«Από το σκοτάδι στη γλώσσα» της Νίκης Μισαηλίδη (Για το βιβλίο της Λίνας Φυτιλή, Το ζώο που αφουγκράζεται, Αθήνα, Περισπωμένη, 2026)
Η ποιητική συλλογή Το ζώο που αφουγκράζεται της Λίνας Φυτιλή, που κυκλοφορεί από τον Μάιο του 2026 από τις εκδόσεις «Περισπωμένη» (ISBN: 978-618-6014-02-4), διαρθρώνεται σε τρεις θεματικές ενότητες, με τίτλους «Μετακινώντας το σκοτάδι», «Ίσκιοι των σωμάτων» και «Στην άκρη της γλώσσας». Αποτελείται από σαράντα πέντε ποιήματα σε ελεύθερο στίχο, διαφορετικής έκτασης και μορφολογικής ανάπτυξης, τα οποία, παρά την αυτονομία τους, συγκροτούν ένα συνεκτικό ποιητικό σώμα. Η εσωτερική συνοχή της συλλογής δεν προκύπτει τόσο από μια γραμμική θεματική εξέλιξη όσο από την επανεμφάνιση και τη μετατόπιση ορισμένων κεντρικών μοτίβων, τα οποία λειτουργούν ως σταθεροί άξονες της ποιητικής σύνθεσης.
Το σώμα, η νύχτα και το σκοτάδι σε αντίστιξη με το φως, ο χρόνος, η επιθυμία, ο έρωτας, η αγάπη, η μοναξιά, η μνήμη και η καταγωγή επανέρχονται με διαφορετικές κάθε φορά μορφές, συμπλέκονται δημιουργικά και αλληλοφωτίζονται, δημιουργώντας ένα πολυεπίπεδο ποιητικό τοπίο. Μέσα από αυτή τη διαρκή μετατόπιση των θεματικών πυρήνων, η ποιητική φωνή επιχειρεί να προσεγγίσει την ανθρώπινη ύπαρξη όχι ως σταθερή και ολοκληρωμένη οντότητα, αλλά ως μια διαρκή διαδικασία αναζήτησης, φθοράς, μεταμόρφωσης και επαναπροσδιορισμού. Η Λίνα Φυτιλή κινείται άλλοτε σε εξομολογητικό τόνο και άλλοτε μέσα από τη μορφή του διαλόγου ή του εσωτερικού μονολόγου, διατυπώνοντας ερωτήματα που υπερβαίνουν την ατομική εμπειρία και αποκτούν ευρύτερη υπαρξιακή διάσταση.
Ιδιαίτερη θέση στην ποιητική αρχιτεκτονική της συλλογής έχει ο χρόνος, ο οποίος παρουσιάζεται ως ενεργός και συχνά απειλητικός παράγοντας που διαμορφώνει την εμπειρία του υποκειμένου, επηρεάζει τη σχέση του με την καταγωγή και το παρελθόν και καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο προσλαμβάνει το παρόν. Ο χρόνος κινείται και στις τρεις χρονικές βαθμίδες —παρελθόν, παρόν και μέλλον—, με την ποιητική φωνή να εστιάζει εμφατικά στο παρελθόν. Το χθες μεταπλάθεται και αποκτά ποικίλες μορφές και προσωπεία. Άλλοτε ταυτίζεται με το «αρχαίο νόμισμα» (σ. 13) και τα «αρχαία αγάλματα» (σ. 15), άλλοτε ο χρόνος μετακινείται «τρεις γενιές πίσω» (σ. 18), ενώ σε άλλες περιπτώσεις συνδέεται άμεσα με την ιστορία, την καταγωγή και τη συλλογική μνήμη: «Υπάρχει μια χώρα δική μου. / Είναι ο τόπος και η προϊστορία. / Οι πρόγονοι στο στήθος» (σ. 19). Η χρονική διάσταση διευρύνεται ακόμη περισσότερο μέσα από την εικόνα των «μερών κάτω από αρχαία ερείπια» (σ. 22), όπου το παρελθόν αποτελεί έναν υπόγειο χώρο μέσα στον οποίο εξακολουθεί να κατοικεί το παρόν. Η σχέση αυτή ανάμεσα στον χρόνο, την ιστορία και την προσωπική ύπαρξη αποτυπώνεται στους στίχους που μοιάζουν να αναδύονται από ένα «βαθύ τοπίο. / Σε εξαντλεί. Και δεν θα δεις / παρά έναν χορό σκιών / καθώς η τελευταία τύψη / παίρνει το σχήμα / μιας μορφής // που δεν ξέρεις τι υπάρχει πίσω της / κι αν αυτό είναι το τέλος // ή η αρχή / μιας άλλης ιστορίας». (σσ. 19-20). Εδώ ο χρόνος προσωποποιείται σχεδόν, αποκτά σωματικότητα και συνδέεται με την εξάντληση, την ενοχή, την αβεβαιότητα και την αμφισημία ανάμεσα στο τέλος και την αρχή. Η χρονικότητα δεν είναι, επομένως, γραμμική· μοιάζει περισσότερο με μια κυκλική ή σπειροειδή κίνηση, κατά την οποία το παρελθόν επιστρέφει και επανεγγράφεται στο παρόν, ενώ κάθε τέλος αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας νέας ιστορίας. Γι’ αυτό και η ποιητική φωνή διαπιστώνει πως «ο χρόνος / που πάντα επιτίθεται // σ’ όποιον πάει / να του αρπάξει τη λεία» (σσ. 13-14).
Το παρόν, από την άλλη πλευρά, δεν εμφανίζεται ως ασφαλές καταφύγιο απέναντι στη φθορά του χρόνου. Αντίθετα, παρουσιάζεται ως δύναμη που μεταμορφώνει, ακόμη και ερημώνει, ό,τι προϋπήρξε: «Κατοικώ σ’ ένα σπίτι / που το παρόν ερείπωσε τη δόξα του. // […] Και τι απομένει; / Ευθυτενή ξίφη που ατενίζουν τον ουρανό. / Ένα παράξενο όστρακο σαν μάτι. / Ό,τι είδα μες στον χρόνο: / Τα αρχαία Σόδομα να αναδύονται / από τη θάλασσά τους. / Δυο νεκρά τριαντάφυλλα / στην προκυμαία. / Αγάλματα πετρωμένα στη σιωπή. / Την κορυφή μιας νύχτας. // Εσένα να κρατιέσαι πάνω της. / Εκατομμύρια χρόνια / πριν» (σ. 74).
Η ποιήτρια συνδέει τον χρόνο με τη νύχτα και το σκοτάδι προκειμένου να διατυπώσει σε μορφή διαλόγου και εσωτερικού μονολόγου ερωτήματα με έντονο υπαρξιακό περιεχόμενο. Το σκοτάδι αποκτά συμβολικές διαστάσεις, καθώς γίνεται ο χώρος μέσα στον οποίο το υποκείμενο αναμετριέται με τον φόβο, την καταγωγή, τη μνήμη, την ενοχή και το άγνωστο. Στο ποίημα «Αγρύπνια» (σσ. 16-17), η ποιητική φωνή διατυπώνει ένα ερώτημα που παραμένει ανοιχτό και αμφίσημο: «Πες μου τώρα […] αν τα ερείπια της εποχής / πετρώνουν στην ίδια θέση […] αν μετακινώντας το σκοτάδι / θα βρω κάποτε λίγη ευσπλαχνία / στον μαύρο / κινούμενο καθρέφτη / της νύχτας». Η «Αγρύπνια» συνομιλεί δημιουργικά με το ποίημα «Αναχώρηση ή συντριβή» (σσ. 37-38), στο οποίο η νύχτα συνδέεται με τους «ίσκιους των σωμάτων» και τα ίχνη μιας φθοράς που μετατρέπεται σε ποιητικό υλικό: «Στα μάτια κοκκάλωνε η νύχτα / οι ίσκιοι των σωμάτων. / Τα σαράκια έψαλλαν την αγρύπνια – / ρίμες από χαλάσματα». Στο ποίημα «Σίγουρα η μνήμη» (σ. 32), το ποιητικό υποκείμενο διατυπώνει με βεβαιότητα την αδυναμία διαφυγής από τα βαθύτερα στρώματα της προσωπικής και συλλογικής του συγκρότησης: «Δεν γλιτώνεις εύκολα απ’ τον φόβο / της καταγωγής σου / την πυκνότητα της σιωπής / τη σκοτεινή νύχτα». Η καταγωγή, η σιωπή και η νύχτα συμπλέκονται σε μια ενιαία περιοχή εμπειρίας, στην οποία το υποκείμενο επιστρέφει ακόμη και όταν επιχειρεί να απομακρυνθεί από αυτήν.
Μέσα σε αυτό το σκοτεινό και χρονικά πολυεπίπεδο τοπίο, ο έρωτας εισέρχεται ως δύναμη που αντιστέκεται στη φθορά και ταυτόχρονα φωτίζει την ανθρώπινη εμπειρία. Νύχτα, σκοτάδι και έρωτας συνδέονται στενά, καθώς το ερωτικό βίωμα συχνά τοποθετείται στον χώρο του άγνωστου, της επιθυμίας και της σωματικής εγγύτητας. Στο ποίημα «Ο νόμος της βαρύτητας» (σσ. 52-53), το ποιητικό υποκείμενο αιτιολογεί πως «Αν έγινα σκιά σου και / σ’ ακολουθούσα σαν ποτάμι / την ώρα του μεσημεριού // ήταν επειδή γύρευα […] // τον νόμο της βαρύτητας / που έψαχνε στο σκοτάδι / το σημείο όπου το οστό / συναντά τον εαυτό του», παρουσιάζοντας τον έρωτα ως δύναμη που υπερβαίνει τη λογική και αναζητά το σημείο της βαθύτερης συνάντησης, εκεί όπου το σώμα δεν είναι απλώς φορέας επιθυμίας, αλλά τόπος αναγνώρισης και επιστροφής στον ίδιο τον εαυτό. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η «βαρύτητα» από τη μία παραπέμπει στη φυσική δύναμη που έλκει τα σώματα και από την άλλη μετατρέπεται σε μεταφορά της ερωτικής έλξης, της αδυναμίας του ενός να παραμείνει ανεξάρτητος από την παρουσία του άλλου.
Ο έρωτας στην ποιητική συλλογή συνδέεται κατεξοχήν με την παρουσία του ερωτικού προσώπου, του οποίου η ομορφιά αποτυπώνεται μέσα από εικόνες της φύσης. Στο ποίημα «Αντίγραφα» (σ. 40), το βλέμμα λειτουργεί ως πράξη δημιουργίας: «Παρατηρώ την ομορφιά / στο βάθος των ματιών σου / μπροστά στην όχθη της λίμνης / θα πει // […] τη στιγμή / που ανύποπτα / φτιάχνω το αντίγραφό σου // μια τοιχογραφία / από πυγολαμπίδες». Έτσι, η ερωτική θέαση μετασχηματίζεται σε καλλιτεχνική πράξη, καθώς το αγαπημένο πρόσωπο γίνεται εικόνα, τοιχογραφία και τελικά ποιητική ύλη με τις πυγολαμπίδες να προσδίδουν στην ερωτική εικόνα μια αίσθηση προσωρινότητας και εύθραυστης ομορφιάς.
Ακόμη πιο άμεσα, ο έρωτας αναδεικνύεται σε κινητήρια δύναμη της ίδιας της ποιητικής δημιουργίας στο ολιγόστιχο ποίημα «Femme fatale» (σ. 48): «Μόνο ο πόθος σου / για μένα / έγραψε / αυτές τις αράδες / μόνο ο πόλεμος / του έρωτα / με έκανε / ποιήτρια». Η σχέση ανάμεσα στον έρωτα και την ποίηση δηλώνεται από την ποιήτρια χωρίς περιστροφές. Ο «πόθος» του άλλου γίνεται η αφετηρία της γραφής, ενώ ο «πόλεμος του έρωτα» μετατρέπεται σε δημιουργική δύναμη. Έτσι, η ποιητική ιδιότητα δεν παρουσιάζεται ως δεδομένη ή αυτονόητη, αλλά φαίνεται να γεννιέται μέσα από την ένταση της ερωτικής εμπειρίας, από τη σύγκρουση, την επιθυμία και την εσωτερική αναστάτωση που αυτή προκαλεί.
Η παρουσία, αλλά και η απουσία του ερωτικού προσώπου μεταμορφώνει όχι μόνο τον εσωτερικό κόσμο του υποκειμένου αλλά και τον ίδιο τον εξωτερικό χώρο στο ποίημα «Εκεί όπου δεν είσαι» (σ. 55). Η Λίνα Φυτιλή υφαίνει δύο αντιθετικές εικόνες, αντιπαραθέτοντας τη θερμότητα της παρουσίας με την ψυχρότητα της απουσίας: «Αυτή η ζέστη του κορμιού σου / μες στο καλοκαίρι / πώς ακτινοβολεί σε όλον τον αέρα / κι έχει γεμίσει λάμψη και ιδρώτα / το δωμάτιο. // Το υπόλοιπο σπίτι όπου δεν είσαι: / σκουριασμένο ψυγείο / με κάθε γωνιά του / ασάλευτη και μαύρη // για να παγώνει το σκοτάδι / που ανεβαίνει – / διανυκτερεύον φαρμακείο / μες στη νύχτα».
Στην τελευταία ενότητα, η ποίηση στρέφεται ακόμη πιο βαθιά προς τη γλώσσα και τη διαδικασία της γραφής. Το ποίημα «Τοπογραφία» (σ. 64) μετακινεί τα όρια του οικείου χώρου, αφήνοντας τους στίχους να λειτουργήσουν ως γέφυρα προς μια άγνωστη ακόμη εποχή, ενώ ο «Σφυγμός» (σσ. 67-68) αναζητά «στον πυρήνα» των λέξεων μια «άλλη γλώσσα», εκεί όπου η γραφή συναντά το σώμα και η ποιητική πράξη γίνεται τρόπος εσωτερικής αναζήτησης. Η ποιήτρια δεν αρκείται να κοιτάζει τις λέξεις· επιχειρεί να εισχωρήσει στο εσωτερικό τους, να ανασύρει από το «κουκούτσι» τους έναν διαφορετικό λόγο και, τελικά, να διανυκτερεύσει «στο δωμάτιο του άλλου εαυτού» της. Έτσι, η γλώσσα μετατρέπεται σε τόπο μετάβασης από τον εξωτερικό κόσμο στον εσωτερικό, από το σώμα στη λέξη και από τη λέξη στην ανακάλυψη μιας βαθύτερης εκδοχής του εαυτού.
Στην ποιητική συλλογή Το ζώο που αφουγκράζεται, ο χρόνος, το σκοτάδι, το σώμα, η μνήμη, ο έρωτας και η γλώσσα διασταυρώνονται και αλληλοτροφοδοτούνται, συγκροτώντας έναν ενιαίο ποιητικό κόσμο, στον οποίο η ανθρώπινη ύπαρξη βρίσκεται διαρκώς ανάμεσα στην επιθυμία και την απώλεια, στην παρουσία και την απουσία, στο φως και το σκοτάδι, στη μνήμη και τη λήθη. Ακριβώς σε αυτή την οριακή περιοχή, εκεί όπου το σώμα συναντά τον χρόνο και η εμπειρία αναζητά τη γλώσσα της, η ποιητική φωνή της Λίνας Φυτιλή επιχειρεί να μετατρέψει το προσωπικό βίωμα σε λόγο «φωτοβόλο» με ευρύτερη υπαρξιακή εμβέλεια.
Η πίστη άλλωστε είναι μια άγκυρα
στην παιδική ηλικία
όταν το ένα και άγνωστο πρόσωπο
ζωντανεύει μέσα της
φωτοβόλο.
Η Νίκη Ι. Μισαηλίδη κατάγεται από την Πάτρα. Έχει σπουδάσει Φιλολογία και είναι κάτοχος Μεταπτυχιακού διπλώματος στη Δημιουργική Γραφή του ΕΑΠ. Εργάζεται ως Φιλόλογος στη δημόσια εκπαίδευση. Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια για τη γραφή, τα Νέα Προγράμματα Σπουδών στη Λογοτεχνία στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, τη Διαφοροποιημένη Διδασκαλία και συμμετέχει ως επιμορφώτρια σε εργαστήρια πεζού και ποιητικού λόγου. Κριτικά της κείμενα για τη σύγχρονη λογοτεχνία, καθώς και ποιήματα και διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί σε ηλεκτρονικά περιοδικά, σε ιστοσελίδες και στον έντυπο τύπο. Με ποιητικά και πεζά κείμενα συμμετέχει σε συλλογικά έργα και τόμους: α. Ιστορίες με γάτες …για γάτες. Γατονανοδιηγήματα. Εκδόσεις ΟΤΑΝ, 2025, β. Μικρά για τη μητέρα. Εκδόσεις αλάτι, 2025, γ. Ταξίδι. Εκδόσεις παρέμβαση, 2025. Τον Νοέμβριο του 2024 κυκλοφορεί από τις εκδόσεις 24 γράμματα το βιβλίο της (ποιητική συλλογή) Σχολικές Ποιητικές διαδρομές – Μια κυψέλη όλο μέλισσες και μέλι που συνέγραψε με την Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου.