ΠΩΣ ΣΥΝΟΜΙΛΟΥΜΕ ΜΕ ΤΟΝ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟ; Ένα κείμενο της Κατερίνας Πάπαρη

 

Μετά το πρόσφατο αφιέρωμα του Parallaxi, «Μοιάζει όντως η σημερινή εποχή με το Μεσοπόλεμο;» (9/11/25),  όπου ιστορικοί αναφέρθηκαν σε γεγονότα, πρόσωπα και καθεστώτα, η Θράκα κάνει ένα παρόμοιο αφιέρωμα όπου πανεπιστημιακοί, κριτικοί, λογοτέχνες και καλλιτέχνες εξετάζουν το ίδιο θέμα από πολιτισμική σκοπιά.

Θυμίζουμε πως, εκτός από τις τεράστιες μηντιακές και τεχνολογικές αλλαγές, ο Μεσοπόλεμος περιλάμβανε σημαντικά καλλιτεχνικά κινήματα (π. χ. γαλλικός υπερρεαλισμός, ελβετικό νταντά, σοβιετικός κονστρουκτιβισμός, γερμανική Βαϊμάρη, ιταλικός φουτουρισμός, αμερικανική αναγέννηση του Χάρλεμ, μεξικανική τοιχογραφία, βρετανικός μοντερνισμός,  μεσογειακός κλασικισμός) καθώς και φιλοσοφικά ρεύματα (π. χ. πρώιμος υπαρξισμός, λογικός θετικισμός, δυτικός μαρξισμός, σχολή Φρανκφούρτης, αναλυτική φιλοσοφία, πολιτισμικός πεσιμισμός).  Στο πλαίσιο αυτό, θα είχε ενδιαφέρον να εξετάσουμε με ποιους τρόπους η λογοτεχνία, η τέχνη και η σκέψη του 21ου αιώνα συνομιλούν με αυτά τα κινήματα και ρεύματα.

Το αφιέρωμα επιμελούνται οι Βασίλης Λαμπρόπουλος, Ομότιμος Καθηγητής της Νεοελληνικής Έδρας Κ. Π. Καβάφη στο Πανεπιστήμιο του Michigan και η Αθηνά Ρώσσογλου, ερευνήτρια και ιστορικός.

Στο έκτο μέρος του αφιερώματος παρουσιάζεται το κείμενο της Κατερίνας Πάπαρη, μεταδιδάκτορα ιστορικού και υπεύθυνης των εκδόσεων του Πανεπιστημίου Πατρών.

 

George-Grosz-Republican-Automatons
Η πολιτική παρακμή, ο κυνισμός της εξουσίας και η πολυκρίση ως κανονικότητα: ιστορικές αναλογίες από τη Βαϊμάρη στο παρόν

Κατερίνα Πάπαρη

O όρος «πολυκρίση» (polycrisis), που πρωτοεμφανίζεται στο έργο των Edgar Moren και Anne Brigitte Kern (Homeland Earth. Α Manifesto for the new Millenium, 1999) και υποδηλώνει ότι δεν υπάρχει ένα και μοναδικό ζωτικό πρόβλημα, αλλά πολλά εξίσου ζωτικά προβλήματα, τα οποία, επειδή πλέον αλληλοτροφοδοτούνται μαζί με τη γενικευμένη κρίση του πλανήτη, οδηγούν στο κατεξοχήν ζωτικό πρόβλημα (1) συναντάται ολοένα και περισσότερο σήμερα. Ο όρος δεν υποδηλώνει απλώς την ταυτόχρονη συνύπαρξη πολλών κρίσεων, αλλά την αίσθηση ότι αυτές διαρκώς βαθαίνουν παράγοντας ένα ανησυχητικό καθεστώς αστάθειας στο παρόν. Η εμπειρία αυτή δεν είναι ιστορικά πρωτόγνωρη· τουναντίον, παρουσιάζει ανησυχητικές αναλογίες με την περίοδο του Μεσοπολέμου, τόσο ως κοινωνικό βίωμα όσο και ως πολιτισμικό και κυρίως πολιτικό φαινόμενο.

Ο Μεσοπόλεμος υπήρξε μια εποχή καθολικής ανασφάλειας και ριζικής διάψευσης· οικονομική ύφεση, ανεργία, υπερπληθωρισμός, πολιτική αστάθεια, διάρρηξη του παραδοσιακού αξιακού πλαισίου και απώλεια νοήματος χαρακτήριζαν την καθημερινή εμπειρία των ευρωπαϊκών κοινωνιών, ιδίως των νέων γενεών. Ήδη μέχρι τότε η νεωτερικότητα καταγραφόταν με όρους απώλειας, μηδενισμού και «ανεστιότητας» (groundlessness) από φιλοσόφους και θεωρητικούς της εποχής. (2) Το κοινό αυτό βίωμα κλιμακώθηκε, εκλύθηκε με ορμή και αποτυπώθηκε με γλαφυρό τρόπο στην τέχνη του Μεσοπολέμου. Ο μαγικός ρεαλισμός και η νέα αντικειμενικότητα ανέδειξαν μια κοινωνία ηθικά και σωματικά τραυματισμένη, αλλά ταυτόχρονα βυθισμένη σε μια γοητευτική παρακμή. Τα πολιτικά έργα του Τζορτζ Γκρος και η ωμή σωματικότητα του Ότο Ντιξ συνδύαζαν τον κυνισμό με  μια αισθητική έλξη προς αυτή την παρακμή. Σήμερα, όταν η κρίση αισθητικοποιείται παρατηρούμε σύγχρονες πολιτισμικές μορφές να ταλαντεύονται ανάμεσα στη δυστοπία και την αίγλη, στην ωμή καταγραφή της κοινωνικής βίας και στη φετιχοποίηση της κατάρρευσης, ενώ εξίσου οικεία μας είναι σήμερα η εμπειρία και το βίωμα του ψυχικού και υπαρξιακού αδιεξόδου, της ανασφάλειας και της ματαίωσης, της αναζήτησης εκ νέου νοήματος, της διάψευσης και απόρριψης της hustle culture, την οποία υποδηλώνει συχνά και η Μεγάλη Παραίτηση όχι απλώς ως έκφανση της εργασιακής κινητικότητας, αλλά μιας βαθύτερης άρνησης να βιωθεί η ζωή ως ένα διαρκές burnout χωρίς προοπτική.

Σε αυτό το κλίμα, στον Μεσοπόλεμο αναδύθηκαν θεωρητικά σχήματα διανοουμένων και στοχαστών της δεξιάς που επιχειρούσαν να ερμηνεύσουν το αφήγημα της κρίσης σε αφήγημα αναγκαιότητας, εμφανίζοντας πολλά κοινά σημεία με τη σημερινή πολιτική παρακμή και τον κυνισμό της εξουσίας. Το έργο του Όσβαλντ Σπένγκλερ, Η Παρακμή της Δύσης, ένα εκδοτικό φαινόμενο της εποχής του, περιέγραφε την ιστορία των εθνών με όρους οργανικών κύκλων ανόδου και πτώσης τους (βιολογικός ιστορισμός) μέσα από ένα αφήγημα βαθιά αντιφιλελεύθερο και αντιορθολογικό (3). Η παρακμή παρουσιαζόταν νομοτελειακή, προσφέροντας ταυτόχρονα απαλλαγή από την πολιτική ευθύνη των κυβερνήσεων, ενώ παράλληλα έχει συνδηλώσεις σήμερα σε όλες εκείνες τις λαϊκιστικές ρητορικές ηγετών που δικαιολογούν τον κυνισμό της εξουσίας στον βωμό του «να γίνει (η χώρα) ξανά μεγάλη». Ο Βιλφρέντο Παρέτο με τη θεωρία της κυκλοφορίας των ελίτ προσέφερε ένα συμπληρωματικό εργαλείο με την έμφαση στον ανορθολογικό χαρακτήρα των μαζών, υπονομεύοντας τους δημοκρατικούς θεσμούς αφού θεωρούνταν ασύμβατοι για τις μάζες· είναι η εποχή κατά την οποία η πολιτική, όπως είχε καταδείξει πολύ εύστοχα ο Έρνστ Κασίρερ στον Μύθο του Κράτους (1946), δεν είναι το πεδίο της πειθούς μέσω του λόγου, αλλά η τεχνική χειρισμών και χειραγώγησης μέσα από την ανασύσταση της μυθικής σκέψης. Από αυτή την προβληματική στην περίοδο του Μεσοπολέμου δεν θα μπορούσε να απουσιάζει ο Καρλ Σμιτ: με τη διάκριση μεταξύ φίλου-εχθρού, την πολιτική της σύγκρουσης και τη ρητή δυσπιστία (έως και απαξίωση) των θεσμών πρόσφερε το εννοιολογικό πλαίσιο στο οποίο η δημοκρατία ήταν πλέον εμπόδιο. Υπό αυτό το πρίσμα, ο σύγχρονος αντιδημοκρατικός λαϊκισμός και η σύγχρονη επικοινωνιακή τεχνολογία της εξουσίας μπορεί να μην εμφανίζουν ευθείες αναλογίες με τη δεξιά του μεσοπολέμου, να μην συνέχονται δηλαδή από μια συνεκτική ιδεολογία (όπως ο εθνικοσιαλισμός ή ο φασισμός), ωστόσο δεν λειτουργούν λιγότερο «σμιτιανά»: η πολιτική παρουσιάζεται ως πόλεμος, η πόλωση ως φυσική κατάσταση, ο κυνισμός ως ο νέος πολιτικός πολιτισμός και η εξαίρεση ως αναγκαίο εργαλείο εντείνοντας την υποφώσκουσα ανησυχία και ανασφάλεια διεθνώς για την εξασφάλιση της ειρήνης και της ίδιας της ζωής.

Ο Πάουλ Τίλιχ, υπαρξιστής φιλόσοφος που ανήκε στο πεδίο της πολιτικής θεολογίας, ήταν από τους στοχαστές που απάντησαν στους διανοούμενος της δεξιάς του μεσοπολέμου υπογραμμίζοντας ότι όταν μια έννοια σχετική, όπως το κράτος ή η εξουσία, απολυτοποιείται και μετατρέπεται σε είδωλο (βλ. «δαιμονικό»), η θεοποίηση αυτή καθίσταται συνώνυμη του πνευματικού πολιτιστικού εκφυλισμού. Η έννοια του καιρού στον Τίλιχ λειτουργεί ως ριζική αντιστροφή της παραπάνω «κατάστασης εξαίρεσης»: η κρίσιμη στιγμή, η ιστορική καμπή δεν δικαιώνει την εξουσία, αλλά την εκθέτει σε κριτική, στην οποία ο εθνικισμός, η ιδεολογία του «αίματος και της φυλής» και η νοσταλγία του αυταρχισμού (και της αναβίωσης αυτοκρατοριών) καταγγέλλονται ως μορφές νεοπαγανισμού που απειλούν την ίδια την ανθρωπότητα (4).

Κατά κοινή παραδοχή, η Δημοκρατία της Βαϊμάρης δεν κατέρρευσε εξαιτίας κάποιου εγγενούς ελαττώματος, αλλά λόγω της αποφασιστικότητας των αντιδημοκρατικών ελίτ να την καταλύσουν, με τη διάλυση του κοινωνικού ιστού αλλά και την αποτυχία των σοσιαλδημοκρατών να την αναχαιτίσουν. Η πολιτική κρίση στην οποία βυθιζόταν ολοένα περισσότερο η Δημοκρατία της Βαϊμάρης μέσα στα δεκατέσσερα έτη λειτουργίας της (1919-33) κορυφώθηκε όταν πλέον ο Πρόεδρος Χίντενμπουργκ αποφάσισε να επεκτείνει την εξουσία του μέσω έκτακτων διαταγμάτων, και κυρίως μέσω της ενεργοποίησης του άρθρου 48 του Συντάγματος, φέρνοντας στην εξουσία τους εθνικοσοσιαλιστές.

Οποιεσδήποτε (ανησυχητικά όμοιες) αναλογίες μεταξύ Μεσοπολέμου και παρόντος σήμερα δεν είναι ιστορικός αναχρονισμός, αλλά τρομακτικά επίκαιρες υπενθυμίσεις ότι οι δημοκρατίες είναι ατελείς θεσμοί που χρειάζονται διαρκή υπεράσπιση, γιατί σε περιόδους κρίσης κινδυνεύουν και μπορούν να υπονομευθούν και να καταρρεύσουν. Το ερώτημα σήμερα με τη γνώση της έκβασης της μεσοπολεμικής κρίσης είναι: θα επιτρέψουμε η κρίση να μετατραπεί ξανά σε άλλοθι για την απολυτοποίηση της εξουσίας ή θα τη διαβάσουμε ως μια στιγμή κριτικής και δυνατότητας μετασχηματισμού της πολιτικής;

 

Παραπομπές

1. «There is no single vital problem, but many vital problems, and it is this complex intersolidarity of problems, antagonisms, crises, uncontrolled processes, and the general crisis of the planet that
constitutes the number one vital problem» (σ. 74).

2. Φιλόσοφοι, όπως ο Φρίντριχ Νίτσε νωρίτερα, και κατόπιν ο Καρλ Γιάσπερς, ο Έντμουντ Χούσερλ, ο Μάρτιν Χάιντεγκερ, αλλά και συγγραφείς όπως ο Όσβαλντ Σπένγκλερ, ψυχολόγοι, όπως ο Σίγκμουντ Φρόυντ, και κοινωνιολόγοι, όπως ο Μάξ Βέμπερ, ο Γκέοργκ Ζίμμελ, o Φέρντιναντ Τέννις, και άλλοι εισήγαγαν όρους όπως μηδενισμός, βαρβαρότητα, ισοπέδωση των αξιών και υπαρξιακή ανεστιότητα για να περιγράψουν τον σύγχρονο πολιτισμό, ενώ παράλληλα εξέφραζαν φόβους για το μέλλον του ευρωπαϊκού πολιτισμού, που αισθάνονταν ότι βυθιζόταν σε ολοένα μεγαλύτερη πνευματική και ηθική παρακμή. Η συχνά αποκαλυπτική αυτή θεώρηση εκφράστηκε μέσα από πολλαπλά αφηγήματα πολιτισμικού πεσιμισμού ― λογοτεχνικά και εικαστικά έργα, κινηματογραφικές ταινίες, κ.ά. Βλ. Κατερίνα Πάπαρη, Ελληνικότητα και αστική διανόηση στον Μεσοπόλεμο. Το πολιτικό πρόγραμμα των Π. Κανελλόπουλου, Ι. Θεοδωρακόπουλου και Κ. Τσάτσου, Αθήνα 2017, 90-92.

3. Όπως παρατηρούσε: «Δεν μπορούμε να αλλάξουμε το γεγονός ότι γεννηθήκαμε στην αρχή του χειμώνα του πολιτισμού»,  υποδηλώνοντας με αυτή τη σκοτεινή προφητεία, την οποία επιβεβαίωνε ο Α΄ ΠΠ, ότι η Ευρώπη όφειλε να πάψει να θεωρεί τον πολιτισμό και τις αξίες της ως το απαύγασμα της ιστορικής της πορείας. Βλ. Frederick Beiser, «Weimar Philosophy and the Fate of Neo-Kantianism» στο P. E. Gordon και J P. McCormick (επιμ.), Weimar Thought. A Contested Legacy, Princeton 2013, 124.

4. Peter Gordon «Weimar Theology: From Historicism to Crisis» στο Gordon και McCormick, Weimar Thought, 166· Marcel van der Londen, «Charles Tilly’s Historical Sociology», International Review of Social History 54, 2 (2009), 237-274· Charles Tilly, «War and State Power», Middle East Report, 171 (1991), 38-40.

 

(Κεντρική εικόνα: Otto-Dix_Reclining Woman of Leopard Skin)

 

H Καίτη Πάπαρη είναι μεταδιδάκτορας ιστορικός και υπεύθυνη των εκδόσεων του Πανεπιστημίου Πατρών. Έχει διατελέσει υπεύθυνη των εκδόσεων του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου και ως εντεταλμένη διδάσκουσα έχει  διδάξει στο Πανεπιστήμιο Πατρών, στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, στο Πανεπιστήμιο Chongquing και στο Πανεπιστήμιο του Πεκίνου. Έχει διατελέσει επισκέπτρια υπότροφος στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου για μεταδιδακτορικές σπουδές και έχει συμμετάσχει σε πληθώρα ερευνητικών προγραμμάτων (Πανεπιστήμιο Κέιμπριτζ, CEMOG-Ελεύθερο Πανεπιστήμιο Βερολίνου, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου-ΕΣΠΑ, ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ). Οι δημοσιεύσεις και τα επιστημονικά ενδιαφέροντά της σχετίζονται κυρίως με διανοητική ιστορία, ιστοριογραφία και φιλοσοφία της ιστορίας, ιστορία των ιδεών 19ο-20ό αιώνα.