνανε να μαθαίνω νέα πράγματα, λέει! Ωστόσο, είχα φτάσει στο σημείο μηδέν πλέον, εκεί, όπου ο κύκλος κλείνει ή απλώς ξανασυστήνεσαι. Διαπίστωνα με φρίκη πως, προϊόντος του χρόνου, μετεξελισσόμουνα σε μισητό υβρίδιο. Αν και απασχολούμενη στον ιδιωτικό τομέα, είχα καταντήσει δημόσια υπάλληλος. Θυμόμουνα κιόλας τον Αξέντι Ιβάνοβιτς Ποπρίστσιν,  τον ταλαίπωρο «κρατικό λειτουργό» του Νικολάϊ  Γκόγκολ, τον δημόσιο υπάλληλο ενάτης βαθμίδος, που ίσιωνε και γυάλιζε τις πέννες του προϊσταμένου του στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΤΡΕΛΛΟΥ. Γελούσα πικραμένα.

Ασθένειες σοβαρές, απολύσεις, ανθρωποφαγικές κρίσεις κι από εκεί, που είμασταν 6-7 άτομα στο Τμήμα μου, απομείναμε δυο εργαζόμενες με πολύ σοφία και εμπειρία μεν μπόλικη συσσωρευμένη κόπωση δε. Τα 55  μας χρόνια τα είχαμε περάσει ή τα κοντεύαμε. Η εξίσωση άλυτη. Ποιά θα αρρώσταινε και θα της επιτρεπόταν να μην εργάζεται στην αναρρωτική της; Οι θερινές διακοπές; Οι διαμαρτυρίες μας έφταναν σε αυτιά κουφών, ένιωθα πως ήμουν αόρατη εργάτρια, αόρατη προλετάρια πολυτελείας και, σίγουρα, μία άνθρωπος με ανύπαρκτες ανάγκες. Στο να εξαλειφθώ από προσώπου γης  είχε συμβάλει και η τηλεργασία: αυτή η διαβόητη μορφή απασχόλησης, που εξαπλώθηκε στην καραντίνα, δήθεν διευκόλυνε, αλλά κι αδυσώπητα θρυμμάτισε τα όποια εναπομείναντα νήματα έδεναν τους ανθρώπους με το χώρο και το χρόνο σε μία συνθήκη παραγωγικότητας και κοινωνικοποίησης. Και ο φόβος, βέβαια, με είχε τσακίσει. Οι προτάσεις μου δεν εισακούγονται, σταματώ πιά να ενδιαφέρομαι για το έργο του μυαλού και των χεριών μου κι όλες οι εναλλακτικές επαγγελματικές διέξοδοι γίνονται αδιέξοδες χρόνο με το χρόνο.  Οι σχέσεις μου με τους παλαιότερους και τις παλαιότερες συναδέλφισσες καθίστανται έωλες, ανύπαρκτες με τους καινούργιους. Αμέσως – αμέσως στριμώχνομαι στον πάγκο, όχι τυπικά, μιας και εξακολουθώ να κωπηλατώ στη γαλέρα, αλλά ουσιαστικά.

“…Α όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω. Αλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον. Ανεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω”

Αρκετά χρόνια δουλεύω όσο τρία άτομα (όπως και η άλλη μοναδική συνάδελφος του Τμήματος), κι έρχεται μια μέρα και δε μπορώ να σηκωθώ από τα πατώματα. Δεν καλοθυμάμαι, γιατί βρέθηκα εκεί ούτε σε ποιά θέση στεκόμουν προηγουμένως. Στην Ιαπωνία το λένε καρόζι, οι Αγγλοσάξωνες μπερνάουτ κι, εδώ στα ημέτερα, εργασιακή υπερκόπωση με μπόλικη δόση κατάθλιψης. Ο ψυχίατρος μου γράφει κανονική αναρρωτική 20 ημερών και κοντεύω να βάλω τα κλάμματα – θα μπορούσα νόμιμα και κανονικά να μην εργάζομαι καθόλου στην άδειά μου. Καθόλου. Ποτέ δεν μου πέρασε από το μυαλό πως ήταν κι αυτό μία μικρούλα θύρα διαφυγής από την αβίωτη καθημερινότητα.

Αισθάνομαι πως είχα ήδη διαβεί το κατώφλι ενός θανάτου μου. Τα ψυχοφάρμακα με συνεφέρνουνε σταδιακά κι, όσο κι αν επιμένει ο ψυχίατρος να επιστρέψω πάραυτα στη δουλειά μετά το πρώτο 20ήμερο, χρειάζομαι δυο ολόκληρους μήνες αποχής. Δυο ολόκληρους μήνες κανένας δεν με ρώτησε, γιατί λείπω, τί έπαθα και πώς τα καταφέρνω. Κανείς συνάδελφος, καμμία συναδέλφισσα δε με ρώτησε κι ας με ήξεραν 20 και 30 χρόνια. Δυο ολόκληρους μήνες. Και τότε, μόνον τότε, η εργοδοσία αναγνωρίζει  μέσα στην απουσία μου την παρουσία μου, μέσα στο αόρατον της ύπαρξής μου την ορατότητά του. Αναγκάζεται, δηλαδή, να προσλάβει ακόμα μία εργαζόμενη.

(Υστερόγραφο: Η Ελλάδα των γονέων των μπούμερ, όλων ημών των τυχερών παιδιών, που γεννηθήκαμε είκοσι και τριάντα χρόνια μετά τη λήξη του Β’ ΠΠ, πλάστηκε με φτωχικά όνειρα από στερεά υλικά κι απόλυτες αλήθειες. Οι άνθρωποι ετούτοι ζούσανε «τις φάμπρικες της Γερμανίας», την «ψεύτρα ξενιτιά» και «τ’ ανήλιαγα στενά» και βρίσκανε την όψιμη αντανάκλασή τους στα ΜΙΚΡΟΑΣΤΙΚΑ, τον δίσκο – κοινωνική ακτινογραφία των Νεγρεπόντη και Κηλαηδόνη. Ανάγκη αδήριτη, ανάγκη επιτακτική – ψυχολογική και συναισθηματική – η σταθερότητα, μήνας μπαίνει – μήνας βγαίνει να τρέχει ο μισθός, μία θεσούλα στο Δημόσιο, το Στρατό. Το κράτος είναι ο στοργικός άξεστος πατερούλης, που μεριμνά δια βίου για τα παιδιά του, όσο κι αν έχουν καβούρια οι τσέπες του. Έκανα ό,τι περνούσε από το χέρι μου να μην με καταβροχθίσει αυτό το τέρας της ‘’σταθεροανίας’’, αν και είχα όλες τις  προδιαθεσικές προδιαγραφές να καταλήξω στα δόντια του. Δεν γλύτωσα, εν τέλει).

Mierle Laderman Ukeles, I Make Maintenance Art One Hour Every Day, September 16–October 20, 1976, performance with three hundred maintenance employees, day and night shifts over the course of six weeks at 55 Water Street, New York
Μυρτώ Χμιελέφσκι
ΓΔΑΡΜΕΝΑ ΓΟΝΑΤΑ

Στην αρχή περιμένω χωρίς να λέω τίποτα.

Μετά λέω: Ακούγεται ο δίσκος mówimy po polsku. Είναι ένας δίσκος εκμάθησης της πολωνικής γλώσσας.

Τα πολωνικά δεν τα έμαθα καλά. Τα ελληνικά μου είναι κανονικά, σαν τα δικά σας. Πάνω κάτω.

O καθηγητής είπε: Είναι θαυμάσιο το πόσο έχει προχωρήσει στην εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας. Η ποίηση από κάτω κοχλάζει. Θαύμασε το πόσο προχώρησα και όχι το ποίημα. Κι αυτό ήταν κάτι  καλά κρυμμένο. Για λόγους ευγένειας. Αλλά εγώ το κατάλαβα.

Και ένας άλλος καθηγητής το κατάλαβε και είπε: Να, βλέπεις; Πέτα τα. Τα δικά μου τα νεανικά, τα πέταξα όλα στον Σηκουάνα. Μα, κύριε, τι νεανικά;  Έχω φτάσει στην κλιμακτήριο. Δεν το ‘πα, γιατί σε ποιαν δεν αρέσει να την περνούν για νεότερη;  Κι ας την θεωρούν ανώριμη συγγραφικά.

Ισιώνω πλάτη, κοιτάω μπροστά, και με σταθερή φωνή λέω: Δεν τα πέταξα.

Και να σας πω και κάτι ακόμα. Χρησιμοποιώ λέξεις όπως μυθοπλαστικός και γενεαλογία και εμπασιπεριπτώσι — το τελευταίο σαν μία λέξη, με γιώτα στο τέλος, γιατί προτιμώ τα ανισόρροπα μεγάλα σχήματα. Γιατί κανονικά, είμαι ζωγράφος. Τι τα θέλω τα ποιήματα λοιπόν;

Σε μια άλλη γλώσσα ξέρω μόνο να διαβάζω δημόσια έγγραφα: Skattemyndιgheten κ.α. Αν και καταλαβαίνω την κάθε λέξη τα κάνω σαλάτα τελικά. Ανθυγιεινή σαλάτα από έγγραφα. Γι’ αυτό δεν ανοίγω πια τους φακέλους.

Και λέω καλύτερα να έμενα σε μια καλύβα ή σε μια τρύπα στο βράχο και να έκρυβα το κεφάλι μου πίσω από το βουνό να μη με δεις όταν με κυνηγάνε, και τα γόνατά μου να ναι γδαρμένα και ο φρέσκος αέρας να μου γεμίζει τα ρουθούνια που μπορεί να έχουν γεμίσει λάσπη-αγνή-παρθένα-λάσπη-από την-κορυφή-του-βουνού.

Εισπνέω-εκπνέω. Δύο φορές. Να ακουστεί.

Κάτι άλλο όμως ήθελα να πω. Ήθελα να πω, πως ούτε τα ζωγραφισμένα μου τελάρα πέταξα, που πιάνουν και τόσο χώρο. Μόνο που δεν θυμάμαι πού τα έχω βάλει. Τοπιογραφίες ήταν τα περισσότερα, φύση, παραδοσιακά σπίτια, μια θάλασσα στο βάθος. Όμορφα πράγματα.

Περιμένω λίγο χωρίς να λέω τίποτα.

Ακούγεται ο δίσκος mówimy po polsku.

Είναι ένας δίσκος εκμάθησης της πολωνικής γλώσσας.

 

Γιούλη Βολανάκη
ΜΙΑ ΑΝΟΛΟΚΛΗΡΩΤΗ & (δικαίως) ΑΝΕΠΙΔΟΤΗ 15χρονη ΕΠΙΣΤΟΛΗ

Αγαπητή Ποδηλάτισσα

Είναι νομίζω η πρώτη φορά από τότε που ανέλαβες το πεντάλ και μας πηγαίνεις, που με εξέπληξες, για να είμαι ειλικρινής, οδυνηρά, με αναφορά στην προχωρημένη ηλικία των εκδιδομένων, που βγάζουν βιβλία ως αναβάθμιση του status τους. Ισχύει, δε λέω. Μα, το πήρα προφανώς προσωπικά, σα μομφή…

Είναι που έβγαλα το πρώτο βιβλίο μου στα 40 και έχω άλλο ένα στο συρτάρι μου εδώ και πάνω από μια 5ετία, και απ’ ό,τι φαίνεται θα βγει γύρω στο εφάπαξ;

Είναι που έχοντας σιγά σιγά ολοκληρώσει τον βιολογικό, εργασιακό κ.λπ. κύκλο μου αφήνομαι στο να φύγει το μυαλό μου σε πράγματα και κείμενα και στοχασμούς που ίσως δεν μου ανήκουν και σίγουρα δεν τους ανήκω, αφού κάθε φορά που βρίσκομαι σε κύκλο ποιητών ή γραφιάδων είμαι σαφώς στην απέξω;

Eίναι που, ως γυναίκα, οι απόπειρες γραφής μου κρίνονται ελάσσονες, ανεπαρκείς; Που καθώς η καθημερινή μας ζωή ποδηλατεί με βαρυθυμία επαναληπτικά σε ατέλειωτες διευθετήσεις, εκεί, στο περιθώριο του χρόνου, σε κάποια γωνιά του, κάνω πεντάλ προς το άλλο;

Είναι που κάποια διηγήματά μου σαν παραμύθι, που τα λατρεύω γιατί ποτέ μου δεν τ’ άκουσα από χείλη προγόνου, μα ευτυχώς τ’ άκουσα από τα χείλη του μπαμπά των παιδιών μου, παιδί κι αυτός κι εγώ, επίσης βρίσκονται στο συρτάρι (αν και για να είμαι ειλικρινής, τώρα, στα επόμενα Δέκατα, θα υπάρχει κάτι δικό μου για το οποίο δεν χρειάστηκε ούτε να παρακαλέσω ούτε να έχω γνωριμίες. Απλά το έστειλα).

Είναι που ψάχνοντας έναν εκδοτικό οίκο, ακόμα κι αν δεν πληρώσεις (πράγμα ανεπιθύμητο) όλοι σε κοιτούν σαν να πλήρωσες, κι έτσι απλώς ελπίζεις πως κάποιος κάπου κάποτε θα εκτιμήσει αυτό που κάνεις;

Λυπάμαι που αφορμή για το γράμμα μου είναι μια προσωπική (;) πικρία. Γιατί πράγματι το πεντάλ[1] δεν το αξίζει. Επειδή, αντιθέτως, είναι ένας τόπος μιας εξαιρετικά γόνιμης συνάντησης του ποιητικού με το πολιτικό, μια ιδιαίτερη καθοδήγηση προς το ποιητικά σημαίνον…

Lee Lozano, Private Notes, 1969
Δήμητρα Κυριακοπούλου
Η καλλιτεχνική έκφραση δίχως ηλικιακές ποσοστώσεις- Όταν η γραφή υπερβαίνει χρόνο και αριθμούς

Στη σύγχρονη λογοτεχνική σκηνή, η ηλικία δεν είναι μόνο ζήτημα βιολογικό Είναι παράγοντας αξιολόγησης, ο οποίος επηρεάζει τη θέση και την ορατότητα των γυναικών συγγραφέων. Οι έρευνες δείχνουν ότι οι γυναίκες αντιμετωπίζουν έναν ιδιότυπο ηλικιακό ρατσισμό, που δεν αναγνωρίζεται εύκολα, γιατί εκφράζεται κυρίως μέσω συμπεριφορών, κριτικών και αφηγηματικών προσδοκιών, παρά μέσω ανοιχτών αποκλεισμών.

Συγγραφείς νεαρής ηλικίας συχνά παρουσιάζονται ως ανανεωτικές φωνές, και η προσοχή που τους αποδίδεται εστιάζεται περισσότερο στο μέλλον παρά στο παρόν του έργου τους. Αντιθέτως, οι μεγαλύτερες γυναίκες αντιμετωπίζονται ως φωνές ώριμες, συνολικές ή σταθερές, όροι που συχνά – στο πλαίσιο το οποίο χρησιμοποιούνται- υπονοούν έλλειψη καινοτομίας, αντί να αναδεικνύουν την πολυπλοκότητα και την ένταση της γραφής τους. Η γλώσσα γύρω από τη γυναικεία δημιουργία μετατοπίζεται. Η τολμηρή γίνεται ήρεμη, η ανατρεπτική γίνεται «σεμνή», και η ίδια η παρουσία της συγγραφέως αξιολογείται σύμφωνα με την προσδοκία ότι η γήρανση σημαίνει σταδιακή υποχώρηση στο παρελθόν.

Το άρθρο της Guardian «You’re covered in wrinkles. You’re no longer interesting» (2024) καταγράφει αυτή την πραγματικότητα με ακρίβεια. Γυναίκες 50+ συχνά περιθωριοποιούνται, οι ιστορίες τους σπανίζουν, και η γήρανση μεταφράζεται κοινωνικά ως μείωση ενδιαφέροντος ή ως λόγος απόσυρσης από την ορατότητα[2]. Παρόμοιες διαπιστώσεις εμφανίζονται σε ακαδημαϊκές μελέτες. Οι Gannon & Davies (2019) αναφέρουν ότι η κριτική αντιμετωπίζει τις γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας συχνά ως εξομολογητικές, ενώ αντίστοιχα θέματα γραμμένα από άνδρες χαρακτηρίζονται σοφά ή παγκόσμια[3].

Η επίδραση του ηλικιακού αποκλεισμού δεν περιορίζεται στις κριτικές. Επεκτείνεται στις ευκαιρίες συμμετοχής σε επιτροπές, παρουσιάσεις βιβλίων και λογοτεχνικά φεστιβάλ. Η μελέτη του Journal of Gender Studies (2022) καταγράφει ότι οι γυναίκες άνω των 40 αντιμετωπίζουν μειωμένες προσκλήσεις, λιγότερη ορατότητα σε εκδηλώσεις και περιορισμένη κάλυψη από τα μέσα, ανεξάρτητα από την αναγνωσιμότητα ή την ποιότητα του έργου τους[4]. Η νεότητα συχνά αντιμετωπίζεται ως επικαιρότητα, ενώ η ωριμότητα υποτιμάται ή αρχειοθετείται, δημιουργώντας μια γυάλινη οροφή που κρατάει τις γυναίκες εκτός δημόσιου διαλόγου.

Παρά τις ανισότητες, η γραφή των γυναικών μεγαλύτερης ηλικίας συχνά προσφέρει μια σύνθετη και αιχμηρή θεώρηση του χρόνου, του σώματος και της επιθυμίας. Η εμπειρία τους δεν μετατρέπεται σε ηθικό δίδαγμα, ούτε περιορίζεται σε προσωπική εξομολόγηση. Είναι αναλυτική, προκλητική, και συχνά πολιτική με έναν τρόπο που η νεότητα δεν επιβάλλει. Παρόλα αυτά, η κοινωνική αντίληψη καθιστά την ίδια τη φωνή τους λιγότερο σύγχρονη και ενώ η ίδια γραφή από άνδρες θεωρείται ουσιαστική, επίκαιρη, και επιβλητικά αναγκαία.

Η κρίση δεν είναι στο έργο ούτε στη δημιουργό. Είναι στο βλέμμα που την αξιολογεί. Η σύγχρονη λογοτεχνία κινδυνεύει να αναπαράγει στερεότυπα, παρουσιάζοντας τη νεαρή γυναίκα ως φορέα ανανέωσης και την μεγαλύτερη ως φωτογραφικό συλλέκτη μνήμης. Το παράδοξο είναι ότι η γνώση και η οξύτητα που φέρει η ‘ωριμη ηλικία μπορεί να θεωρηθεί απειλή, επειδή δεν έχει ανάγκη έγκρισης, δεν ζητά άδεια, και παραμένει ζωντανή και επικίνδυνη για την κυρίαρχη αφήγηση.

Η αλλαγή δεν απαιτεί νέους κανόνες. Απαιτεί ένα διαφορετικό βλέμμα. Ένα βλέμμα που διαβάζει κάθε φωνή στο παρόν, ανεξάρτητα από το βιολογικό ή κοινωνικό φίλτρο της ηλικίας. Ένα βλέμμα που δεν επιτρέπει στον χρόνο να επιβάλλει σιωπή, αλλά αναγνωρίζει την πολυπλοκότητα και τη δύναμη της γυναικείας γραφής σε κάθε ηλικία.

Η λογοτεχνική σκηνή οφείλει να αντιμετωπίζει τις γυναίκες συγγραφείς όχι με βάση το σώμα ή την ηλικία τους, αλλά με βάση το έργο τους. Μόνο τότε η γραφή μπορεί να παραμείνει διάλογος, και όχι αρχείο παρελθόντος.

Vlasta Delimar, Zrela žena [Mature Woman], Zagreb, 2001, performance
Δήμητρα Κυριακοπούλου
Δεν είναι η ηλικία. Είναι το βλέμμα.

«Γιατί οι γυναίκες επιτρέπεται να είναι ή νέες ή σοφές, αλλά
όχι παρούσες όσο μεγαλώνουν».

Δεν είναι η ηλικία που βαραίνει τις γυναίκες στη λογοτεχνία. Είναι το βλέμμα που γερνά πριν από αυτές.

Η ηλικία λειτουργεί σαν φίλτρο αποδοχής. Άλλοτε ως χάδι, άλλοτε ως απόσυρση. Στις νέες γυναίκες συγγραφείς αποδίδεται συχνά μια υπόσχεση, όχι απαραίτητα για το έργο τους, αλλά για το μέλλον τους.

Στις μεγαλύτερες, αντίθετα, αποδίδεται μια εξήγηση: «έκανε τον κύκλο της», «είπε όσα είχε να πει», «ανήκει αλλού». Το ζήτημα δεν είναι βιολογικό. Είναι αφηγηματικό.

Στη λογοτεχνική σκηνή, η γυναίκα επιτρέπεται να είναι νέα ή σοφή. Όχι όμως παρούσα όσο γερνά.

Η νεότητα γίνεται συχνά αναγνώσιμη ως δυνατότητα. Η ωριμότητα, αντίθετα, αντιμετωπίζεται ως σταθερότητα η οποία παράδοξα μεταφραζεται ως απουσία ρίσκου ή επιλογών. Το έργο παύει να διαβάζεται ως πρόταση και αρχίζει να αρχειοθετείται ως ύστερο. Όχι επειδή το κείμενο το ζητά, αλλά επειδή το σώμα της δημιουργού το επιβάλλει.

Σε παρουσιάσεις ή και κριτικές βιβλίων οι λέξεις “νέο”, “επίκαιρο”, “αναγκαίο” αποφεύγονται διακριτικά. Στη θέση τους εμφανίζονται άλλες: “ώριμο”, “ήρεμο”, “συνολικό”. Όχι ως κρίση αισθητική, αλλά ως υπόμνηση χρόνου. Η γλώσσα μετατοπίζεται διακριτικά από το «τολμηρή» στο «σταθερή», από το «ανατρεπτική» στο «σεμνή».

Η ηλικία συνεπώς στις γυναίκες δεν είναι απλώς χρόνος. Είναι ερμηνεία.

Έτσι γεννιέται ένας ιδιότυπος ηλικιακός ρατσισμός ο οποίος εκφράζεται με σιωπηλή υποβάθμιση. Με λιγότερες προσκλήσεις, λιγότερη ορατότητα, λιγότερη περιέργεια. Το έργο παραμένει, αλλά το βλέμμα αποσύρεται. Κι όταν δεν υπάρχει βλέμμα, η τέχνη παύει να είναι διάλογος.

Το πιο παράδοξο είναι ότι η ίδια η γραφή των γυναικών συχνά συνομιλεί με τον χρόνο με πολύ πιο σύνθετο τρόπο από όσο της αναγνωρίζεται. Το σώμα που φθείρεται, η επιθυμία που δεν απολογείται, η εμπειρία που δεν μετατρέπεται σε ηθικό δίδαγμα. Όμως αυτά τα θέματα, όταν εμφανίζονται γραμμένα από γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας, συχνά διαβάζονται ως «προσωπικά», «εξομολογητικά», «αναδρομικά». Ενώ όταν γράφονται από άνδρες, διαβάζονται ως υπαρξιακά ώριμοι σπόροι σοφίας.

Δεν αλλάζει το κείμενο.

Αλλάζει το φίλτρο.

Η συζήτηση για την ηλικία και το φύλο στη λογοτεχνία δεν είναι μια συζήτηση για το ποιος δικαιούται να μιλήσει. Είναι μια συζήτηση για το ποιος ακούγεται ως σύγχρονος. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται ο πυρήνας του αποκλεισμού. Οι γυναίκες, όσο μεγαλώνουν, μετακινούνται αθόρυβα στο παρελθόν, ακόμη κι όταν γράφουν στο παρόν.

Η επιστροφή της Δύσης σε «παραδοσιακές αξίες» επιτείνει αυτό το φαινόμενο. Η λογοτεχνία, αντί να λειτουργεί ως χώρος ρήξης, συχνά αναπαράγει ρόλους. Η νεαρή γυναίκα ως φωνή ανανέωσης, η μεγαλύτερη ως φορέας μνήμης. Λες και η μνήμη δεν μπορεί να είναι αιχμηρή. Λες και η εμπειρία δεν μπορεί να είναι επικίνδυνη.

Κι όμως, η μεγαλύτερη ηλικία στη γυναικεία γραφή δεν είναι κλείσιμο. Είναι άνοιγμα σε μια γνώση που δεν διεκδικεί αποδοχή. Σε μια φωνή που δεν έχει ανάγκη να είναι αρεστή. Εκεί ακριβώς βρίσκεται η απειλή της.

Ίσως τελικά αυτό να ενοχλεί περισσότερο.

Μια γυναίκα που γράφει χωρίς να ζητά τίποτα, ούτε έγκριση, ούτε μέλλον, αποσταθεροποιεί τον ίδιο τον κανόνα. Γι’ αυτό αργά ή γρήγορα σπρώχνεται στο περιθώριο.

Η γυναίκα που γράφει λοιπόν σήμερα δεν χρειάζεται να αιτιολογεί την ηλικία της.

Η αλήθεια της γραφής δεν μετριέται σε χρόνο ή πρόσωπα. Μετριέται στη στιγμή που το βλέμμα αλλάζει πορεία και η σκέψη παραμένει ζωντανή.

 

Στρατονίκη Ζαρμποζάνη
Ηλικία-φύλο-λογοτεχνία                              

-Από τι ώρα ξύπνησες;

-Δεν είδα ρολόι.

-Όρεξη που την έχεις. Να βάλω καφέ ή να πάω πρώτα τον σκύλο βόλτα;

-Πήγαινε.

-Βγες βρε, να αναπνεύσεις. Να πάρεις οξυγόνο. Αργά το θυμήθηκες να γράφεις…αφού ξέρεις τα κυκλώματα. Σε λυπάμαι, μα τον Θεό. Χαμένος κόπος!

 

-Μαμά θα έρθεις να κρατήσεις το μωρό ή έχεις δουλειά;

-Ναι.

-Τι;

-Κάτι γράφω

-Αμάν ρε μάνα, όσο ήσουνα νέα δεν έγραφες… τώρα σου την έδωσε αυτή η διαστροφή; Περίμενα να πάρεις σύνταξη να με βοηθήσεις κι εσύ παίζεις.

 

-Να έρθω για καφέ;  Είναι 5 παρά, 5.15 φεύγω για ιατρείο.  Την μαμά την τακτοποίησα εγώ.

-Έλα.

-Από το ύφος σου καταλαβαίνω ότι κάτι γράφεις.  Καλά άστο.

-Έλα.

-Να σου πω την αλήθεια, αντί να τρέχεις στα ΚΑΠΗ, στις χορωδίες και στους παραδοσιακούς χορούς καλύτερα που γράφεις  κι αφού τα καταφέρνεις στον υπολογιστή,  μπράβο σου! Άσε τον καφέ…μην έχω και τύψεις που σου έκοψα την έμπνευση.  Δώσε εσύ το βραδινό στην μαμά.  Κλείνω.

 

-Μάνα, θ’ αργήσω απόψε. Δεν θα φάω εδώ. Εσύ την δουλίτσα σου

-Τι εννοείς;

-Γράφε  Είναι πολύ σημαντικό ένας μεγάλος άνθρωπος να έχει ένα στόχο…να έχει κάτι να κάνει, ρε παιδί μου…γράφε κι άμα γίνω πλούσιος, θα στο εκδώσω εγώ.

 

-Χαίρομαι, που τα κείμενα σου διακρίνονται σε διαγωνισμούς. Παίρνεις μια καταξίωση. Για παραπάνω μη χολοσκάς. Είναι καλά, αλλά αν ήσουν κάτω από τριάντα κι εύρισκες κι ένα γκόμενο απ’ το χώρο θα είχαν άλλη τύχη.

 

-Παιδιά, είμαι πολύ χαρούμενος, που ξεκινάμε αυτό το σεμινάριο υποκριτικής και πιο πολύ που έχουμε κοντά μας την Ελένη.  Πες μας Ελένη, πως και πήρες την απόφαση να έρθεις;

-Να, επειδή γράφω θέατρο, μη με θεωρήσετε ψώνιο, έτσι από χόμπι… είπα να το δω  κι από μέσα.

-Σημασία έχει πως στην ηλικία σου ξεκινάς νέα πράγματα. Θαυμάζω τους ανθρώπους που δεν το βάζουν κάτω. Μπράβο σου! Μπράβο!

…μόνο σε μένα είπε «μπράβο».

 

Christine Rush, Ironing, 1972

 

[1] Θυμάσαι τι είναι ποίηση; Ιστορίες ποδηλασίας, που αξίζει να ξαναδιαβάσουμε, γραμμένες από τη σπουδαία Μαρία Λαϊνά, με το πεντάλ της να γυρίζει με λεπτοφυή ήχο, παρόμοιο με της παλιάς ηλεκτρικής γραφομηχανής. Πενήντα επιφυλλίδες με τον τίτλο “Πεντάλ”, γραμμένες κατά το διάστημα 2009-2011, για το ένθετο “Βιβλιοθήκη” της εφ. Ελευθεροτυπία. Σχολιασμός της τότε επικαιρότητας με ευθέως και αντιστρόφως ανάλογη παράθεση ποιημάτων και αποσπάσματα πεζογραφίας. Ομορφιά και ασχήμια. Ενίοτε σαρκασμός και γέλιο. Ο χρόνος σαν σε ακίνητη ισορροπία. Σπαρταριστή!

Βλ. επίσης το κείμενο του Χρήστου Σιορίκη.

[2] Guardian, «You’re covered in wrinkles. You’re no longer interesting», 2024.

[3]Gannon, L., & Davies, R. (2019). Gender, Age, and Literary Reception: The Double Bind of Women Writers. Feminist Media Studies, 19(6), 789–804.

[4]Journal of Gender Studies, «Ageism in Contemporary Literature: Women Writers and Visibility», 2022.