Άρωμα Φουζέρ

Γράφει η Βίκυ Σπήτα

(Για το βιβλίο, Άρωμα Φουζέρ της Γιούλης Χρονοπούλου, εκδ. νήσος 2025)

Το Άρωμα Φουζέρ της Γιούλης Χρονοπούλου-ένα βιβλίο μικρό σε έκταση αλλά ιδιαίτερα πυκνό σε συναίσθημα, μνήμη και στοχασμό κυκλοφόρησε το 2025 από τις εκδόσεις Νήσος και είναι μια συλλογή 25 σύντομων διηγημάτων που μας καλούν να σταθούμε όχι στη δράση αλλά στη στιγμή.

Πρόκειται για ένα βιβλίο που δεν φωνάζει. Δεν επιδιώκει εντυπωσιασμούς. Αντίθετα, ψιθυρίζει όπως ακριβώς και οι μνήμες

Τα διηγήματα του Αρώματος Φουζέρ κινούνται γύρω από την καθημερινή εμπειρία: τις ανθρώπινες σχέσεις, τις απώλειες, τις μικρές μετατοπίσεις της ζωής, τις λεπτομέρειες που συχνά προσπερνάμε. Μέσα από φαινομενικά απλά περιστατικά η συγγραφέας φωτίζει βαθύτερες όψεις της ανθρώπινης ύπαρξης.

Το ύφος της είναι λιτό και συχνά ποιητικό. Συναισθηματικό αλλά ποτέ μελοδραματικό, ενώ έμφαση δίνεται στις αισθήσεις: στις μυρωδιές, στα χρώματα, στους ήχους. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι το “άρωμα” του τίτλου θα μπορούσαμε να πούμε ότι λειτουργεί ως βασική μεταφορά του βιβλίου: άρωμα ως μνήμη που επιμένει, ως ίχνος στιγμών που πέρασαν αλλά δεν χάθηκαν.

Αν επιχειρούσαμε να χαρτογραφήσουμε τη συλλογή, θα μπορούσαμε να διακρίνουμε τα διηγήματα σε τέσσερις θεματικές διαδρομές, κυρίως ως τρόπο ανάγνωσης. Στην πρώτη διαδρομή συναντούμε τα διηγήματα της αισθητηριακής παρατήρησης, κείμενα που γεννιούνται από την παρατήρηση μιας λεπτομέρειας: μια μυρωδιά, ένα φως στο δωμάτιο, ένα αντικείμενο, μια σιωπή. Η ατμόσφαιρα εδώ είναι πιο σημαντική από την πλοκή. Τα κείμενα λειτουργούν σαν μικρά ποιήματα σε πεζό λόγο, αποκαλύπτοντας εσωτερικές συγκρούσεις χωρίς να τις κατονομάζουν. Στα κείμενα αυτά οι αισθήσεις χρησιμοποιούνται ως γέφυρα προς τη μνήμη, σε χαμένες ή μισοξεχασμένες στιγμές.

Στο διήγημα «Η Βαλίτσα» η συγγραφέας επιλέγει ένα αντικείμενο απόλυτα οικείο, σχεδόν αόρατο στην καθημερινότητά μας. Όμως εδώ η βαλίτσα δεν είναι απλώς ένα μέσο μεταφοράς. Είναι ένας σιωπηλός φορέας μνήμης. Κουβαλά όχι μόνο ρούχα, αλλά αποφάσεις, αποχωρισμούς, προσδοκίες. Το βάρος της βαλίτσας δεν μετριέται σε κιλά, αλλά σε όσα αφήνονται πίσω. Η αφήγηση δεν μας λέει τι ακριβώς συνέβη, μας αφήνει να το αισθανθούμε. Και ίσως γι’ αυτό το διήγημα αυτό λειτουργεί τόσο έντονα: γιατί μας θυμίζει ότι κάθε αναχώρηση, μικρή ή μεγάλη, έχει πάντα ένα συναισθηματικό αντίτιμο.

Σε μια δεύτερη διαδρομή θα βρούμε τα διηγήματα των ανθρώπινων σχέσεων: γονείς και παιδιά, σύντροφοι, φίλοι, παρελθόν και παρόν. Εδώ η ένταση είναι υπόγεια. Πολλά δεν λέγονται, απλά υπονοούνται. Μια παύση, μια φράση που έμεινε μισή, ένα βλέμμα αρκούν για να φανερώσουν ότι η οικειότητα συχνά συνυπάρχει με την απόσταση. Τα διηγήματα αυτά καταγράφουν στιγμές κρίσης μέσα από μικρές ρωγμές.

Το διήγημα με τίτλο «Το Δείπνο» εκτυλίσσεται γύρω από μια φαινομενικά καθημερινή, οικεία περίσταση: ένα κοινό γεύμα. Ωστόσο, πίσω από την απλότητα της σκηνής, η συγγραφέας χτίζει σταδιακά μια υπόγεια ένταση. Το δείπνο λειτουργεί όχι ως πράξη φιλοξενίας ή συντροφικότητας αλλά ως σκηνή αποκάλυψης σχέσεων, σιωπών, εσωτερικών συγκρούσεων και συναισθημάτων. Εστιάζει στον εσωτερικό κόσμο των ηρώων, αποτυπώνει τη ρωγμή κάτω από την επιφάνεια της καθημερινότητας και επιβεβαιώνει το ενδιαφέρον της συγγραφέως για τις μικρές στιγμές που αποκαλύπτουν μεγάλες αλήθειες. Το «Δείπνο» είναι ένα διήγημα κατάστασης, όπου μέσα από μια απλή σκηνή φωτίζεται η ανθρώπινη μοναξιά, η αδυναμία επικοινωνίας και η λεπτή γραμμή ανάμεσα στη συνήθεια και την αποξένωση.

Σε μια τρίτη θεματική διαδρομή συναντούμε διηγήματα όπου η αφηγηματική οπτική μετατοπίζεται σε ένα αντικείμενο, μια γάτα, ένα παλιό ρούχο, μια εικόνα στον τοίχο. Το αντικείμενο γίνεται μάρτυρας μιας ζωής. Λειτουργεί ως σύμβολο και δίνει φωνή σε ό,τι συνήθως σιωπά ή μέσα από το οποίο οι άνθρωποι καθρεφτίζονται. Με αυτόν τον τρόπο, η συγγραφέας μιλά για την απώλεια, την αλλαγή, τη μετάβαση.

Το ομότιτλο διήγημα της συλλογής λειτουργεί σαν κλειδί για ολόκληρο το βιβλίο. Το άρωμα που περιγράφεται στο απόσπασμα δεν είναι απλώς μια μυρωδιά. Είναι ένας μηχανισμός μνήμης, ένας τρόπος με τον οποίο το παρελθόν εισβάλλει αιφνιδιαστικά στο παρόν. Διαβάζοντας κανείς το διήγημα αντιλαμβάνεται ότι δεν υπάρχει γραμμική αφήγηση. Υπάρχει εμπειρία. Το άρωμα γίνεται ίχνος σχέσεων, στιγμών, συναισθημάτων που δεν χάθηκαν, απλώς μεταμορφώθηκαν. Το κείμενο δεν ζητά να το κατανοήσουμε . ζητά να το αισθανθούμε, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τις μνήμες.

Στην τελευταία θεματική διαδρομή ανήκουν τα ιστορικά και κοινωνικά διηγήματα . Πρόκειται για διηγήματα που ενσωματώνουν ιστορικές μνήμες, οικογενειακές παραδόσεις, προσφυγικές διαδρομές και μικροϊστορίες της καθημερινότητας. Εδώ αναδεικνύεται καθαρά η σύνδεση του προσωπικού με το συλλογικό τραύμα. Η καθημερινότητα παρουσιάζεται ως “προϊόν ιστορίας”. Το παρελθόν ζει μέσα σε μυρωδιές, λέξεις, παλιά σπίτια, συνήθειες και σιωπές. Δεν πρόκειται για ιστορική αφήγηση, αλλά για τη μικρή ιστορία του απλού ανθρώπου, αυτής που συχνά απουσιάζει από τα μεγάλα βιβλία.

Γιούλη Χρονοπούλου

Το «Σκύψε, Μπατού» μας μεταφέρει σε έναν χώρο όπου το προσωπικό συναντά την Ιστορία. Το παρελθόν δεν παρουσιάζεται ως αφήγηση γεγονότων αλλά ως κάτι ζωντανό, ενσωματωμένο στις λέξεις, στις φράσεις, στις σιωπές. Η συγγραφέας επιλέγει τη μικρή ιστορία -αυτήν του μικρού Μπατού- για να μιλήσει για το συλλογικό τραύμα. Δεν μας εξηγεί την Ιστορία. Μας δείχνει πώς αυτή περνά από γενιά σε γενιά, πώς εγγράφεται στη μνήμη, στο σώμα, στη γλώσσα.

Αυτής της κατηγορίας τα διηγήματα λειτουργούν ως υπενθύμιση ότι το παρελθόν δεν τελειώνει ποτέ πραγματικά · απλώς αλλάζει μορφή.

Τέλος, στο Άρωμα Φουζέρ δίνουν το «παρών» τους και οι εκπαιδευτικοί. Δεν εμφανίζονται, ωστόσο, ως κεντρικοί ήρωες με την κλασική έννοια. Δεν βρίσκονται στο προσκήνιο. Κι όμως, η παρουσία τους είναι ουσιαστική, όπως ακριβώς συμβαίνει και στη ζωή. Η ματιά της Γιούλης Χρονοπούλου προς τον κόσμο των εκπαιδευτικών είναι βαθιά ανθρώπινη. Τους προσεγγίζει όχι ως ρόλους ή επαγγελματικές ταυτότητες, αλλά ως ανθρώπους που κουβαλούν ευθύνη, φθορά, προσμονή και σιωπηλή αντοχή. Δεν τους ηρωοποιεί ούτε τους κρίνει. Τους παρατηρεί. Πάντα με ευγένεια και κατανόηση, όπως έκανε και ως Σχολική Σύμβουλος Φιλολόγων.

Ολοκληρώνοντας την περιδιάβαση στη συλλογή των διηγημάτων, επιστρέφουμε εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε, στον τίτλο της συλλογής, στο Άρωμα Φουζέρ. Το φουζέρ στην αρωματοποιία δεν είναι ένα άρωμα που φωνάζει. Δεν είναι γλυκό, ούτε επιθετικό. Είναι γήινο. Έτσι και τα διηγήματα της Γιούλης Χρονοπούλου. Δεν βασίζονται στο εντυπωσιακό. Δεν στηρίζονται στη δράση ή στην κορύφωση. Απλώνονται σιγά-σιγά, μέσα από λεπτομέρειες, σιωπές, μικρές αισθήσεις. Και όταν νομίζεις ότι τελείωσαν, επιστρέφουν όχι ως ιστορίες αλλά ως αίσθηση.

Το άρωμα φουζέρ δεν είναι μία μυρωδιά. Είναι σύνθεση. Όπως και το βιβλίο. Μνήμες, αντικείμενα, σχέσεις, απώλειες, ιστορίες καθημερινές και συλλογικές, όλα συνυπάρχουν και αλληλοεπιδρούν. Τίποτα δεν κυριαρχεί απόλυτα. Όλα αφήνουν ίχνος.

Θα έλεγα λοιπόν ότι ο τίτλος δεν μας λέει τι να σκεφτούμε, αλλά πώς να διαβάσουμε.
Μας καλεί να μη βιαστούμε.
Να διαβάσουμε αργά.
Να σταθούμε. Να αφουγκραστούμε.
Να εμπιστευτούμε τις αισθήσεις.
Να επιτρέψουμε στις ιστορίες να μας αγγίξουν χωρίς να τις εξαντλήσουμε σε ερμηνείες.

Γιατί, όπως και με τα αρώματα, έτσι και με τις ιστορίες αυτού του βιβλίου, αυτό που έχει σημασία δεν είναι μόνο η στιγμή που τις συναντάμε, αλλά το πώς μας ακολουθούν μετά.

Κι αν κάτι μένει όταν κλείσουμε το βιβλίο, δεν είναι η πλοκή ούτε τα γεγονότα. Είναι ένα αδιόρατο άρωμα. Μια αίσθηση οικειότητας. Η μνήμη των μικρών πραγμάτων.

Αυτό, ίσως, είναι τελικά το Άρωμα Φουζέρ.

 

Η Βίκυ Σπήτα είναι φιλόλογος και Διευθύντρια στο 7 ο Γυμνάσιο Καλλιθέας. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στις Επιστήμες της Αγωγής του Πανεπιστημίου της Λευκωσίας, μέλος της Παιδαγωγικής Ομάδας ΄΄Το Σκασιαρχείο. Πειραματικοί Ψηλαφισμοί για ένα σχολείο της κοινότητας΄΄ και επιμορφώτρια στην Παιδαγωγική Freinet. Υλοποιεί από το 2007 στο σχολείο της εκπαιδευτικά προγράμματα (Θέατρο, κινηματογράφος, σχολική εφημερίδα, σχολικό κήπο) και έχει επιμορφωθεί σε θέματα Ειδικής Αγωγής και Διαπολιτισμικής Εκπαίδευσης.