• Δεν υπάρχουν προϊόντα στο καλάθι
ΚΟΡΥΦΗ

Ο πραγματικός εχθρός να είναι η μνήμη. Γράφει ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης (Για τα βιβλία Μια δάφνη / Ανάποδα ο άνεμος του Σωτήρη Κακίση. Εκδόσεις Βακχικόν)

 

 κοιμάμαι πια και στον ύπνο μου. στα όνειρα μέσα με βλέπω να κοιμάμαι, ωραία—ωραία κι ήσυχα, κι αυτό κάπως μ’ ανησυχεί. τι όνειρα λέω να βλέπω έτσι που με βλέπω, γιατί να μην μπορώ να τα δω; κι αν πιο μέσα στο μαύρο υπάρχει κι άλλο μαύρο, στο σκοτάδι μέσα κάτι ακόμα πιο σκοτεινό, γιατί να το δω, γιατί ακόμα παραπάνω να στεναχωρηθώ; σε κανένα μου πάλι όνειρο μέσα ο άλλος εγώ που κοιμάμαι δεν ξυπνάω, να ρωτήσω, να μου πω. κοιμόμαστε κι οι δύο μαζί ήρεμα, κι εγώ μόνο στο όνειρό μου μέσα πάντα ξαγρυπνάω. 

(Ανάποδα ο άνεμος, σελ. 18)

 

Δύο ενότητες  («Μια δάφνη» και «Ανάποδα ο άνεμος») συνθέτουν ετούτη την ενιαία ποιητική συλλογή του Σωτήρη Κακίση, οι οποίες πόρω απέχουν από το αποτελούν  μια συνήθη και συμβατική, έστω, έκδοση. Στο πρώτο μέρος, τη «Μια δάφνη» (σελ. 9), αφετηρία της ενότητας είναι ένα πραγματικό δέντρο στη Βόρεια Εύβοια για το οποίο διαβάζουμε:  «την πιο μεγάλη δάφνη σ’ όλη τη Βόρεια Εύβοια, στο σπίτι μου απέξω, στην πόρτα του κήπου, έχω. τη φυτέψαμε μικρή, κι έγινε δέντρο που περνάς από κάτω του, που δεν την καταλαβαίνεις, που την ψάχνεις ξαφνικά, πού είναι, πού χάθηκε, σαν τη ζωή: πιο μεγάλη από σένα γίνεται, τελικά, πιο ψηλή, πιο σκιερή, πιο δέντρο, πιο άνθρωπος. και τα φύλλα της για το φαΐ της μάνας μου πολύ παραπάνω από την ευωδιά της, πολύ παραπάνω από μένα πια». Το συγκεκριμένο δέντρο της δάφνης εδώ γρήγορα μετατρέπεται σε κεντρικό σύμβολο της ζωής, της μνήμης και του διαρρεύσαντος χρόνου από εκείνες τις στιγμές μέχρι τις μέρες μας. Ο ποιητής παρακολουθεί την ανάπτυξή της όπως παρακολουθεί και τη δική του πορεία μέσα στον κόσμο. Η δάφνη μεγαλώνει, ξεπερνά τον άνθρωπο, αποκτά σχεδόν ανθρώπινη υπόσταση. Η αίσθηση που αφήνει ολόκληρη αυτή η ενότητα είναι ότι ο χρόνος δεν παρουσιάζεται ως  αφηρημένη έννοια αλλά ως κάτι οργανικό, ριζωμένο στη γη, στις οικογενειακές μνήμες, στη μητέρα, στο σπίτι, στους τόπους που μας διαμόρφωσαν, με τη  δάφνη να γίνεται σιωπηλός μάρτυρας της ζωής. Στη δεύτερη ενότητα, «Ανάποδα ο άνεμος», το αντικείμενο της ποίησης  μεταφέρεται από το εξωτερικό τοπίο στο εσωτερικό του ποιητή. Ο άνεμος γίνεται μεταφορά της σκέψης, της ταραχής, της αυτογνωσίας και των συγκρούσεων που διαδραματίζονται στον νου του ποιητή ο οποίος  αναφέρεται σε έναν άνεμο που φυσά ανάποδα μέσα στο μυαλό του, και παλινδρομώντας δημιουργεί έναν συνεχώς μετακινούμενο κόσμο συνειρμών, αναμνήσεων, απωλειών και αναστοχασμών. Εδώ τα συνήθη θέματα που κυριαρχούν και σκιαγραφούνται είναι η φθορά, οι νεκροί φίλοι, η αίσθηση της μικρότητας του ανθρώπου απέναντι στο απέραντο σύμπαν, η συμφιλίωση με τις ήττες, και βεβαίως, κάτι που είναι εξαιρετικά σημαντικό,  η μετατροπή των διαφόρων εμπειριών  σε σοφία. Ωστόσο πρέπει να αναφερθεί ότι ο Σωτήρης Κακίσης δεν ξεδιπλώνει εκεί μέσα την απαισιοδοξία του, κι αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον. Οι ήττες με την πάροδο του χρόνου αποκτούν στην ουσία χαρακτήρα νίκης, επειδή έχουν ενσωματωθεί σε μια βαθύτερη κατανόηση της ζωής, κι έτσι τελικά η ωριμότητα έρχεται μέσα από την αποδοχή. Η μορφή όλων των κειμένων παρουσιάζει μια πρωτοτυπία και ιδιαιτερότητα, που παλινδρομεί ανάμεσα στην ποίηση και στην πεζογραφία. Ελάχιστες παράγραφοι, ενώ σπανίζουν τα κεφαλαία γράμματα, και όλο το κείμενο κάθε ποιήματος ρέει σαν εσωτερικός μονόλογος. Οι εικόνες διαδέχονται η μία την άλλη συνειρμικά, τόποι, όπου πρόσωπα, παιδικές μνήμες, έρωτες, φίλοι, θάνατοι, ταξίδια, όλα να  εμφανίζονται σαν να αποτελούν μέρη μιας ενιαίας ανάμνησης. Η «Δάφνη» λοιπόν είναι η ζωή που ριζώνει και μεγαλώνει μέσα στον κόσμο, ενώ ο «Ανάποδος άνεμος» είναι η συνείδηση που παλινδρομεί ποικιλοτρόπως προσπαθώντας να δώσει εξηγήσεις στα τεκταινόμενα εντός του εαυτού του ποιητικού υποκειμένου. Πανταχού παρών ο προσωπικός χρόνος, εκείνος που συνδέει μνήμη, έρωτες, απώλειες και θανάτους, πλημμυρισμένος από μια ήρεμη, ώριμη μελαγχολία, χωρίς ρητορείες και χωρίς επιτήδευση. Στη σελίδα 42, της ενότητας «Ανάποδα ο άνεμος», βρίσκουμε τον ποιητή να λέει, 

 

«μέρες ωραίες που με φοβίζουν πια, που δεν μου λένε πια πολλά, 
σχεδόν τίποτα.  στον λαβύρινθο  πια  μέσα του εαυτού μου πολύ,
πάρα  πολύ, σε  σκοτεινά κι  εδώ  συνέχεια  περάσματα, όπου το
φως  το  απέξω  ελάχιστο, σχεδόν  ανύπαρκτο.  εκεί   εγώ  όμως
πάντα  με  το  μαχαίρι  στο χέρι, στο  στόμα, στα δόντια, έτοιμος
να  σκοτώσω κι  όχι  να σκοτωθώ, με  τον χρόνο  άλλο, τελείως
άλλο, μ’ όλα τα ως τώρα αν θέλω δίπλα μου, παρόντα. κι όποια
ανάμνηση  καταπάνω μου μες  στο σκοτάδι  πλησιάσει επιθετικά,
εγώ να τη σκοτώσω, να τη ξεφορτωθώ».

 

Ποίηση καθαρά εσωτερική, εξομολογητική, όπου η μνήμη, ο χρόνος και η μοναξιά γίνονται σχεδόν υλικά αντικείμενα μέσα σε έναν ψυχικό χώρο. Οι όμορφες μέρες δεν λειτουργούν παρηγορητικά, αλλά αντίθετα, προκαλούν φόβο επειδή φαίνεται πως ανήκουν στο παρελθόν ή επειδή υπενθυμίζουν κάτι που έχει πια χαθεί. Η ομορφιά εδώ δεν λυτρώνει, αλλά τονίζει την απόσταση ανάμεσα στο τότε και στο τώρα. Ο ποιητής δεν περιπλανιέται στον κόσμο αλλά στο εσωτερικό του. Η πραγματικότητα, οι άνθρωποι, οι σχέσεις, ίσως και η ελπίδα, φτάνουν  αποδυναμωμένα στον πυρήνα του ποιητικού υποκειμένου. Το μαχαίρι δεν φαίνεται να είναι όπλο επίθεσης προς τους άλλους, αλλά είναι κυρίως όπλο άμυνας και επιβίωσης. Ο ποιητής παρουσιάζεται σαν ζώο περικυκλωμένο, έτοιμο να αμυνθεί απέναντι σε κάτι που τον απειλεί μέσα στον ίδιο του τον ψυχισμό. Ο πραγματικός εχθρός του είναι η μνήμη, οι αναμνήσεις που  τον πλησιάζουν απειλητικά στο σκοτάδι. Δεν απειλείται από ανθρώπους, ούτε από γεγονότα του παρόντος, αλλά από αυτές από τις οποίες επιθυμεί να απαλλαγεί.  Ο Σωτήρης Κακίσης δεν εμφανίζεται εδώ ως νοσταλγικός ποιητής αλλά ως ποιητής της πάλης με τη μνήμη. Η ζωή μοιάζει να μεταφέρεται ολοένα και περισσότερο στο εσωτερικό ενός λαβυρίνθου, όπου το φως λιγοστεύει και ο άνθρωπος αναγκάζεται να μένει διαρκώς σε εγρήγορση απέναντι στα φαντάσματα του ίδιου του παρελθόντος του. Μάλιστα, διαβάζοντας αυτό το ποίημα θα λέγαμε ότι η μνήμη δεν λειτουργεί ως καταφύγιο, όπως συμβαίνει σε πολλούς ποιητές, αλλά ως πεδίο μάχης. Και αυτό είναι που δίνει στους στίχους του τη σκοτεινή, σχεδόν νουάρ ατμόσφαιρα που τους κάνει τόσο ιδιαίτερους. Στη σελίδα 27, της ενότητας «Μια δάφνη», μας εξομολογείται: 

 

«ένα  πλοίο  μεγάλο με  όλους  τους γονείς μας,  δηλαδή  ο Θεός
σαν  υπερωκεάνιο,  προς  εποχές   προηγούμενες  σαλπάροντας
στην  καρδιά μου μέσα  συνέχεια, αδιάκοπα, πάλι  και πάλι. και
μαντίλια  πολλά, πάρα  πολλά από το  κατάστρωμα, κι Αμερικές
συνέχεια σαν ακόμα περισσότερα πλοία, και μαύρη μετά σαν τον
χρόνο παντού θάλασσα, βυθός με  όλους τους πια, σαν σύμπαν.
κι εγώ στην αποβάθρα εδώ, κι εγώ πολλοί, πάρα πολλοί, κι εγώ
με μαντίλια».

Σωτήρης Κακίσης

Η  προσωπική μνήμη εν προκειμένω μετατρέπεται σε κοσμική εικόνα, με το πλοίο ως μεταφορικό μέσο των νεκρών και της καταγωγής, ένα πλοίο μεγάλο με όλους τους γονείς, όλους εκείνους που προηγήθηκαν, τους προγόνους, τους νεκρούς, όσους μας δημιούργησαν, με τον Θεό να ταυτίζεται με το άθροισμα των ανθρώπων που μας έφεραν στη ζωή. Έτσι, κι αυτό είναι το περίεργο, το πλοίο δεν σαλπάρει προς τα μπροστά, στο μέλλον, αλλά προς τα πίσω, προς τον χαμένο χρόνο. Η αδιάκοπη επιστροφή της μνήμης, βρίσκεται ξανά στο προσκήνιο. Ο ποιητής δεν επιβιβάζεται στο πλοίο, όπως οι γονείς, οι νεκροί, οι παλιές εποχές, αλλά  μένει στην αποβάθρα, παρατηρητής της αναχώρησης. Ο ποιητής τώρα γίνεται πολλοί άνθρωποι μαζί, όλοι όσοι αποχαιρετούν τους δικούς τους νεκρούς, και το προσωπικό πένθος μετατρέπεται σε συλλογική ανθρώπινη εμπειρία. Ωστόσο, οι νεκροί δεν εξαφανίζονται, μεταφέρονται σε έναν άλλο χώρο της μνήμης, ο οποίος είναι τόσο απέραντος όσο το σύμπαν και συνεχίζει να υπάρχει μέσα μας. Γι’ αυτό και το ποίημα, παρ’ ότι μιλά για απουσία και θάνατο, δεν είναι πένθιμο, ίσως βαθιά τρυφερό γιατί στη  σκηνή αποχαιρετισμού στο λιμάνι, ο ποιητής δεν κουνά το μαντίλι  μόνο στους γονείς του, αλλά σε ολόκληρο τον χαμένο χρόνο της ζωής του. Κάποια ποιήματα παρακάτω από τη διπλή ποιητική συλλογή του Σωτήρη Κακίση:

πιο πολύ απ’ όλα αγαπάω το τελευταίο που τρέχει με το κοπάδι, την πιο μικρή, την πιο λαχανιασμένη ζέβρα, την πιο όμορφη. πιο πολύ αυτή η ζέβρα είναι στη ζωή μου, με τις ρίγες της σαν σημαία μαυρόασπρη κι εξαίρετη, απ’ όλα τα χρώματα της ζούγκλας ελεύθερη, απελευθερωμένη. και το σχέδιό της, το σχέδιό μου αυτό είναι: σαν σχέδιο από τον έγχρωμο και κουραστικό πολύ πίνακα να φύγω, σαν αρχαϊκό σκαρίφημα από τον σύγχρονό μου κόσμο να δραπετεύσω. γιατί λιοντάρι και τίγρη ο χρόνος γύρω μου, ύαινες πεινασμένες και ζούγκλα ο λαός μου, ο πάντα, ο από πάντα πολύ επικίνδυνος. (Ανάποδα ο άνεμος, σελ. 17)

κι από το σινεμά ανάποδα: βλέποντας ταινίες, λέξεις στον ακόμα πιο σκοτεινό θάλαμο του μυαλού μου καταφεύγουν, ξυπνούν, παραδίδονται. όπου οι σκηνές τους όλες μπερδεμένες, οι καλύτερες όλες μαζί, οι χειρότερες χωριστά. τις χειρότερες όμως ξαφνικά εγώ λυπάμαι ο γέροντας πια, στα πιο αποτυχημένα της επικράτειας τους σημεία στρέφομαι, βρίσκομαι, αφιερώνομαι. γιατί εκεί το φως ακόμα πιο λίγο, ακόμα πιο ανήμπορο, ανίσχυρο, λιτό. όχι σαν λαμπρή πολύ τελευταία ζωή ακριβώς πριν τον θάνατο. (Ανάποδα ο άνεμος, σελ. 32).

νόημα πάντως δεν έχει ούτε αυτός ο άνεμος, ο ανάποδα τώρα μέσα μου, ο αναμνηστικός, ο επιπλέον. από τα ίδια μέρη, από τις ίδιες εποχές ξαναπερνώντας αλλιώς τα ίδια γεγονότα γιατί να μου ξαναθυμίζει, τα ίδια πρόσωπα γιατί να μη μ’ αφήνει να ξεχάσω; μικρή η επικράτεια της ζωής μου για να θυμάμαι τόσους πολλούς και τόσα πολλά, μικρός ο χρόνος μου, όσα πρόλαβα να κάνω και να πω. κι ένα όνομα ή δύο, ένας τόπος ελάχιστος θα μου έφτανε, θα μου ήταν υπεραρκετός. (Ανάποδα ο άνεμος, σελ. 42)

Στο αμέσως προηγούμενο ποίημα, ο Κακίσης αγγίζει κάτι πολύ ανθρώπινο που είναι η κόπωση της ανθρώπινης μνήμης. Ο άνεμος δεν είναι πια φυσικό φαινόμενο, αλλά  η ίδια η μνήμη. Ένας άνεμος που φυσά αντίθετα από τη φυσική φορά του χρόνου, και ενώ η ζωή προχωρά προς τα εμπρός, εκείνος επιστρέφει ακατάπαυστα προς τα πίσω, κάτι που απεύχεται απελπισμένα ο ποιητής. Όμως η 

μεγάλη αλήθεια της περασμένης ηλικίας είναι ότι η μνήμη πλημμυρίζει από πρόσωπα, τόπους, στιγμές, χαμένους ανθρώπους, κι έτσι γίνεται σχεδόν ασήκωτη. Τι πιο χαρακτηριστικό αυτού ο στίχος: «μικρή η επικράτεια της ζωής μου για να θυμάμαι τόσους πολλούς και τόσα πολλά»! Τόσες μορφές, φίλους, έρωτες, γονείς, τόπους, συναντήσεις, πολλαπλές απώλειες. Ο  ποιητής ονειρεύεται μια σχεδόν ασκητική ύπαρξη. Ένα όνομα, έναν τόπο, ένα σπίτι με πολλές γάτες, ίσως στη Βόρεια Εύβοια που επιστρέφει συχνά στην ποίησή του:

τελείωσαν οι άνθρωποι. τι άχρηστο, άλλωστε, είδος, τι υπερφίαλο, τι κενό. εδώ, ανάμεσα στις γάτες, πόσο πιο καλά, πόσο πιο ανθρώπινα. με κοιτάνε όλα στα μάτια, με τα ωραία, πολύ ωραία, μεγάλα τους μάτια, με σέβονται, με υποβάλλονται, με ανέχονται, με φροντίζουν. κι οι πατούσες τους είναι τόσο τρυφερές, μα τόσο τρυφερές! να, σαν καρδιές οι πατούσες τους μονάχες τους, σαν καρδιές τέσσερις επιπλέον πάνω τους, από κάτω τους, πάνω μου. κύριοι, κυρίες των δυνάμεων, με τα νύχια γύρω τους όχι στέφανος εξ αγκαθών, αλλά εξόριστα κι ανιδιοτελή κι αυτά πάνω τους φωτοστέφανα. (Ανάποδα ο άνεμος, σελ. 14).

 

Ο Γεώργιος Σχορετσανίτης γεννήθηκε στα Τρίκαλα της Θεσσαλίας τον Μάιο 1953. Τον Ιούνιο του 1970, τελείωσε το Β’ Εξατάξιο Γυμνάσιο Αρρένων Τρικάλων. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών μετά από επιτυχείς εισαγωγικές εξετάσεις, από την οποία αποφοίτησε τον Ιούνιο του 1976. Ειδικεύτηκε στη Χειρουργική στο Αρεταίειο Νοσοκομείο της Αθήνας. Τον Νοέμβριο του 1986, κατόπιν εξετάσεων του χορηγήθηκε ο τίτλος της ειδικότητας της Γενικής Χειρουργικής, ενώ το 1989 η Ιατρική Σχολή Αθηνών τον ανακήρυξε Διδάκτορα με βαθμό “Άριστα”. Έχει εργασθεί σε διάφορα νοσοκομεία στην Ελλάδα και το εξωτερικό και έχει δημοσιεύσει αρκετές επιστημονικές εργασίες σε διάφορα περιοδικά. Τα τελευταία χρόνια εργάστηκε ως Διευθυντής Χειρουργικής στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ηρακλείου. Παράλληλα ασχολείται με την ιστορία της ιατρικής, τον πολιτισμό και τη λαογραφία άλλων λαών, ενώ παράλληλα ταξιδεύει αρκετά σε διάφορα μέρη του κόσμου. Το συγγραφικό του έργο εστιάζεται σε πέντε, κυρίως, ενδιαφέροντα. Την ιστορία της ιατρικής, την ταξιδιωτική λογοτεχνία, την αφροαμερικανική ιστορία και πολιτισμό, την αρθρογραφία και την βιβλιοκριτική. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε πολλές εφημερίδες και έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά.