Σκέψεις στεγνωμένου μυαλού σε Εποχή Ξηρασίας. Γράφει ο Μάνος Μαυροπαλιάς
Σκέψεις στεγνωμένου μυαλού σε Εποχή Ξηρασίας
Γράφει ο Μάνος Μαυροπαλιάς
‘’Η ίδια η επιθυμία είναι κίνηση
Μέσα της όχι επιθυμητή –
Η ίδια η αγάπη είναι ακίνητη,
Μόνο αιτία και σκοπός της κίνησης,
Άχρονη και χωρίς επιθυμία
Εκτός από την προοπτική του χρόνου
Που συλλαμβάνεται υπό μορφή παραγραφής
Ανάμεσα στην ύπαρξη και τη μη ύπαρξη.’’ – T.S. ELIOT
Αυτό το κομμάτι του Έλιοτ από τα ‘’Τέσσερα Κουαρτέτα’’ γίνεται η αφετηρία και η αφορμή του παρόντος κειμένου, όχι γιατί πρόκειται να ακολουθήσει κάποιου είδους ανάλυση διότι τι να την κάνεις την ανάλυση στην ποίηση, όταν οχτώ γραμμές είναι ικανές να ξεμπερδέψουν το κουβάρι σου; Εκεί βρίσκεται και η μαγεία της, μια υπερβατική κλοτσιά στα νερά του άρρητου, που κολυμπάς χωρίς να έχεις κάπου να πας, ή μάλλον – δίχως ο ίδιος ο λόγος να μπορεί να μετατραπεί σε μια ομιλία η οποία θα γίνει ο δίαυλος με την πραγματικότητα. Only poetry isn’t shit, που έλεγε και ο Bolano. Αυτό το μικρό πόνημα θα σταθεί στους στίχους του Έλιοτ, αλλά όχι για να πλησιάσει τη νοηματοδότηση που έδωσε ο ίδιος ο Έλιοτ ως το δικό του σημαινόμενο, αλλά θα σταθεί στην επιφάνεια. Στο σημαίνον, στις λέξεις αυτές καθαυτές.
Η επιθυμία είναι κίνηση, μέσα της όχι επιθυμητή, μας παραθέτει ο συγγραφέας. Πράγματι, η επιθυμία είναι κίνηση, αέναη και ατέρμονη, καθώς οι άνθρωποι δεν μπορούν ποτέ να πάψουν να επιθυμούν, μήτε και να βρουν ένα ακίνητο αντικείμενο της θέλησής τους, όπου η απόκτησή του θα επιφέρει συνεπώς, και τη δική μας πληρότητα. Μα γιατί όμως η ίδια η επιθυμία δεν είναι μέσα της επιθυμητή; Δεν επιθυμούμε να επιθυμούμε; Μία ανάγνωση είναι ότι όσα επιθυμούμε δεν είναι και επιθυμητά, εξετάζοντάς τα από πού προέρχονται και ποια είναι η απώτερη εικόνα που εξυπηρετούν. Δύο γραμμές που σμιλεύουν χιλιάδες σελίδες που γράφτηκαν αργότερα περί επιθυμίας και αυθεντικότητας. Διότι ακόμη και να επιθυμείς ως αντίποδας της συλλογικής τάσης όσον αφορά την καθωςπρέπει ζωής, έχοντας απαρνηθεί τα ιδανικά και τις αξίες του σήμερα, πάλι καταλήγουμε να επιθυμούμε αρνητικά και όχι καταφατικά. Και τι πιο μεγαλειώδες από το να ζει ο καθένας τη ζωή του καταφατικά στην καθημερινότητά του, χωρίς να χρειάζεται μια ολόκληρη Οδύσσεια για να μη φθαρούν οι ψυχές μας. Εξού και το ανεπιθύμητο του επιθυμητού που γράφει ο Έλιοτ.
Πόσο οντολογικά διαφορετική θα ήταν η ζωή αν ήταν καταφατική; Και η επιθυμία θα ήταν απλώς η κινητήρια δύναμη για τις βόλτες μας στο μισοφέγγαρο, όπου οι δυο του άκρες θα ήταν απλώς τέλματα της ίδιας δυναμικής και όχι διαμετρικά απέναντι. Όπως το βλέμμα που πέφτει πάνω στα πελώρια κτίρια, διακόπτοντας την πορεία του προς τη θάλασσα, έτσι και οι παρούσες επιθυμίες βάζουν τρικλοποδιά στον συγχρονισμό της κατάφασης με το τώρα. Και τα χαμένα μας όνειρα χορεύουν βαλς σε άυλες φαντασιώσεις και χάρτινα φεγγάρια.
Εν συνεχεία: ‘’Η ίδια η αγάπη είναι ακίνητη, μόνο αιτία και σκοπός της κίνησης, άχρονη και χωρίς επιθυμία εκτός από την προοπτική του χρόνου που συλλαμβάνεται υπό μορφή παραγραφής ανάμεσα στην ύπαρξη και τη μη ύπαρξη’’.
Το ‘’αγαπώ’’ δεν έχει αντικείμενο, όπως λέει ο Έλιοτ, επειδή υπάρχει η δυνατότητα του αγαπώ· έτσι και η επιθυμία περιστρέφεται γύρω από αυτή τη δυνατότητα, η οποία πολλές φορές τείνει να υποβαθμίζεται και να παραμελείται, καθώς αποτελεί κάτι το δεδομένο. Αντ’ αυτού, το ότι πρόκειται για κάτι το εγγενές και άχρονο είναι που συνιστά το μεγαλείο του ανθρώπου. Πίσω από τις επιθυμίες και τα μεγάλα πάθη υποβόσκει η αγάπη ως μια υπόκωφη μηχανή που αφουγκράζεται και υλοποιεί τα ερεθίσματα που μας χαρίζουν. Τούτα δεν είναι που σηματοδοτούν την ύπαρξή μας; Από την ύπαρξη μέχρι και τη μη ύπαρξη, αυτό που πλανάται εντός της μνήμης είναι οι κορυφές που κατακτήσαμε και οι περιπλανήσεις μας στο φρέαρ των Οινουσσών.
Συνεπώς, εκεί φαίνεται να περιπλανιέται η συγγένεια ανάμεσα στις γραμμές του Έλιοτ. Οι επιθυμίες έχουν μια ατέρμονη διαδοχή, αλλάζοντας πρόσωπα, αντικείμενα αλλά και συμβολικές αφετηρίες. Ωστόσο, η αγάπη είναι το κόκκινο υπόστρωμα που επιτρέπει σε όλες αυτές τις κινήσεις να νοηματοδοτηθούν και να επαναδιατυπώσουν τα ίδια τους τα νοήματα, καθώς πρόκειται για συνεχείς δυναμικές. Μια διαλεκτική που αντικατοπτρίζει το Είμαι με το αντικείμενο που προσκολλάται και επανακαθορίζεται, αφού ο αντίκτυπος του αντικειμένου καταλήξει ξανά εντός του Είμαι.
Κι όταν ο χρόνος, κοιτάζοντας πίσω, δεν βλέπει γεγονότα, αλλά αυτό που διασώζεται. Η ένταση που αγκάλιασε τα γεγονότα, η ένταση με την οποία στραφήκαμε στον κόσμο και, κατ’ επέκταση, νιώσαμε λιγάκι, σχεδόν, μια μεταφυσική αυθεντικότητα. Μονάχα η γλώσσα της ποιήσεως θα μπορούσε να κατορθώσει να χωρέσει αυτά τα πράγματα μέσα στις γραμμές της, γιατί δεν εξηγεί ούτε και αναλύει, αλλά τα διατηρεί και τα αναπαράγει χωρίς να τα κατανομάζει.
Ονομάζομαι Μάνος Μαυροπαλιάς και είμαι μεταπτυχιακός φοιτητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Tilburg στην Ολλανδία. Η ερευνητική μου δραστηριότητα επικεντρώνεται στη σύγχρονη γαλλική φιλοσοφία και την ψυχανάλυση