Φωτογραφικός Θάλαμος

Γράφει ο Γιάννης Στούπας

(Για την ποιητική συλλογή του Χάρη Μιχαλόπουλου, Φωτογραφικός Θάλαμος (Κάπα Εκδοτική, 2025) ISBN: 978-960-628-425-0

Ο Φωτογραφικός Θάλαμος του Χάρη Μιχαλόπουλου δεν είναι μια έκθεση φωτογραφικών στιγμιοτύπων. Ωστόσο, οι 13 εικόνες και τα 35 ποιήματα που περιέχει διασταυρώνονται –όπως ο τίτλος δηλώνει– με την τέχνη της φωτογραφίας: οι μεν εικόνες, που καθεμιά τους συνομιλεί με ένα ποίημα, είναι ως επί το πλείστον φωτογραφικές λήψεις (και μάλιστα διά χειρός του ποιητή)· τα δε ποιήματα, που αποτελούν και τη ραχοκοκαλιά του βιβλίου, έχουν μια προσέγγιση φωτογραφίζουσα: αφενός δηλαδή αποτυπώνουν προσωπικές στιγμές, μνήμες και βιώματα (όπως συμβαίνει με τις «αναμνηστικές» φωτογραφίες) και, αφετέρου αποκαλύπτουν τη λοξή και διεισδυτική ματιά του «φωτογράφου» (όπως συμβαίνει με τις «καλλιτεχνικές»).

Τα ποιήματα μοιράζονται με τις εικόνες του βιβλίου μία κοινή αισθητική. Κατ’ αρχάς, είναι ασπρόμαυρα: ο ποιητής δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για το χρώμα· το βάρος πέφτει –απολύτως συνειδητά– στο σχήμα, στη διάταξη και στις εντάσεις. Παράλληλα, χρησιμοποιεί –όπως και στις εικόνες του– σκοτεινούς τόνους: το μεν φως αξιοποιείται με φειδώ, η δε σκιά υπερισχύει ή υπερτονίζεται. Τα στοιχεία αυτά, σε συνδυασμό με την ευρεία χρήση κινητικών μοτίβων, συνθέτουν μία παλλόμενη ποίηση, ενίοτε κινηματογραφική, που αποδίδει με ένταση και ακρίβεια το βαθύ σκοτάδι της ψυχής, της τέχνης και του κόσμου.

Αδυνάτισαν οι λέξεις μου. Λιπόσαρκες
στέκουν τα βράδια μπρος μου. Με μαύρους
κύκλους κάτω απ' τα μάτια και αδύνατα χέρια,
ψάχνουν ψωμί, νερό ψάχνουν, ανοίγουν το ψυγείο
μες την άγρια νύχτα, λίγο τυρί, βούτυρο,
φόβο, φρίκη, χορταίνουν με ό,τι βρουν
(αν βρουν).
Με κοιτούν και με λυπούνται.
Τα χρήματα δε φτάνουν. Το νοίκι δε βγαίνει.
Μασουλάνε μπισκότα στο σαλόνι.
Όταν βαριούνται, βαράνε δυνατά την πόρτα και βγαίνουν […]

(«Λέξεις»)

Θεματικά, το βιβλίο εστιάζει κυρίως στην εγκατάλειψη, την απουσία και τη μοναξιά. Η αποτύπωσή τους γίνεται συχνά με τρόπο συμβολικό. Στο ποίημα «Κουβάρι» η μυθική Αριάδνη, κουλουριασμένη σε ένα ακρογιάλι της Νάξου, συμβολοποιεί την οδύνη της ερωτικής εγκατάλειψης. Στο «Ημερολόγιο Covid» η άρρωστη Άνοιξη, που ξαπλώνει μόνη «στον καναπέ αγκαλιά με την παλιά θερμοφόρα» και «αλλάζει πλευρό και κανάλι στην τηλεόραση», έχοντας ξεχάσει να ανθίσει, ζωντανεύει τον επώδυνο εγκλεισμό του 2020. Στο ποίημα «Στον πιο μακρινό ουρανό» ένα μοναχικό -και συνειδητά μάταιο- αστρικό ταξίδι συμβολίζει την αναζήτηση μιας ευτυχίας που έγινε απουσία.

Η οδύνη της απουσίας, ωστόσο, αποκτά μια ένταση πραγματικά αφοπλιστική, όταν ο ποιητής, αντί του συμβολισμού, επιλέγει την οδό της αμεσότητας. Χαρακτηριστικά παραδείγματα: το ποίημα για την εκλιπούσα μητέρα («Γενεθλιακό») και το ποίημα για τον εκλιπόντα πατέρα («Νανούρισμα»), τα οποία ιχνογραφούν με τρόπο σπαρακτικό το εσωτερικό χάος και την ερήμωση που δημιουργεί η απώλεια της γονεϊκής σταθεράς.

Απώλεια, εγκατάλειψη και μοναξιά συνθέτουν έναν λαβύρινθο από τον οποίο δεν υπάρχει δυνατότητα διαφυγής. Η ποίηση του Μιχαλόπουλου, άλλωστε, είναι μία ποίηση αδιεξόδου. Ο ποιητής, ωστόσο, δεν αναζητά διέξοδο. Ίσως γι’ αυτό δεν εκπίπτει στην απελπισία ή στην θανατολαγνεία. Και αυτό ακριβώς είναι που συγκινεί στα ποιήματα αυτά: η συμφιλίωση με το σκοτάδι της πραγματικότητας. Μια τραγική συμφιλίωση που υπαγορεύεται από την Ανάγκη. Στην προμετωπίδα του βιβλίου διαβάζουμε: «Εσύ περνάς πάντα ξυστά από την πραγματικότητα». Δεν ξέρω με ποιο πνεύμα γράφτηκε η συγκεκριμένη φράση. Εγώ τη διαβάζω σαν μομφή προς τρίτους, όχι σαν προσωπική εξομολόγηση. Γιατί η ποίηση του Μιχαλόπουλου δεν περνά ξυστά από την πραγματικότητα. Βρίσκεται στον πυρήνα της πραγματικότητας. Το υποκείμενο δεν την αποφεύγει, δεν στρέφει τα μάτια αλλού, δεν αναζητά υπερκόσμια παρηγοριά: Δεν έχω ανάγκη από καμιά μεταφυσική/ Ούτε παραμύθι ούτε προσευχή («Είδωλο Σε Δύο Κινήσεις»), τονίζει. Έχει πλήρη επίγνωση όλων των αδιεξόδων αλλά δεν αυταπατάται ούτε κάμπτεται: περιπλανιέται, βιώνει στο έπακρο και καταγράφει. Ακόμη και η Ποίηση δεν λειτουργεί ως μέσο διαφυγής· είναι μέρος του αδιεξόδου. Ο ποιητής γράφει ποιήματα, γιατί δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά, κι ας ξέρει ότι η ποιητική γραφή είναι μια εμπειρία σκοτεινή: Στο ποίημα δεν έχει λιακάδες, βρέχει πάντα καρεκλοπόδαρα («Σπασμένη Ομπρέλα»), σημειώνει εύγλωττα.

Και η ποίηση, ο έρωτας, το πένθος, τα πάντα, βιώνονται πρωτίστως σωματικά. Η σωματικότητα είναι κυρίαρχη στον Φωτογραφικό Θάλαμο. Όλα εδώ είναι σωματικές εμπειρίες· οι πιο πολλές επώδυνες: τραυματισμοί, ακρωτηριασμοί, διαμελισμοί. Στο ποίημα «Τα Κεφάλια» ο ποιητής περιγράφει κεφαλές αγαλμάτων που εκτίθενται παραταγμένες σε κάποιο μουσείο. Γράφει: Κομμένα κεφάλια στη σειρά/ σε κοιτούν/ δίχως πόνο για το σώμα που έχασαν/ κι όμως/ διακρίνεις ξεκάθαρα στο βλέμμα τους/ τη συμπόνια που νιώθουν για σένα/ που ακόμα παλεύεις με το σώμα που σου ανήκει. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται ο πυρήνας του ανθρώπινου δράματος· στην ισόβια πάλη του ανθρώπου με το σώμα του: με την ασθένεια του σώματος, με τη φθορά του σώματος, με αυτά που το σώμα μας θέλει αλλά συνήθως δεν μπορεί ή δεν πρέπει. Κι απ’ όσα θέλει το σώμα, το ύψιστο είναι το χάδι. Γι’ αυτό μέσα στο βιβλίο αυτό, όλα γίνονται αντιληπτά ως χάδι· που δίνεται ή δεν δίνεται. Ακόμη και η ποίηση. Ποίηση είναι να χαϊδεύεις τον πόνο/ κι εκείνος να σου λέει «σ’ ευχαριστώ («Χάδι»).

Κλείνοντας, είναι χρήσιμο να υπογραμμιστεί ότι ο Φωτογραφικός Θάλαμος είναι ένα βιβλίο ενσυνείδητα ισόρροπο· ισόρροπο μέσα από τις αντιθέσεις του: πολυεπίπεδο και συνάμα προσιτό, συνδυάζει κατ’ αρχάς το βάθος με τη διαύγεια. Εμπεριέχει, επίσης, ποιήματα ποικίλης έκτασης: ποιήματα εκτενή και ποιήματα επιγραμματικά (ενίοτε δίστιχα ή μονόστιχα). Αγαπά τα ζεύγη και τις αντιστίξεις: ένα ποίημα απευθύνεται στη μητέρα («Γενεθλιακό») και ένα στον πατέρα («Νανούρισμα»)· ένα ποίημα αφιερώνεται στην αγάπη («Όπως κισσός») και ένα στη σύμβαση («Νυχτερινό»). Μέρος αυτής της ισορροπίας είναι και το εύρος της ποιητικής ματιάς: ο φωτογραφικός φακός του Χάρη Μιχαλόπουλου δεν αποτυπώνει μόνο την ιδιωτική εμπειρία· στρέφεται εξίσου καίρια και στην ευρύτερη κοινωνική πραγματικότητα.

Στην πατρίδα μου
τα Σάββατα τρώνε ψάρι
τις Κυριακές κρέας με πατάτες,
τις υπόλοιπες μέρες τρώμε ο ένας τον άλλον.

(«Περί Ορέξεως»)

Και είναι αυτή η επίμονη διάθεση αρμονίας και ισορροπίας που καθιστά, εντέλει, την ανάγνωση του Φωτογραφικού Θαλάμου μια πολύπτυχη και ολοκληρωμένη αναγνωστική εμπειρία.

 

Ο Γιάννης Στούπας γεννήθηκε το 1977 στην Αθήνα και μεγάλωσε στην Καβάλα. Είναι πτυχιούχος Κλασικής Φιλολογίας και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος στη Δημιουργική Γραφή. Σήμερα διαμένει στην Καβάλα και εργάζεται ως φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση. Είναι εν ενεργεία πρόεδρος του Συνδέσμου Φιλολόγων Καβάλας και μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού λόγου και τέχνης Νέο Υπόστεγο. Έχει εκδώσει μία ποιητική συλλογή με τίτλο Τα Καρφιά Μένουν (Θράκα, 2019). Ποιήματα, μεταφράσεις και κριτικά του κείμενα έχουν φιλοξενηθεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά.