ΠΩΣ ΣΥΝΟΜΙΛΟΥΜΕ ΜΕ ΤΟΝ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟ; Δύο κείμενα του Μάκη Καραγιάννη και της Μαρίας Κουλούρη
Μετά το πρόσφατο αφιέρωμα του Parallaxi, «Μοιάζει όντως η σημερινή εποχή με το Μεσοπόλεμο;» (9/11/25), όπου ιστορικοί αναφέρθηκαν σε γεγονότα, πρόσωπα και καθεστώτα, η Θράκα κάνει ένα παρόμοιο αφιέρωμα όπου πανεπιστημιακοί, κριτικοί, λογοτέχνες και καλλιτέχνες εξετάζουν το ίδιο θέμα από πολιτισμική σκοπιά.
Θυμίζουμε πως, εκτός από τις τεράστιες μηντιακές και τεχνολογικές αλλαγές, ο Μεσοπόλεμος περιλάμβανε σημαντικά καλλιτεχνικά κινήματα (π. χ. γαλλικός υπερρεαλισμός, ελβετικό νταντά, σοβιετικός κονστρουκτιβισμός, γερμανική Βαϊμάρη, ιταλικός φουτουρισμός, αμερικανική αναγέννηση του Χάρλεμ, μεξικανική τοιχογραφία, βρετανικός μοντερνισμός, μεσογειακός κλασικισμός) καθώς και φιλοσοφικά ρεύματα (π. χ. πρώιμος υπαρξισμός, λογικός θετικισμός, δυτικός μαρξισμός, σχολή Φρανκφούρτης, αναλυτική φιλοσοφία, πολιτισμικός πεσιμισμός). Στο πλαίσιο αυτό, θα είχε ενδιαφέρον να εξετάσουμε με ποιους τρόπους η λογοτεχνία, η τέχνη και η σκέψη του 21ου αιώνα συνομιλούν με αυτά τα κινήματα και ρεύματα.
Το αφιέρωμα επιμελούνται οι Βασίλης Λαμπρόπουλος, Ομότιμος Καθηγητής της Νεοελληνικής Έδρας Κ. Π. Καβάφη στο Πανεπιστήμιο του Michigan και η Αθηνά Ρώσσογλου, ερευνήτρια και ιστορικός.
Στο δέκατο τέταρτο μέρος του αφιερώματος παρουσιάζονται κείμενα του Μάκη Καραγιάννη, πεζογράφου και κριτικού, και της Μαρίας Κουλούρη, ποιήτριας και υπαρξιακής ψυχοθεραπεύτριας.
Διλήμματα μεταιχμιακών εποχών
Του Μάκη Καραγιάννη
Θεωρώ το ερώτημα ενδιαφέρον και προκλητικό και πιστεύω πως σε εποχές σύγχυσης οι κρίσιμες ερωτήσεις είναι το πρώτο βήμα για τη συλλογική μας αυτογνωσία.
Τα καλλιτεχνικά κινήματα του Μεσοπολέμου -υπερρεαλισμός, ντανταϊσμός, κονστρουκτιβισμός- δεν ήταν απλώς αισθητικά ρεύματα, αλλά η αντίδραση στην κυρίαρχη ιδεολογία και την κατάρρευση του παλαιού κόσμου, όπως προέκυψε από τη βαρβαρότητα του πρώτου πολέμου, την κατάρρευση αυτοκρατοριών, την οικονομική κρίση, την τεχνολογική επιτάχυνση, τη μαζική δημοκρατία. Στην Ελλάδα η λογοτεχνία κινείται στο πνεύμα της Μικρασιατικής Καταστροφής και της κατάρρευσης της Μεγάλης Ιδέας, ενώ η Γενιά του ’30 εισάγει τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό και καλύπτει το ιδεολογικό κενό με μια νέα αφήγηση: την ελληνικότητα ως αισθητική. Είναι ο κυρίαρχος τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την ελληνική ταυτότητα ως σήμερα. Βαθύτερα, ωστόσο, υπονομεύεται από τον λυρισμό της χαμηλής φωνής, το υπαρξιακό άγχος των ελασσόνων ποιητών και την αντίστιξη του Καρυωτάκη που εσωτερικά χρωματίζει το σκοτάδι, ενώ περιγράφοντας το νεοελληνικό «ωραίο, φριχτό κι απέριττο τοπίο» υπογραμμίζει εύστοχα και σαρκαστικά: «του λείπει μια σειρά ερειπίων/ κι η επίσημη αγχόνη του Παγκάλου».
Ο «μεσοπόλεμος» είναι μια εννοιολογική κατασκευή από τους μεταγενέστερους. Το ερώτημα είναι αν τα υποκείμενα εκείνης της εποχής, η φιλοσοφία και τα, όντως, πρωτοποριακά καλλιτεχνικά κινήματα με τη δημιουργία νέων μορφών μπόρεσαν να κατανοήσουν το zeitgeist, το πνεύμα των καιρών, τους τριγμούς ενός κόσμου που κατέρρεε, ή απλώς το επιτάχυναν. Η Διαλεκτική του Διαφωτισμού των Αντόρνο και Χορκχάιμερ ήρθε αναστοχαστικά το 1944, διαβάζοντας ανοιχτό βιβλίο. Οι καλλιτεχνικές πρωτοπορίες απάντησαν με άρνηση. Ένιωσαν τους κραδασμούς του κόσμου που άκουγαν και ψηλαφούσαν στα ακροδάχτυλά τους, αλλά κατανόησαν το zeitgeist ως μορφική κρίση, όχι ως περιεχόμενο. Ο ντανταϊσμός και ο υπερρεαλισμός έσπασαν το αντικείμενο, η κατάρρευση της γραμμικής πλοκής και του παντογνώστη αφηγητή, η πολλαπλότητα των οπτικών γωνιών, η διάσπαση του χρόνου και ο εσωτερικός μονόλογος του μοντερνισμού στο μυθιστόρημα είναι ένα βήμα μπροστά από τον κόσμο του 19 ου αιώνα, έχτισαν όμως μια νέα συνείδηση; Πιο προχωρημένος, ίσως, ο Τόμας Μαν με το Μαγικό Βουνό καταλαβαίνει ότι η Ευρώπη είναι άρρωστη και, βεβαίως, ο Κάφκα κυρίως ένιωσε τον ίλιγγο που επέρχεται και τον παραλογισμό μιας εξουσίας χωρίς πρόσωπο και απάντησε με τη δική του δυστοπία.
Μοιάζει η σημερινή εποχή με τον Μεσοπόλεμο; Οι μέρες της αμέριμνης μεταμοντέρνας μπελ επόκ του τέλους του 20 ου αιώνα, όπου πάνω στα αναπαυτικά βουνά κατανάλωσης μπορούσες να βρίζεις με αηδία το σύστημα, να ασχολείσαι ειρωνικά με τα κειμενικά παίγνια, να παρωδείς κυνικά και εκ του ασφαλούς έχουν παρέλθει. Το γκρέμισμα των Δίδυμων Πύργων, το πρώτο χτύπημα της νέας χιλιετίας, έφερε μια δραστική αλλαγή τόνου. Η ψηφιακή επανάσταση μας προκαλεί μια μόνιμη αμηχανία. Η οικονομική κρίση μας ξύπνησε. Η κλιματική αλλαγή και οι πόλεμοι της δεκαετίας μας σόκαραν. Η «αποδυνάμωση της ιστορικότητας», που διαπίστωνε ο Φρέντρικ Τζαίημσον, αποδεικνύεται εκφραστικά άστοχη και η ιστορία επανακάμπτει ως εφιάλτης. Ασφαλώς, έχουν πολλά κοινά στοιχεία -την οικονομική κρίση, την αβεβαιότητα, την επάνοδο του εθνικισμού και τον ρατσισμού, τη λατρεία της βίας και την υπονόμευση της δημοκρατίας- αλλά κάθε εποχή έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά. Πώς, όμως, θα χειριστεί ο ποιητής ή ο μυθιστοριογράφος στους «ρευστούς καιρούς» του 21 ου αιώνα, την υπέρβαση των συνόρων, την αβεβαιότητα της εργασίας, την κλιματική κρίση, τη «ρευστή αγάπη», την αμφισβήτηση των φυλετικών και σεξουαλικών ταυτοτήτων, την ψηφιακή αλγοριθμική αιχμαλωσία; Σ’ αυτή τη μεταιχμιακή εποχή της σύγχυσης, αρκούν η άρνηση και η καταγγελία, οι πειραματικές αναζητήσεις, όπως έκαναν οι καλλιτεχνικές πρωτοπορίες του ’30;
Πιστεύω, όπως γράφω στην Τέχνη του Μυθιστορήματος, το τελευταίο μου βιβλίο, πως η τέχνη και «το μυθιστόρημα είναι υποχρεωμένο να επανεφευρίσκει τον εαυτό του για να υπάρξει. Και πρέπει να ξεπεράσει τη θεμελιώδη μεταμοντέρνα αντίφαση στην οποία βρίσκεται. Σε μια εποχή όπου έχουν εκπέσει οι μεγάλες αφηγήσεις, αμφισβητούνται οι αλήθειες και αποδομούνται τα νοήματα, επιθυμεί να συνθέσει μια γενικότερη αφήγηση, να οσμιστεί ένα νόημα, να κωδικοποιήσει μια, σχετική έστω, ‘αλήθεια’ που θα ερμηνεύει τον κόσμο». Στην εποχή του σχετικισμού και της «μετα- αλήθειας» δεν αρκούν η δοξολογία της différance και της επιτελεστικότητας, αλλά χρειάζεται μια νέα σύνθεση με σεβασμό στη διαφορά, η αναζήτηση, μέσα από την κατανόηση, κοινών αξιών και κοινών οριζόντων «αληθείας». Πρέπει το μυθιστόρημα να ανακτήσει τον ηθικό και φιλοσοφικό στοχασμό για τον άνθρωπο, ανεξαρτήτως φυλής, φύλου, χρώματος και ερωτικού προσανατολισμού, τον πόνο και την αγάπη, το κακό και την αρετή, τις ανισότητες και τις πλανητικές προκλήσεις της σύγχρονης κοινωνίας, δηλαδή έναν Νέο Ανθρωπισμό στον ψηφιακό οικουμενικό μας κόσμο.
Ο Μάκης Καραγιάννης είναι πεζογράφος και κριτικός. Σπούδασε Μαθηματικά και ζει στη Θεσσαλονίκη. Ήταν συνεκδότης του περιοδικού Παρέμβαση και συμμετείχε στη διεύθυνσή του (1988 – 1993). Έχει επιμεληθεί εκτενή αφιερώματα με συνεντεύξεις και κριτικές όπως του Ντίνου Χριστιανόπουλου (H Αυγή), Έκτορα Κακναβάτου (Παρέμβαση), Αndrew Crumey (The Books’ Journal). Έχει εκδώσει τα μυθιστορήματα Το όνειρο του Οδυσσέα (Μεταίχμιο 2011), Πόλη χωρίς θεούς (Μεταίχμιο 2016), Η σκόνη του κόσμου όταν γκρεμίζεται (Μεταίχμιο 2023), τη συλλογή διηγημάτων Ο καθρέφτης και το πρίσμα (Νεφέλη 2007), τα δοκίμια Η Τέχνη του Μυθιστορήματος (Επίκεντρο 2024), Μικρό και αλαζονικό έθνος (Επίκεντρο 2018), Η αισθητική της ιθαγένειας (Παρέμβαση 2001), ενώ ασκεί κριτική από τις στήλες της εφημερίδας Αυγή, των περιοδικών Παρέμβαση, The Books’ Journal και το ιστολόγιο τοις Εντευξομένοις.

Λόγος : η ολότητα του χωροχρόνου στην ποίηση του Μεσοπολέμου. Με αφορμή τον Τ.Σ. Έλιοτ
Της Μαρίας Κουλούρη
Ο άνθρωπος της εποχής του Μεσοπολέμου προβάλει κατακερματισμένος, πολυδιάστατος και αντιφατικός. Μαζί με αυτόν αποκτούν νέα διάσταση και οι μέχρι τότε σταθερές έννοιες του χώρου και του χρόνου, όπως καθορίζονται από τη σημαίνουσα σημασία, που αποκτά πλέον η υποκειμενική ματιά και η ατομική μνήμη.
Οι μοντερνιστές ποιητές, εξουθενωμένοι ψυχικά και οι ίδιοι από τις συνέπειες του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου, παραμερίζουν τις παραδοσιακές τεχνικές και μιλούν για την πολυπλοκότητα και την ανομοιογένεια, που προκαλούν στον άνθρωπο της εποχής οι νέες συνθήκες. Αρνούνται τη ρομαντική θέαση του εαυτού, ως μέρος ενός συνόλου ηθικών αξιών και αναδεικνύουν την αυτοαναφορικότητα. Οι προσωπικοί στοχασμοί, οι αναμνήσεις, τα όνειρα και ό,τι αναδύεται από το ασυνείδητο εκφράζονται με λόγο καθημερινό, φέρνοντας στο επίκεντρο το άτομο.
Το απόσπασμα «East Coker», από τα «Τέσσερα κουαρτέτα», το εμβληματικό έργο του Τ.Σ. Έλιοτ, ξεκινάει με μια σαφή χρονική τοποθέτηση:
«Να με λοιπόν, στα μισά του δρόμου, έχοντας είκοσι χρόνια-
είκοσι χρόνια τα πιο πολλά σπαταλημένα,
τα χρόνια του l’ entre deux guerres»
Η περίοδος ανάμεσα στους δύο παγκόσμιους πολέμους είναι και η περίοδος, που ο ποιητής συνέθεσε το συγκεκριμένο έργο. Βρίσκουμε το ποιητικό υποκείμενο στην απόπειρά του να νοηματοδοτήσει εκ νέου τις λέξεις. Αυτές που η θηριωδία του πολέμου οδήγησαν στην απώλεια του νοήματός τους:
«[..]προσπαθώντας να μάθω να χρησιμοποιώ τις λέξεις,
κι η κάθε απόπειρα
είναι μια εντελώς καινούρια αρχή»
Αντιλαμβανόμαστε την παντοδυναμία του λόγου. Οι λέξεις είναι εκείνες που μεταφέρουν την ύπαρξη. Ο λόγος συνδέεται με την ανθρώπινη υπόσταση, δηλώνοντας την παρουσία και έτσι την ολότητα του χωροχρόνου. Γράφει ο ποιητής:
«Στο τέλος μου βρίσκεται η αρχή μου»
Παρά την επιφανειακή στατικότατα που προκύπτει από τον συγκεκριμένο στίχο, μπορούμε να σκεφτούμε την αέναη κίνηση του χρόνου ανάμεσα στους δυο πόλους και μέσα στο ρεύμα αυτό, το πέρασμα του θνητού ανθρώπου, όπως καταγράφεται από τον ατομικό ιστορικό του χρόνο. Ταυτόχρονα, η έννοια του χρόνου ορίζει και την έννοια του χώρου, αφού όπως αναφέρει το ποιητικό υποκείμενο:
«Τόπος σου είναι εκεί που ξεκινάς»
Και ο τόπος αυτός δεν οριοθετείται από την αποσπασματικότητα του παρόντος. Ανήκει στην ευρύτερη σφαίρα της αιώνιας ζωής:
«Όχι η έντονη στιγμή
απομονωμένη, χωρίς πριν και μετά,
αλλά μια ζωή που φλέγεται κάθε στιγμή
κι όχι η ζωή ενός ανθρώπου μόνο
αλλά αρχαίων λίθων που δεν μπορούν ν’ αποκρυπτογραφηθούν»
Κυριαρχεί μια διαρκής δυνατότητα κίνησης, μέσα σε ένα πλαίσιο που η ολότητά του υποδαυλίζει την παροντική σημασία του χρόνου και του χώρου. Ουσιαστικά, αλλοιώνονται οι έννοιες αυτές και η προσπάθεια του ανθρώπου για να τις κατανοήσει γίνεται προορισμός ζωής:
«Οι γέροι θα ‘πρεπε να είναι εξερευνητές
Εδώ ή εκεί δεν έχει σημασία
Πρέπει να ‘μαστε ακίνητοι κι όμως να κινούμαστε»
Και το οξύμωρο της κινητικότητας μέσα στην ακινησία είναι αυτό που κάνει τον άνθρωπο παρατηρητή του ίδιου του εαυτού του. Βγαίνοντας από τη ροή του χωροχρόνου, μπορεί να αποκτήσει το εποπτικό βλέμμα που θα του επιτρέψει να ισορροπήσει ανάμεσα στους δύο πόλους. Να υπάρξει ανάμεσα στην αρχή και το τέλος του.
[Τα αποσπάσματα από τα «Τέσσερα κουαρτέτα» του Τ.Σ. Έλιοτ, είναι σε μετάφραση Χάρη Βλαβιανού, που κυκλοφόρησε το 2013 από τις εκδόσεις Πατάκη.]
Η Μαρία Κουλούρη γεννήθηκε στη Χαλκίδα, ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Έχει σπουδάσει λογοθεραπεία, ψυχοθεραπεία, θέατρο και Ευρωπαϊκό Πολιτισμό. Από τις εκδόσεις Μελάνι έχουν εκδοθεί τέσσερα βιβλία της ποίησης. Έχει βραβευθεί με το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου ποιητή της Εταιρείας Συγγραφέων «Γιάννη Βαρβέρη» και με το βραβείο «Σωτηρίου Ματράγκα» της Ακαδημίας Αθηνών. Από τις εκδόσεις Le miel des anges, έχει εκδοθεί στο Παρίσι, η ανθολογία ποιημάτων της «Lits quotidiens» (μετάφραση Michel Volkovitch – Myrto Gondicas). Δίδαξε στα εργαστήρια ποίησης, του μεταπτυχιακού προγράμματος του Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστημίου, στο τμήμα της Δημιουργικής Γραφής. Επίσης, έχει διδάξει δημιουργική γραφή και συγγραφή θεατρικού έργου σε ομάδα ενηλίκων με αυτισμό και έχει επιμεληθεί την έκδοση των μυθιστορημάτων τους. Είναι ιδρύτρια και υπεύθυνη της θεατρικής ομάδας ενηλίκων με αυτισμό, του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά. Εργάζεται ψυχοθεραπευτικά και μέσω της συγγραφής. Θεατρικά της μονόπρακτα έχουν παρουσιαστεί σε μορφή θεατρικού αναλογίου, από το Διεθνές Ινστιτούτο Θεάτρου της Αθήνας. Έχει γράψει το κείμενο και έχει επιμεληθεί τη δραματουργία της πειραματικής θεατρικής παράστασης «Τροφή», η οποία παρουσιάστηκε το 2019 στο Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου (σκηνθ. Λ. Παπακώστας). Έχει γράψει το σενάριο της ταινίας μικρού μήκους «Μη με λησμόνει/ Possible strangers”, η οποία έχει προβληθεί σε τοπικά και διεθνή φεστιβάλ (σκηνθ. Γ.Πατεράκης). Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες και έχει λάβει μέρος σε διεθνή και εγχώρια φεστιβάλ ποίησης.
(Πίνακας- Fire at Full Moon by Paul Klee_1933)














