Άτρωτοι όχι πια – Νίκη Μουντράκη
Γράφει ο Αργύρης Δούρβας
(Για το βιβλίο Άτρωτοι όχι πια της Νίκης Μουντράκη (Εκδόσεις Ρώμη, 2024)

Εισαγωγή
Το βιβλίο, Άτρωτοι όχι πια (2024), αποτελεί την πρώτη ποιητική εμφάνιση της Νίκης Μουντράκη. Αφιερώνεται στους γονείς της ποιήτριας «για την ανεξάντλητη προσφορά τους». Ο τίτλος προέρχεται από τον ομώνυμο στίχο, που εμφανίζεται στο ποίημα του βιβλίου με τίτλο, Απών – παρών. Το βιβλίο ξεκινά μ’ ένα μότο που προέρχεται από τα Άσματα του Λεοπάρντι: «Κι αισθάνομαι το αιώνιο, και τις σβησμένες εποχές και τη δική μας που ζει και πάλλεται. Κι ο στοχασμός μου πνίγεται στη βαθιά απεραντοσύνη. Σ’ αυτή τη θάλασσα γλυκό είναι το ναυάγιο». Εδώ εντοπίζει ίσως κανείς τη βαθύτερη οπτική με την οποία πρέπει κανείς να προσεγγίσει τους στίχους της ποιήτριας. Η προσπάθεια της να ανιχνεύσει το αιώνιο στις σβησμένες εποχές, αλλά και η γλυκιά μελαγχολία που συνοδεύει την αποτυχία να το εντοπίσει, αποτελεί τον βαθύτερο πυρήνα κάθε ποιήματός της. Το βιβλίο, Άτρωτοι όχι πια, δεν είναι ποιητικό βιβλίο με τη στενή έννοια, αλλά ποιητική ανθολογία, στην οποία αναγνωρίζονται βασικά θέματα και ποιητικοί άξονες. Περιέχονται τριάντα εννέα ποιήματα σε πενήντα πέντε σελίδες και έχουν έκταση μία έως δύο σελίδες. Οι στίχοι της Μουντράκη χαρακτηρίζονται από τον λυρισμό, τη μουσικότητα, τη μελαγχολία, την ειρωνεία και την έντονη εικονοποιία τους. Το βιβλίο της δεν χωρίζεται σε διακριτές ενότητες, ωστόσο μπορεί κανείς να διακρίνει ότι το πρώτο μισό του, αναφέρεται κυρίως στο οικογενειακό της μυθιστόρημα, θεμελιώνοντας έναν καταγωγικό μύθο, ενώ το δεύτερο μισό αναφέρεται περισσότερο στο παρόν.
Τα ποιήματα της μπορούν να ταξινομηθούν σε τρία είδη, σε αυτά που αναφέρονται στο προσωπικό βίωμα και τη μνήμη και είναι ίσως τα περισσότερα, αριθμητικά (Φορώ στολή παραλλαγής, Οικογενειακό άλμπουμ, Η ανακομιδή, Η επίσκεψη κ.α.), σε αυτά που αντλούν από μυθολογικά ή ιστορικά γεγονότα (Ενύπνιο, Νέκυια, Στη Νεφελοκοκκυγία) και τέλος σε εκείνα που αντλούν από την κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα του παρόντος, τα οποία είναι αριθμητικά, τα λιγότερα (Καραντίνα, Πριν φύγει ο Φλεβάρης). Στη συνέχεια, θα παρουσιαστούν ορισμένα βασικά θέματα και χαρακτηριστικά τους.
Ποιήματα που αναφέρονται στο προσωπικό βίωμα
Η έμφαση που δίνεται στο πρώτο μισό του βιβλίου είναι στο προσωπικό βίωμα και στη μνήμη. Η Μουντράκη μέσα από τα ποιήματά της επιχειρεί να εντοπίσει ένα καταγωγικό ίχνος, μέσα από περασμένες μνήμες πραγμάτων και ανθρώπων. Η εγκαταλειμμένη πατρογονική εστία μεταλλάσσεται σε ακατοίκητο και στοιχειωμένο τόπο, που άλλοτε έλκει και άλλοτε την απωθεί. Οι οικογενειακές στιγμές, οι δεσμοί αίματος, ο πατέρας, η μητέρα, ο παππούς, η γιαγιά και τα ξαδέλφια αποτελούν μέρος ενός οικογενειακού άλμπουμ αναμνήσεων και προκαλούν γλυκιά νοσταλγία για το παρελθόν. Η ποιήτρια κατασκευάζει μια εικόνα του παρελθόντος, εν μέρει ειδυλλιακή και επενδυμένη με έντονα και γνήσια συναισθήματα. Ο οικείος τόπος είναι το χωριό, η ύπαιθρος, η φύση όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε και στη συνέχεια εγκατέλειψε, όχι χωρίς τραύματα αποχωρισμού από τη γενέθλια γη. Η ύπαιθρος συνδέεται με διαβατήριες τελετές, οι οποίες ενισχύουν τους δεσμούς μεταξύ των ανθρώπων, δημιουργώντας ένα είδος οργανικής ενότητας. Τα βαφτίσια, οι κηδείες, η ανακομιδή των οστών, γιορτές όπως αυτή του Πάσχα, είναι τελετές που συνδέουν το βίωμα της εκκλησιαστικής ζωής με τη μεταφυσική της υπαίθρου. Το τοπίο, πολλές φορές, άρρηκτα συνδεδεμένο με το παρελθόν, είναι στοιχειωμένο από τη ιστορική μνήμη. Στο σπίτι το ακατοίκητο… στήνουν χορό αερικά αμούστακα/ που ’χουν για ταίρι τους/ απ’ τον Ορχομενό Μινιάδες». Στην Πρέβεζα «Οι ένοικοι του οχυρού/- φαντάσματα στρατιωτών/ που φύλαγαν την πόλη στις ένδοξες μέρες – δειλά δειλά ξεπρόβαλαν στα παραθύρια/απορημένοι». Ακόμη και στο αστικό περιβάλλον της Θεσσαλονίκης «σε απόσταση αναπνοής τα εμπορικά πλοία/ φαντάζουν έρημα και στοιχειωμένα».
Το φυσικό περιβάλλον αποτελεί ένα αγκυροβόλι της μνήμης. Τα βουνά και τα ποτάμια, τα ρυάκια, οι θάλασσες, τα πουλιά, τα δέντρα, οι ροδιές, τα πλατάνια, οι κερασιές, χωράφια με ηλιοτρόπια, αποτελούν μέρος ενός κόσμου ξεχασμένου, μέρος ενός κόσμου, που σβήνει και χάνεται μπροστά στις τεράστιες αλλαγές που συμβαίνουν τα τελευταία χρόνια από τις παρεμβάσεις του ανθρώπου. Η φύση μέσα στα ποιήματα της Μουντράκη είναι στενά συνδεδεμένη με τις αλλαγές, που επιφέρει το πέρασμα των εποχών. Ο χρόνος φαίνεται να προσμετράται μέσα από τον καταγωγικό μύθο της ποιήτριας, ως ένας αέναος κύκλος εναλλαγής των εποχών, ως ένας κύκλος ζωής και θανάτου.
Ποιήματα που αναφέρονται σε μυθολογικά ή ιστορικά θέματα
Τα ποιήματα που αξιοποιούν μυθολογικά ή ιστορικά θέματα διακρίνονται για τη χρήση της ειρωνείας και του λεπτού χιούμορ. Η ποιήτρια αναφέρεται στο μυθολογικό θέμα της θυσίας της Ιφιγένειας στο ποίημα, Ενύπνιο: «Γαμήλιο τραπέζι/ σαν ιερό θυσιαστήριο/ στρωμένο με πολυτελή καλύμματα», ενώ αυτά που ακολούθησαν είχαν τη γνωστή τραγική κατάληξη: «Σηκώθηκε αέρας δυνατός/ και αναλήφθηκε στους ουρανούς/ η άσπιλη παρθένα/ Σαν ιερά Σινδόνη/ απέμεινε πάνω στην καρέκλα/ το άσπρο νυφικό της». Στο ποίημα, Νέκυια, η έμφαση δίνεται στην μυθολογική εξιστόρηση της καθόδου του Οδυσσέα στον Κάτω Κόσμο αλλά και στον μύθο της Περσεφόνης: «Κατά γενική ομολογία των ενοίκων/ ο Οδυσσέας ένας απατεώνας ήταν. Τους έδωσε ελπίδες / κι έπειτα χάθηκε στο φως/…/ Δεν τη λυπήθηκα ποτέ την Περσεφόνη/ που το ’χει δίπορτο», ενώ καταλήγει ειρωνικά απέναντι στον θάνατο «Τα προνόμια των ζωντανών / μόνο τα ψυχοσάββατα ενοικιάζονται». Τέλος, στο ποίημα Νεφελοκοκκυγία, η ποιήτρια αξιοποιεί τη διακωμώδηση της εκστρατείας στη Σικελία (415-413) από τον Αριστοφάνη: «Τι γλαύκας κομίζεις εν Αθήναις στρατηγέ;/ Όλα μια φούσκα/ αερολογίες και ψέματα», ίσως σχολιάζοντας έμμεσα την σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα.
Ποιήματα που αναφέρονται στο σύγχρονο κοινωνικό γίγνεσθαι
Η ποιήτρια στον ποιητικό της σχεδιασμό ενσωματώνει με τρόπο ομαλό ποιήματα που αναφέρονται στην σύγχρονη κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα. Στο ποίημα, Καραντίνα, αναφέρεται με τρόπο υποδόριο, αλλά ουσιαστικό στα γεγονότα που ακολούθησαν με το ξέσπασμα της πανδημίας του COVID19. Εστιάζει σε μια ανοίκεια ατμόσφαιρα φόβου και αβεβαιότητας που επικράτησε: Είχε μια καθαρότητα ο ορίζοντας/ και το παράξενο ήταν/ που τούτο δεν άρεσε σε κανέναν»/. Επίσης, σχολιάζει τη συναισθηματική και ψυχολογική απόσταση των ανθρώπων, οι οποίοι αποφεύγουν την εγγύτητα προς χάριν μιας οικειοθελούς απομόνωσης, που θα προσφέρει κάποια εγγύηση ασφάλειας: Είναι φορές που συνηθίζεις την απόσταση/ κι η εγγύτητα σου φέρνει αμηχανία».
Στο ποίημα, Πριν φύγει ο Φλεβάρης, η ποιήτρια αναφέρεται στο τραγικό δυστύχημα των Τεμπών. Ασκεί δριμεία κριτική στην κρατική διαχείριση καταλογίζοντας βαριές ευθύνες και εγκληματικές παραλείψεις: Εμείς είμαστε/ Τις πρώτες μέρες δεν είχαμε όνομα. / Ταυτότητα αποκτήσαμε μετά την ταυτοποίηση». Ο χαμός δεκάδων ανθρώπων παρομοιάζεται με θυσία, την θυσία της Ιφιγένειας: Την Ιφιγένεια η Άρτεμη γλίτωσε απ’ το μαχαίρι» ή τη Θυσία του Ταρκόφσκι. Η απώλεια παρουσιάζεται ως παράπλευρη απώλεια, που θα αξιοποιηθεί στο να βελτιωθεί η κατάσταση στον ελληνικό σιδηρόδρομο: «Κι εμείς παράπλευρη απώλεια είμαστε/ Ταξιδεύαμε μ’ ένα τρένο/ που συγκρούστηκε με ένα άλλο. / Οι πόνοι μας θα έχουν κάποια αξία στο μέλλον / αφού θα είναι χρήσιμοι στους άλλους. / Έτσι λένε. / Ανώφελη η ζωή μας και έπρεπε να χαριστεί;» Οι στίχοι πιθανόν αναφέρονται σε ανεπίτρεπτες και εξοργιστικές δηλώσεις των κρατούντων, ότι το δυστύχημα θα έχει ως αποτέλεσμα να αναβαθμιστεί η κατάσταση στα τρένα, να έχουμε πιο ασφαλείς σιδηροδρόμους. Η ποιήτρια χωρίς να υιοθετεί έναν καταγγελτικό λόγο προβάλλει τη θλίψη και την οργή, ενώ αναζητά ευθύνες για το κυβερνητικό έγκλημα της 28ης Φεβρουαρίου: «Ήταν μαύρα μεσάνυχτα/ και σου ‘λειψαν, μάλλον, τα σύννεφα/ Θεέ».
Η τοποφιλική ποιητική της Μουντράκη
Η ποίηση της Μουντράκη μπορεί να προσδιοριστεί σε μεγάλο βαθμό ως τοποφιλική, καθώς το τοπίο στην ποίησή της, η ύπαιθρος, το χωριό, αλλά και η σύγχρονη πόλη, επενδύονται με συναισθήματα και δημιουργούν συγκίνηση. Ο Ορχομενός, ο Όλυμπος, τα Πιέρια, η Εύβοια, το Ρίμινι, η Πρέβεζα, το Περτούλι, η Θεσσαλονίκη, τα Τέμπη, γίνονται αφορμές για την ανάδυση της μνήμης, ταυτίζονται με χαρούμενες στιγμές, όπως τα παιδικά χρόνια ή οικογενειακές στιγμές, αλλά και με δυσάρεστα γεγονότα που σημάδεψαν την ψυχή, όπως τα Τέμπη. Τα σπίτια, τα βουνά, τα ρυάκια και τα δέντρα, η θάλασσα, οι κορυδαλλοί, οι ροδιές, οι πεταλούδες, ο πλάτανος, οι καππαριές, τα φίδια, οι κερασιές, τα χωράφια με τα ηλιοτρόπια, τα «μισοπεθαμένα δέντρα», η παραλιακή, ο ήλιος, η πανσέληνος, συγκροτούν έναν ευρύ καμβά αναμνήσεων, εικόνων, μυρωδιών. Σε κάθε στίχο αντηχούν με το βαθύ συναίσθημα, που αναπνέει μέσα από τον τόπο. Η φύση αποτελεί ένα επαναλαμβανόμενο θέμα μέσα στα ποιήματα της Μουντράκη φανερώνοντας την φιλοπεριβαλλοντική της ματιά και τη σύνδεσή της με αυτή. Τα τοποφιλικά ποιήματά της χωρίς να έχουν ξεκάθαρη οικολογική στόχευση, καταφέρνουν πλαγίως να αναδείξουν τη στενή σχέση του ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον και την αυτοτελή αξία του, ως αναπόσπαστο στοιχείο της ζωής, ως αισθητικό αντικείμενο και ως συναισθηματικό ίχνος.
Καταληκτικές σκέψεις
Η ποιήτρια μέσα από τους στίχους της, επεξεργάζεται έννοιες και συναισθήματα, συνδεδεμένα με το γήρας, το πένθος, τον θάνατο, την ψυχική απόσταση μεταξύ των ανθρώπων, τα αισθήματα ενοχής, ντροπής και ψυχρότητας, που κυριαρχούν στις σχέσεις. Ο τόπος μετατρέπεται σε εστία, υποδαυλίζει συγκινήσεις και εκκινεί την ποιητική αφήγηση. Η Μουντράκη συνδέει τη ζωή με το κατοπτρικό της αντίθετο και η ποίησή της γίνεται αφορμή αναστοχασμού πάνω στη σύγχρονη κοινωνία και τις βαθιές αλλαγές, που έχει υποστεί ο κοινωνικός δεσμός. Μέσα από τον αναστοχασμό μιας ζωής, της ζωής της, μιλά για την αποξένωση, τη φθοροποιό επίδραση του χρόνου, τη μνήμη που ανακατώνεται με τα ζωηρά χρώματα του τοπίου. Αντισταθμίζει τον φόβο του θανάτου μέσα από τη λεπτή ειρωνεία και το χιούμορ. Το βιβλίο, Άτρωτοι όχι πια, είναι ένα βιβλίο για την ανθρώπινη τρωτότητα, αλλά και την αναζήτηση ενός ποιητικού ιάματος, που θα θεραπεύσει το τραύμα της θνητότητας. Είναι ένα βιβλίο, που μέσα από την ποιητική αφήγηση του εαυτού, κατορθώνει να μιλήσει για τα σημαντικά που μας απασχολούν, αλλά δεν σταματούμε μέσα στον επιταχυνόμενο χρόνο για να τα στοχαστούμε.
Ο κριτικός και συγγραφέας Αργύρης Δούρβας (Κοζάνη, 1981) είναι απόφοιτος του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης (ΑΠΘ) και των Σπουδών στον Ευρωπαϊκό πολιτισμό (ΕΑΠ). Κατέχει Master of Education στις Επιστήμες της αγωγής (ΕΑΠ) και στην Διοίκηση και ηγεσία σχολικών μονάδων (Πανεπιστήμιο της Λευκωσίας). Πρόσφατα κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο ποίησης, Νεκροταφείο ζώων/Άλλα ερωτικά (Νεφέλη). Διατηρεί το ιστολόγιο Ποίηση αλλιώς.










