Η έννοια του Διαφωτισμού και η αντανάκλαση της σήμερα
Γράφει ο Μάνος Μαυροπαλιάς
Ο Kant όρισε τον Διαφωτισμό ως την έξοδο του ανθρώπου από την ανωριμότητα, δηλαδή από την αδυναμία του να χρησιμοποιεί τον νου του χωρίς την καθοδήγηση κάποιου άλλου. Πρόκειται για μια ιστορική στιγμή όπου το άτομο καλείται να σκεφτεί αυτόνομα, αφήνοντας πίσω προκαταλήψεις και δεισιδαιμονίες. Ο ορθολογισμός σηματοδότησε την ανάδειξη του ορθού Λόγου ως βασικού εργαλείου κατανόησης του κόσμου, θέτοντας τα θεμέλια για μια νέα πορεία της ανθρωπότητας, στην οποία ο άνθρωπος εξετάζει τόσο τον εαυτό του ως υποκείμενο όσο και τον κόσμο ως αντικείμενο γνώσης. Ως αποτέλεσμα, η εκκλησία αρχίζει να χάνει την απόλυτη ισχύ της, ενώ ο Θεός δεν επαρκεί πλέον ως καθολική απάντηση στα ερωτήματα της κοινωνίας. Στη θέση αυτή αναδύεται ένα νέο πλαίσιο ερμηνείας της πραγματικότητας, η Λογική, η οποία φιλοδοξεί να οργανώσει την ανθρώπινη σκέψη και δράση, με απώτερο στόχο την κατανόηση και την κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στη φύση.
Το παρόν κείμενο βασίζεται συγκεκριμένα στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου Η Διαλεκτική του Διαφωτισμού με τίτλο «Η έννοια του Διαφωτισμού». Ας τα πάρουμε με τη σειρά, ξεκινώντας από τον ίδιο τον τίτλο. Τι σημαίνει «διαλεκτική του Διαφωτισμού»; Οι συγγραφείς, Theodor Adorno και Max Horkheimer, επιδιώκουν να αναδείξουν τη διαλεκτική σχέση που αναπτύσσεται εντός του ίδιου του Διαφωτισμού. Διότι, αφενός πρόκειται για μια προοδευτική εποχή, με την άνθηση των επιστημών και την απελευθέρωση του πνεύματος από θρησκόληπτες προκαταλήψεις, αφετέρου αναδύεται ένα νέο είδος βαρβαρότητας που δεν επιβλήθηκε εξωτερικά, αλλά προέκυψε από τον ίδιο τον ορθό λόγο. Έχοντας κατά νου ότι το βιβλίο γράφτηκε στα τέλη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, οι συγγραφείς επιχειρούν να διερευνήσουν πώς, σε μια εποχή όπου οι ιδέες του Διαφωτισμού έχουν καταστεί καθολικές και έχουν ενσωματωθεί στους κρατικούς μηχανισμούς του δυτικού πολιτισμού, η ανθρωπότητα οδηγήθηκε στη μεγαλύτερη φρικαλεότητα της μοντέρνας ιστορίας. Παρόλα αυτά, η κριτική και η ανάλυση του βιβλίου δεν περιορίζεται στον φασισμό και το ναζιστικό καθεστώς, αλλά επεκτείνεται στην ίδια τη νεωτερικότητα και ειδικότερα στην έλευση του καπιταλισμού. Γι’ αυτό και κάνουν λόγο για μια νέα μορφή βαρβαρότητας, με διαφορετικά κίνητρα και μέσα. Ο καπιταλισμός στην Ευρώπη και την Αμερική παρουσιάστηκε ως ελεύθερη επιλογή, ενώ στην πραγματικότητα ενσωμάτωνε μορφές έμμεσης και δομικής βίας· έτσι καθιερώθηκε ως το γενικό πλαίσιο της νεοτερικότητας, με τη συγκατάθεση των ίδιων των υποκειμένων. Και κυρίαρχο όπλο του δεν ήταν άλλο από τον ορθό Λόγο.
Λογική, λοιπόν — τι πιο αόριστο και ιστορικά μεταβαλλόμενο σημαίνον. Τα κριτήρια που καθορίζουν τι είναι λογικό και τι όχι, ή ποιον άνθρωπο μπορούμε να αποκαλέσουμε ορθολογιστή, δεν είναι ουδέτερα, αλλά διαμορφώνονται μέσα σε συγκεκριμένα πλαίσια εξουσίας που ορίζουν το ιδανικό και το πρέπον. Όπως επισημαίνουν οι Adorno και Horkheimer, η εργαλειοποίηση της λογικής σημαίνει ότι η σκέψη παύει να προσανατολίζεται προς την αλήθεια και μετατρέπεται σε εργαλείο αποτελεσματικότητας και κυριαρχίας. Κάθε τι αξιολογείται με βάση τη χρησιμότητά του μέσα σε ένα σύστημα οργάνωσης της παραγωγής, της διοίκησης και της κοινωνικής ζωής, όπου σχεδόν τα πάντα καθίστανται μετρήσιμα και εμπορευματοποιήσιμα. Η ανταλλακτική αξία διαμεσολαβεί τους ανθρώπινους δεσμούς, καθώς το υποκείμενο τείνει να προσεγγίζει τις σχέσεις του χρησιμοθηρικά, αναζητώντας τι μπορεί να αποκομίσει από αυτές, σαν να επρόκειτο για εμπορεύματα — και μάλιστα μέσα σε ένα πλαίσιο ανταγωνισμού. Οι κανόνες της αγοράς έχουν πλέον εσωτερικευθεί και διαμορφώνουν τα ίδια τα μοτίβα του ψυχισμού μας. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως το στοίχημα του Διαφωτισμού ήταν η κυριαρχία του ανθρώπου απέναντι στη φύση — και δεν διαθέτουν όλοι τα ίδια μέσα για να την επιτύχουν.
Δεν αναφερόμαστε απαραίτητα σε μια πρωτόγονη φυσική κατάσταση· άλλωστε, η ίδια η έννοια της «φύσης» έχει αλλοτριωθεί από την άστοχη και υπερβολική χρήση της, συχνά προκειμένου να δικαιολογηθούν κοινωνικές και πολιτικές μορφές βαρβαρότητας — ενώ τίποτα δεν συμβαίνει «φυσικά» από μόνο του. Αν ανατρέξουμε στην πολιτική κρίση της περασμένης δεκαετίας, θα δούμε ότι όροι όπως «παρορμητικό», «τρελό», «ανέφικτο» ή «αφύσικο» χρησιμοποιήθηκαν επανειλημμένα από τον φιλελεύθερο λόγο, κυρίως μέσω των κυρίαρχων μέσων ενημέρωσης. Κάθε απόπειρα για κάτι διαφορετικό παρουσιάζεται ως αντίθετη προς τη «φύση», σαν να πρόκειται για απόκλιση από μια υποτιθέμενη κανονικότητα. Πώς καταφέρνει, όμως, ο νεοφιλελευθερισμός, παρά τις αντιφάσεις και τα διαρκή του αδιέξοδα, να παραμένει στη συλλογική συνείδηση ως κάτι φυσικό και αυτονόητο; Μία από τις πιθανές απαντήσεις βρίσκεται στη μυθολογία που ο ίδιος παράγει. Μέσα σε περίπου τρεις αιώνες ιστορικής εξέλιξης, το σύστημα αυτό έχει κατορθώσει να οριοθετήσει και να κατευθύνει τη φαντασία του υποκειμένου. Μέσω της μαζικής κουλτούρας —ή «Πολιτισμικής Βιομηχανίας», όπως θα την ονομάσουν οι συγγραφείς— η αστική τάξη, αξιοποιώντας την αισθητική της, καταφέρνει να διαμορφώνει ακόμη και τις ίδιες μας τις επιθυμίες, τις οποίες αντιλαμβανόμαστε ως ελεύθερες. Η τηλεόραση, η διαφήμιση, η κατανάλωση και οι μόδες λειτουργούν ως μηχανισμοί αναπαραγωγής των ιδανικών της κυρίαρχης εξουσίας. Ιδιαίτερα, αυτό που συμβαίνει υπόκωφα είναι το εξής: το αντικείμενο παράγει το υποκείμενο και το υποκείμενο αναπαράγει το αντικείμενο. Δηλαδή η εξουσία, διαδίδοντας τη μυθολογία της, ενσαρκώνεται και ασκείται μέσα από το ίδιο το άτομο ξεχωριστά, και όλο αυτό προβάλλεται ως ελεύθερη επιλογή.
Σήμερα η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο, καθώς ο καπιταλισμός είναι κάτι τόσο σύνθετο και διάσπαρτο, αφού έχει ενσωματωθεί πλήρως σε κάθε τομέα της ζωής μας, που έχει γίνει το ίδιο το φίλτρο που προκαθορίζει και νοηματοδοτεί τα σημεία στα οποία πέφτει η ματιά μας. Ενώ στον περασμένο αιώνα μπορούσες τουλάχιστον να ξεχωρίσεις την αναπαράσταση από την πραγματικότητα, ήταν εποχές πιο απτές, στις μέρες μας η γραμμή που χωρίζει την πραγματικότητα από τη μυθολογία, το φανταστικό από το ρεαλιστικό, έχει θολώσει πλήρως. Πρόκειται πραγματικά για μία νέα βαρβαρότητα στην ωμότερη μορφή της. Για αυτή την κατάληξη μας προειδοποιούσαν ήδη από τη δεκαετία του 40’ ο Horkheimer και ο Adorno. Ο καθένας από εμάς χτίζει τη δική του μυθολογία για τον εαυτό του, σκηνοθετώντας τις κινήσεις του με το κινητό του και προβάλλοντας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Και την ίδια στιγμή που αισθάνεται ξεχωριστός και μοναδικός, ο καπιταλισμός κοιτάει και γελά, επειδή ό,τι κι αν κάνει το υποκείμενό μας, όσο κι αν προσπαθήσει σκληρά να ξεχωρίσει, να βρει και να αγαπήσει τον εαυτό του, πάντα θα βρίσκεται εντός της επιθυμίας του νεοφιλελευθερισμού. Προβάλλοντας το πώς θέλουν να τον βλέπουν οι άλλοι, αφού πρώτα αποφασίσει σύμφωνα με τα ιδανικά σύμβολα της μυθολογίας που τον διέπει, το πώς θέλει να κοιτά ο ίδιος τον εαυτό του.
Εν κατακλείδι, πρόκειται για ένα κείμενο και πιο συγκεκριμένα για ένα κεφάλαιο το οποίο αποκρυσταλλώνει τρομακτικά την αλλόκοτη εποχή μας. Αλλόκοτη, παράξενη, αλλά πιο λογική από ποτέ. Ένας νέος ολοκληρωτισμός γεννήθηκε και έχει καθιερωθεί εδώ και δεκαετίες με την αποδοχή και τη στήριξή μας. Εξού λοιπόν και η αντίθεσή μας. Τώρα που η κυρίαρχη ιδεολογία είναι στο πάνθεον της πορείας της, καθώς είναι πιο παγκοσμίως διαδεδομένη και αποτελεί την κύρια παραγωγή της κουλτούρας, την ίδια στιγμή αντιλαμβανόμαστε καθαρά ότι έχουμε χάσει την έννοια της πραγματικότητας. Ο Διαφωτισμός, επιδιώκοντας να απελευθερώσει τον άνθρωπο από τον μύθο, κατέληξε τελικά να παράγει έναν νέο τύπο μύθου, πιο σύνθετο και πιο δυσδιάκριτο, καθολικό και ασφυκτικό.
Ονομάζομαι Μάνος Μαυροπαλιάς και είμαι μεταπτυχιακός φοιτητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Tilburg στην Ολλανδία. Η ερευνητική μου δραστηριότητα επικεντρώνεται στη σύγχρονη γαλλική φιλοσοφία και την ψυχανάλυση
(Πίνακας: The Watering Can (Emblems: The Garden) 1913 Roger de La Fresnaye Associated Names Roger de La Fresnaye Artist, French, 1885 – 1925)














