8η Μάρτη: Γυναίκες επί σκηνής 2
Ηλικία – Φύλο – Λογοτεχνία
Σε συνέχεια της δράσης «Γυναίκες επί σκηνής», η ΑΜΚΕ Θράκα, το Δίκτυο Γυναικών Συγγραφέων κατά της Έμφυλης Βίας και των Γυναικοκτονιών «Η Φωνή Της», καθώς και το Δίκτυο Συγγραφέων, διοργανώνουν και φέτος δράση με θέμα «Ηλικία – Φύλο – Λογοτεχνία».
Ο ηλικιακός ρατσισμός (ηλικισμός) στις γυναίκες αναφέρεται στα στερεότυπα (πώς σκεφτόμαστε), στις προκαταλήψεις (πώς νιώθουμε) και στις διακρίσεις (πώς ενεργούμε) απέναντι στις άλλες ή στις εαυτές μας με βάση την ηλικία. Πρόκειται για ένα κοινωνικό φαινόμενο που επηρεάζει το λογοτεχνικό πεδίο, ειδικά σε συσχέτιση με το φύλο, στον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνονται οι έννοιες (του τι θεωρείται) «γνωστή / επιδραστική συγγράφισσα», «διεθνούς εμβέλειας / θεμάτων» και «εντός κανόνα / με ποιοτικό έργο».
Εκτός από τα στερεότυπα των φύλων και την οικονομική ανισότητα, ένας από τους κύριους μηχανισμούς αποκλεισμού των γυναικών από τη λογοτεχνία είναι η ηλικία. Ενώ οι νέες γυναίκες συχνά πατρονάρονται, παιδικοποιούνται ή αντικειμενοποιούνται, οι μεγαλύτερες γυναίκες συχνά δεν περιλαμβάνονται ή παραβλέπονται, τα αισθητικά τους επιτεύγματα και οι επιρροές τους ελαχιστοποιούνται, οι προοπτικές τους περιθωριοποιούνται, η παρουσία τους μειώνεται σε κάθε επίπεδο σε σύγκριση με τους άνδρες ομόλογούς τους.
Οι «Γυναίκες επί σκηνής» με αφορμή την 8η Μάρτη ετοιμάζουν ένα ειδικό αφιέρωμα σε δύο πράξεις:
Πράξη πρώτη: Το διαδικτυακό περιοδικό Θράκα θα συγκεντρώσει σε ένα ειδικό αφιέρωμα κείμενα που μιλούν για τον ηλικιακό ρατσισμό σε σχέση με το φύλο και τη λογοτεχνία.
Πράξη δεύτερη: Πραγματοποίηση εκδήλωσης στις 8 Μάρτη με αναγνώσεις, ομιλίες από καλεσμένες και ειδικούς, καθώς και συζήτηση με το κοινό.
Το αφιέρωμα θα δημοσιεύεται σε μέρη όλο τον Φεβρουάριο και το πρώτο μισό του Μαρτίου. Στην παρούσα δημοσίευση παρουσιάζονται τα ποιήματα της Δέσποινας Γερασιμίδου, της Δώρας Κασκάλη, της Ελένης Μπουκαούρη και της Έφης Ζωγράφου.
Επιμελήτριες του αφιερώματος: Marija Dejanović, Πέννυ Μηλιά.
Οργανωτική ομάδα συνεργασίας: Marija Dejanović, Κατερίνα Ηλιοπούλου, Πέννυ Μηλιά, Ευσταθία Π., Νίκη Χαλκιαδάκη.
***
Δέσποινα Γερασιμίδου
Όταν μπορέσω, θα γράψω όλα τα ονόματα των γυναικών για τίτλο
Δεν θα χωράνε στη σελίδα. Θα στάζουν στο περιθώριο. Γυναικείο αίμα στο πάτωμα κάθε σπιτιού. Τα χέρια που θα κουβαλάνε αυτό το ποίημα θα αφήνουν δαχτυλικά αποτυπώματα για κληρονομιά η μια στην άλλη. Τα ονόματα; Γραμμένα βιαστικά σε τετράδια που μείναν στην ίδια τάξη. Θαμμένα σε κουδούνια μ’ επίθετα πατρικά. Υιοθετημένα σε σπίτια ξένα. Ανήλικες νύφες σε κρεβάτια καλοστρωμένα με σεντόνια από πάγο. Χέρια μεγάλα, ανδρικά θα πετάνε χώμα να κλείνουν τις πόρτες και το στόμα. Αν δεν προλάβω ποτέ να γράψω όλα τα ονόματα, πώς θα με κάνουν παρέα οι άλλες γυναίκες στο νεκροταφείο, όταν έρθει η δική μου η ώρα;
Φρίντα Κάλο
Της μοιάζω. Έχω ψυχή ινδιάνας. Τα μαλλιά μου μεγαλώνουν διαρκώς. Τόσα χρόνια ξαπλωμένη, απλώνονται σε δεκάδες μέτρα κάτω απ’ τη γη. Ηλιοτρόπια υψώνονται σαν μπαλόνια πάνω απ’ το στρώμα. Τα σπόρια τους ταΐζουν αηδόνια που τραγουδούν στ’ αυτιά μου. Ακοή δεν έχω. Τ’ ακούω όπως οι κωφοί, σαν μέσα απ’ το χώμα. Εγώ άχνα. Το στόμα μου δεν τραγουδά. Βιδωμένη εδώ χάμω. Σαπίζω στη λάβα μου. Φοράω φτερά και τιρκουάζ πέτρες. Ξαπλωμένη ζωγραφίζω τα τραγούδια των πουλιών. Εδώ, στο backstage. Κρατώ όρθιους τους δικούς μου Ντιέγκο. Μια μέρα θα βγω κι εγώ στη σκηνή. Ο πίνακας έτοιμος. Σ’ αρέσει; Πες ναι. Κι αν έρθεις Αθήνα ΠΣΚ, θα φύγουμε μαζί τραγουδώντας τη Δευτέρα.
Στενός δρόμος η Ξενοκράτους
Ξέρω καλά πώς να χωράω σε δρόμους που με στενεύουν. Τόσο δεξιοτέχνισσα είμαι στο να στριμώχνομαι που μια μέρα εκεί που παρκάρω το αμάξι στην Ξενοκράτους, σταματάει δίπλα μου ένας ταξιτζής. «Δεν έχω ξαναδεί γυναίκα να παρκάρει τόσο γρήγορα, τόσο καλά, σε τόσο στενό δρόμο». Μου ’μαθε καλά η ζωή να στριμώχνω το πολύ στα λίγα των άλλων, να γίνομαι αόρατη, να μην ενοχλείται το λίγο της ανθρωπότητας. Στενός δρόμος η ζωή που μου ’λαχε.

Δώρα Κασκάλη
Εθελούσια έξοδος
Την αποκαλούσαν – κρυφίως – Λουίζ Λαμπέ.
Της χρέωναν τρία φλογερά ειδύλλια με δυο
εκδότες περιοδικών κι έναν κριτικό λογοτεχνίας.
Όμορφη μούσα των επαϊόντων της Φιλολογίας και κάποιων
επιφανών συγγραφέων της εθνικής μας γραμματείας.
Την καλούσαν στις συντροφιές τους στα καφενεία,
σε εκδηλώσεις αφιερωμένες στην ποιητική τους αυθεντία.
Στις μισοάδειες αίθουσες έπαιρναν μάτι την άλαλη Καρυάτιδα.
Κι όταν τους χάριζε βιβλία της, με συγκατάβαση ευχαριστούσαν·
στην ντάνα της «γυναικείας λογοτεχνίας» τα ξεχνούσαν.
Δεν είχαν βάθος, έλεγαν, οι στίχοι της.
Μόνο σάρκα από λέξεις και δεκαπεντασύλλαβη ηδονή.
Στις εκβολές των διάκενων έφερναν οι στροφές
φερτά υλικά του βίου, εργάτριες κι υπάλληλους γραφείου.
Κορμί με χάρη κι έκφραση χαντζάρι.
Κάποτε οι επιφανείς γίναν’ Αθάνατοι, μα η παλιά Λουίζ
ξεχάστηκε. Δεν μνημονεύεται στην πιάτσα, στις παρέες.
Κανένα ίχνος της σ’ ανθολογίες κι αφιερώματα.
Στο λογοτεχνικό στερέωμα νέες protégées πλασάρουν.
Την ρηξικέλευθη νιότη υμνούν και προμοτάρουν.
Μακριά απ’ την πολλή συνάφεια του κόσμου,
εκείνη παίρνει πίσω τ’ όνομά της, το σώμα που γερνάει.
Στο υποφωτισμένο της γραφείο, σκίζει,
γράφει, διορθώνει και τις λέξεις της στιλβώνει.
Με ρίγος σκέφτεται δάχτυλα τις σελίδες της ν’ αγγίζουν.
Όρια
Σε κρατικά βραβεία πρωτοεμφανιζόμενων
Σε λογοτεχνικές γενιές κάθε νέου αιώνα
Σε σωματεία που ευαγγελίζονται μια λεκτική επανάσταση
Σε υποτροφίες περίσκεψης κι αυτοσυγκέντρωσης
Σε παρέες πολλά υποσχόμενων που έρχονται ορμητικά απ’ το μέλλον
Σε σαλόνια εφημερίδων που φωτογραφίζουν νέα κι ευσταλή ταλέντα
Σε περιοδικάριους που εγκολπώνουν την σπαργή της σαγηνευτικής θηλύτητας
Σε διεθνή φεστιβάλ που δοξάζουν τους καταξιωμένους
Σε γυναικεία περιοδικά που διαφημίζουν την ομορφιά επιδραστικών ποιητριών
Σε ετήσιες λίστες αριστείας που δημοσιεύουν σημαίνοντες λόγιοι
Υπάρχει διαρκώς ένα όριο, ένα σύνορο αδιάβατο που αποκλείει
το σώμα της με τα σημάδια του χρόνου, το δέρμα που έχασε το χνούδι του
μέσα σε χλωρίνες κι απορρυπαντικά, το πρόσωπο που στέγνωσαν
για χρόνια οι ατμοί της κατσαρόλας, τα ξενύχτια δίπλα σε άρρωστους,
τα χέρια που με το χάραμα πληκτρολογούν ποιήματα και κερδίζουν
μια ιδιωτική αθανασία.
©Ανέκδοτα, Δώρα Κασκάλη
ΑΤΕΛΗΣ ΜΟΥΣΑ
Κατοικώ σε ποίημα ημιτελές
αναπνέω με μισό πλεμόνι, με το χωλό
ποδάρι μου εκτελώ τις ποζισιόν.
Πίνω μες στο σκοτάδι malt παλιά
για νέα πάθη. Νιώθω μια αδυναμία:
δίνεις σώμα δίχως αίμα, απατεώνα ποιητή.
Στους μαιάνδρους της λαγνείας σου
γυμνή κυλιέμαι
μα εσύ με ντύνεις με παράγραφο
που στην τελεία της θα με σκοτώσει.
Κάπου ν’ ακουμπήσεις, Μελάνι 2018

Ελένη Μπουκαούρη
ΣΠΑΝΙΕΣ ΓΡΑΙΕΣ
Οι γριές
που χαϊδεύουν το γάτο
όταν σουρουπώνει κι
έξω χιονίζει,
λαγοκοιμούνται κουτσοπίνοντας,
ξύνουν συλλογισμένες
μια πεισματάρα τρίχα στο σαγόνι τους,
τη νύχτα μου
γκρι
ζουν
το χάραμα τρι
ζουν
στο άδειο σπίτι,
κρύβουν τα νιάτα τους
στις τρύπιες κάλτσες τους,
ακούν την Κόλαση του Stromae,
ξελαρυγγιάζονται με το
foooooormidable!
θυμούνται τη μάνα τους που φοβέριζε:
αν πέσεις και χτυπήσεις
θα σε δείρω!
κι ύστερα από τόσα χρόνια βγάζουν γλώσσα:
αν πέσεις και πεθάνεις
θα σε σκοτώσω!
πιάνουν κουβέντα με την κλειδωμένη πόρτα
την πειράζουν :
“θ’ ανοίξω τέντα τη μπαλκονόπορτα-
πάντα τη ζήλευες”
αράζουν στον ήλιο
απλώνονται λάγνα
και σερβίρουν κοκέτικα
κάνα ποίημα
μαζί με ένα σφηνάκι ιρλανδέζικο ουίσκι,
μισομεθυσμένες μισοκλείνουν
τα ματόφυλλα
και υποδέχονται τον εραστή
του
κάποτε
ή
ποτέ…
“δεν σπιτώνεται
ούτε μερεύει
ο έρωτας”
γουργουρίζουν
οι γριές
που λάμπουν σαν αγγέλοι
όταν χαϊδεύουν το γάτο
και μέσα τους χιονίζει.
ΩΔΗ ΣΤΗΝ ΚΟΥΖΙΝΑ
…νυχτώνει
Το παράθυρο της κουζίνας
βλέπει σε τοίχο τυφλό,
με μάτια κλειστά ακούς το γάργαρο νερό
να κυλάει στο νεροχύτη,
το ψυγείο να γουργουρίζει,
ανασαίνεις το λεπτό άρωμα των φθινοπωρινών καρπών,
μήλα κι αχλάδια σε λόφους στοιβαγμένα
μοιάζουν στήθη ζουμερά,
κόκκινα ή κιτρινοπράσινα,
-κάθε Σάββατο στο τηλέφωνο
η μητέρα σου ρωτούσε επιτακτικά:
τι θέλεις να σου μαγειρέψω;
είχε μαστούς κρεμασμένους
και λαχταρούσε να συνεχίσεις να την θηλάζεις,
αιώνιο βρέφος, ανήμπορο κι εξαρτημένο.
Ποιος θυμάται τώρα πια πως
κάποτε ήσουν ένα κορίτσι
με βυζάκια μικρά και σφιχτά,
αρωματικές κοντούλες
που δάγκωσαν και ξεζούμισαν,
λίγο πριν ξεθυμάνει το καλοκαίρι
κι έρθει το φθινόπωρο με το γλυκό του φως
να σβήνει πάνω στους πεσμένους καρπούς των αγρών…
Το σούρουπο στην κουζίνα
με μάτια κλειστά
ακούς να φουρφουρίζει
το νυφικό της σελήνης
που σχίζει με το φίνο δρεπάνι της
το μαύρο πέπλο της νύχτας
κι αργά απολαμβάνεις
ένα απόσταγμα ποικιλίας Poire Williams
-κρεμασμένο στο κλαρί της μάνας του,
μεγάλωσε κι ωρίμασε το αχλάδι
μέσα σε γυάλινο μπουκάλι,
γέννησε το άρωμά του.
…τα κουζινικά ξαγρυπνούν
Δεν τον ήθελα, δεν τον αγάπησα ποτέ
τον σκουπιδοφάγο τον φονιά,
τη μαύρη του άβυσσο,
τα σιδερένια σωθικά,
που στροβιλίζονται και τρίζουν και κροτούν
διαλύουν, σκοτώνουν κι αφανίζουν,
στα βάθη τους χάθηκε η χρυσή μου βέρα
και βούτηξα το χέρι μου στο σκοτεινό του Άδη
να την αναζητήσει
μπας και σωθεί ο πεθαμένος γάμος μου,
αλά μπρατσέτα έπιασα την Ευρυδίκη
κι όταν ήρθε ο Ορφέας την πλάτη του χαζεύαμε,
κορίτσια-πράμα τον θωρούσαμε
τον τρώγαμε με τα μάτια μας,
μα αυτός δεν έπρεπε, όχι,
ούτε ένα βλέμμα να μας ρίξει,
τρέχαμε, πιλαλάγαμε ξοπίσω του
η Ευρυδίκη έκλαιγε, παρακάλαγε,
η πεθαμένη από έρωτα
κι από αγάπη λιγωμένη,
ώσπου δεν άντεξε το φτωχό αρσενικό
κι έστρεψε τη ματιά του πάνω μας,
έλιωσε αυτή σαν το κερί εσβήσθη
κι εμένα το χεράκι μου
το ‘φαγε ο σιδερένιος Σατανάς,
το μάσησε και το κατάπιε,
κι αντί να βρω τη βέρα μου
έχασα και τη χέρα μου…
Επήγα για βοήθεια
και είπε η ψυχοθεραπεύτρια-life coach:
‘ελάτε αύριο με το αγαπημένο σας αντικείμενο’
πήγα παρέα με την κουλή κατσαρολίτσα μου
αυτή που μ’ έθρεψε σε κάθε μου απώλεια,
έχασα την πόλη μου,
τη μάνα μου,
τη νιότη και τον έρωτά μου,
μέσα στο στρογγυλό της κόρφο
χώθηκα κι έκλαψα,
και κάηκα ολόκορμη, πατόκορφα,
κι όταν το χέρι μου έχασα,
έσπασε το χερούλι της κι αυτή
κι απόμεινε κουλή
να ζεματάει απ’ τ’ άλλο,
γουστάρει φακές, μακαρονάδες,
δεν αντέχει
να λειώνω το βούτυρο και το μαυρίζει αμέσως,
δεν θέλει
να καίω το σκορδισμένο λάδι,
ούτε να καίγομαι εγώ
κουλή κι ορφανεμένη,
να βράζω παθιασμένα
στον στρογγυλό της πάτο
κι αυτή ν’ αχνίζει ατμούς και ξόρκια
η λύπη μου να φύγει
να ‘ρθει το χέρι μου ξανά.
Μ’ αντί για χέρι
έρχεται μαχαίρι,
στη λάμα του επάνω
στα δόντια και την ξύλινη λαβή
αστράφτω, κόβομαι,
-πού ήσουνα δαίμονα και γύρισες;
κραδαίνω μια κουτάλα,
και μια σταλιά μωρό
στη γούβα κολυμπάει,
γλυκιά και αλμυρή μπουκίτσα,
την κάνω μια χαψιά.
Μαχαίρι εσύ, κουτάλα εγώ,
ζευγάρι ταιριαστό και πεινασμένο.
…ξημερώνει
Νύχτα που δεν θέλει να ξημερώσει,
καφές και μια φέτα μαύρο ψωμί με ταχίνι πορτοκάλι,
όλα αρχίζουν στην κουζίνα
αλλά αυτό το πρωινό
οι παλιές μέρες που έγιναν χρόνια
έρχονται με φόρα να πέσουν πάνω σου
-όχι, δεν ήταν ευτυχισμένες,
στρέφεις το βλέμμα σου
στη φλέβα που μπλαβίζει στο αριστερό σου χέρι,
στις πανάδες του,
στο δέντρο με τα γυμνά κλαριά,
σήμερα οι σκέψεις σου σ’ εμποδίζουν να σκεφτείς,
ανάβεις το φως και πιάνεις δουλειά αχάραγα,
αναζητώντας τη λέξη για το ποίημα,
νομίζεις πως έχεις καθαρό μυαλό
αλλά αναρριγείς αποθαρρημένη
καθώς τα κρύα χέρια μιας ασυνάρτητης σκέψης
σε πλησιάζουν ύπουλα
και χαράζουν άλλο ένα αυλάκι
στη ραγισμένη ψυχή
Σήμερα είναι ακόμη μια μέρα
που οι άλλοι θα ζήσουν τη δική σου ζωή
-χωρίς τις ρωγμές της!
Αγάπη μου, τους άκουσες να ψιθυρίζουν
τη νύχτα που κρύφτηκαν οι δυο τους στην κουζίνα,
μακριά από το πάρτι,
λέξεις, λέξεις,
μία και μόνον αρκεί για το θαύμα
κι άλλη μια για την καταστροφή,
πετάς τα χαρτιά της άγονης έμπνευσης
σ’ ένα συρτάρι του γραφείου,
όλα αυτά είναι τόσο παλιά,
περασμένα-ξεχασμένα,
όμως δεν πείθεσαι,
είναι σαν να έχει κοπεί ξαφνικά το ηλεκτρικό
κι εσύ μέσα στον Άδη
να ψηλαφίζεις αργά, διστακτικά,
το μαύρο κενό
για να ‘βρεις το δρόμο πίσω στην κουζίνα,
εκεί που θα γεννηθεί η μέρα
και θα φωτίσει ζωή,
εκεί που θα ανατείλει εκστατικά
η σωστή λέξη.

Έφη Ζωγράφου
mansplaining
σε όλες τις μικρές Αφροδίτες (του Willendorf και όχι μόνο)
το όνομα σου είναι Johan ή Josef ή Hugo
ή κάποιο άλλο
που ξέρει καλύτερα μια γυναίκα
σπούδασες αρχαιολόγος ή θεολόγος
ή κάτι άλλο
όπου έμαθες να επιβάλεις την άποψη σου
με το που με ανακάλυψες
πίστεψες ότι δημιουργήθηκα
για να επιβλέπω τα όρια
του ορίζοντα σου
ότι χωρίς κάτω άκρα
δεν μπορώ να αναμετρηθώ
με την ανδρική σου υπεροψία
ότι τα μαλλιά μου
δεν είναι τίποτε άλλο
από ένα σύμβολο γονιμότητας
και εγώ η ίδια ένα μικρό μπιμπελό
που πωλείται σε όλους τους πάγκους λαϊκής
ότι το πρόσωπο μου σβήστηκε επίτηδες
ώστε άνδρες σαν εσένα
να δαμάσουν γυναίκες σαν εμένα
δεν φαντάστηκες ποτέ
ότι δημιουργήθηκα για όλους
και για κανέναν
αστεροειδής 238/Υπατία
με σώμα πάπυρο ξεκίνησα
αλλά καθώς εύθρυπτο
το έσκισαν από πάνω μου εύκολα
διδάχτηκα και δίδαξα
κάτω από έναν ουρανό ομπρέλα
έκανα περιοδικό πίνακα το τραπέζι του σπιτιού
το έδειχνα παντού
ανακάλυψα το άστρο μου
δίχως δικό του άστρο
γυναίκα που μιλάει ανδρικά σε άνδρες
καταδικάζεται σε άνανδρο θάνατο
γύρισα την πλάτη μου στον όχλο
έστρεψα το βλέμμα στο υπερπέραν
πήρε το πόνο από τα αμέτρητα ρετάλια
και με ένωσε ξανά
άλλαξε η σύσταση μου
κάτω από νέο όνομα
παρέμεινα όμως κοφτερή
όσο ένα διαμάντι
και επικίνδυνη
όσο το ιρίδιο
τα έσκισαν όλα από πάνω μου πριν φτάσουν στον φλοιό
τίποτα δεν σώθηκε είπαν
με μαθηματική ακρίβεια
αν όμως ίσχυε αυτό
δεν θα ζούσατε με τον φόβο μου σήμερα
διατριβή/Ελίζαμπεθ Μπλάκγουελ
στην Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ
για να διαπρέψει μια γυναίκα
δεν αρκεί να είναι επιμελής
ακόμη και με άριστη βαθμολογία
της ζητάνε ν’ ακονίζει συνεχώς τις γνώσεις της
οι πέτρες που της δίνουν τραχιές και άγριες
το αιδοίο της είναι νόμισμα
και τιμωρία
ξέρει καλά από πόνο αβίωτο και βιωμένο
είναι καλή στην πράξη
και στη θεωρία
το θέμα είναι συλλογικό
το λένε επιγενετική
ότι κουβαλάει μια
το νιώθουμε όλες
φοράμε τα τραύματα της
το τραπέζι της στρωμένο με σπασμένες βελόνες
και σακούλες αίμα
τρώει το δείπνο της με λεπίδι
και λαβίδα
κάτω από αυτά τη θάβουν κάθε βράδυ
εκείνη όμως θα πει
το θέμα είναι ένα
το αυτόχθων σώμα
και η από-αποικιοποιήση του














