• Δεν υπάρχουν προϊόντα στο καλάθι
ΚΟΡΥΦΗ

Ο φερετζές της μονοκομματικής δημοκρατίας, ή Γράμματα δύο χρόνων στο ξεδίπλωμα των εποχών. Γράφει ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης

Ο φερετζές της μονοκομματικής δημοκρατίας,  ή  Γράμματα δύο χρόνων στο ξεδίπλωμα  των εποχών

(Σκέψεις με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου μου «Ο φερετζές της μονοκομματικής δημοκρατίας» από τις Εκδόσεις Οδός Πανός, 2026)

 

Γράφει ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης

 

Κάθε βιβλίο που συγκεντρώνει αρθρογραφία δύο ετών δημοσιευμένη σε εφημερίδες, είναι ένα παράξενο σπίτι με κείμενα που γράφτηκαν ένα-ένα, την ώρα που ο καιρός περνούσε μπροστά από το μεγάλο παράθυρο, μια συνομιλία με τον αναγνώστη κάθε λίγες μέρες, με την ημερομηνία της πάνω  σαν σφραγίδα σε ένα γράμμα που δεν περίμενε απάντηση, και όταν τα στοιβάζεις όλα μαζί, εκείνα που αποτελούσαν κάποτε μια λιλιπούτεια στιγμή της καθημερινότητας γίνονται εντέλει ένας μεγάλος πίνακας με τις εκλογές και τις αναμονές, τις ευρωπαϊκές διαδρομές και τους γείτονες που άλλοτε χαμογελούν και άλλοτε ασφυκτιούν, τους μετανάστες στις θάλασσες και τα νοσοκομεία που αδειάζουν, τους πολέμους που ξαναδημιουργούν  τους νυν υφιστάμενους χάρτες, και την πόλη, τη δική σου πόλη, που ζητά ένα καινούργιο μουσείο για πολύτιμα αντικείμενα και πιο καθαρούς και όμορφους δημόσιους χώρους, και δίπλα σε όλα αυτά, σαν μικρά φωτεινά παράθυρα ανάμεσα σε μια σειρά από βαριά κτίρια, οι στιγμές που ο συγγραφέας ξεχνά για λίγο την επικαιρότητα και αναπολεί το τραίνο της φοιτητικής του νιότης με τα ξύλινα βαγόνια που αγκομαχούσε στον θεσσαλικό κάμπο με κατεύθυνση τη γενέθλια πόλη, ένα πανεπιστημιακό αμφιθέατρο με πεύκα απ’ έξω και φωνές μέσα, μια γενιά που έγραφε με κιμωλία και έσβηνε τον πίνακα με σφουγγάρι και σηκωνόταν όρθια όταν έμπαινε στην τάξη ο δάσκαλος, και τότε καταλαβαίνεις ότι το βιβλίο έχει δύο φωνές που μιλούν ταυτόχρονα, από τη μια μεριά του πολίτη, του αναγνώστη  που παρατηρεί και από την άλλη του ανθρώπου που θυμάται, και ότι οι δύο δεν διαπληκτίζονται ποτέ, γιατί ο πολίτης ανησυχεί για το αύριο ακριβώς όπως κάποιος άλλος θυμάται το χθες, και ο τίτλος «φερετζές», είναι μια λέξη που κουβαλά βάρη, ένα ύφασμα που σκεπάζει το πρόσωπο και αφήνει να διακρίνονται μόνο τα μάτια, κι εδώ μεταμορφώνεται εικόνα για μια δημοκρατία που κινδυνεύει να κοιτάζει τον κόσμο μέσα από μία μόνο σχισμή, όταν γύρω της μένει μία κυρίαρχη φωνή και οι άλλες σβήνουν ή διασπώνται και χάνονται στον αέρα, γιατί ένα σπίτι με ένα μόνο παράθυρο έχει πάντα τον ίδιο ουρανό, και όποιος μένει μέσα του αρχίζει να πιστεύει ότι δεν υπάρχει άλλος, ενώ η ζωή μιας πόλης και μιας χώρας χρειάζεται δεύτερο και τρίτο παράθυρο, χρειάζεται αντίθετες ματιές που να ελέγχουν και να συμπληρώνουν η μία την άλλη, να ρωτούν και να απαντούν, και ίσως η πιο ταπεινή και πιο μεγάλη αρετή μιας επαρχιακής εφημερίδας, εκείνου του περιορισμένων σελίδων ορθογώνιου  χαρτιού που κάποιοι το γεμίζουν με σκέψεις κάθε εβδομάδα, να είναι ακριβώς αυτό, ότι ανοίγει ένα ακόμη παράθυρο στον αναγνώστη, χωρίς να του δεικνύει ευθέως τι να ατενίσει, κι ανάμεσα στις σελίδες περνούν οι εικόνες που το βιβλίο έχει ήδη στους τίτλους του και που ομοιάζουν με σημάδια ενός ταξιδιού, η κλεψύδρα που αργά-αργά αδειάζει, όχι για να μας τρομάξει αλλά για να μας υπενθυμίσει ότι κάθε κόκκος άμμου είναι μια μέρα και κάθε μέρα μια ευκαιρία να ειπωθεί κάτι που αξίζει, τα τραίνα της ζωής μας που φεύγουν από τους σταθμούς με πολλούς επιβάτες και κάποτε χάνονται, κι ένα απ’ αυτά που δεν έφτασε ποτέ στον προορισμό του, με νέα παιδιά που δεν γύρισαν στις οικογένειές τους, και η μνήμη του να στέκεται σε επώδυνες σελίδες του σαν μια σιωπηλή πρόκα που κρατά ανοιχτό το ερώτημα της ευθύνης και της σοβαρότητας, οι χαρταετοί που ανεβαίνουν στον πρώτο άνεμο της εποχής και πέφτουν όταν λιγοστεύει η ανάσα, όπως πέφτουν οι υποσχέσεις και οι φήμες και τα ονόματα που κάποτε έμοιαζαν αιώνια, και οι βιβλιοθήκες με το πεπρωμένο των βιβλίων, που περνούν από χέρι σε χέρι, αλλάζουν σπίτια, θρονιάζονται σε ξένα ράφια και περιμένουν υπομονετικά κάποιον να τα ξανανοίξει και η γενιά που φεύγει σιγά-σιγά από το προσκήνιο, μια γενιά που βίωσε για πολύ τη δικτατορία και ήλπιζε στην αυριανή μέρα, που έκανε λάθη και τα ξέρει, που θυμάται τους δίσκους βινυλίου σε ένα χαμηλό σπίτι κάπου στην κατεχόμενη τώρα Κύπρο και τους ανθρώπους που δεν γύρισαν πίσω, κοιτάζει τη βροχή να πέφτει πάνω στα λουλούδια της μεγάλης βεράντας και σκέφτεται ότι το να γράφεις είναι ο ήσυχος τρόπος να μην παραδώσεις το φως στο σκοτάδι, ότι κάθε στήλη, κάθε κουβέντα με τον αναγνώστη, είναι ένα μικρό κερί που ανάβει στον ανοιχτό αέρα της εποχής και ζητά να μη σβήσει, κι όποιος το προσέξει θα βρει τη θερμότητα στο ίδιο το χέρι που το έγραψε  και τότε, ενώ οι σελίδες γυρίζουν, καταλαβαίνεις ότι ένα βιβλίο με άρθρα δημοσιευμένα σε εφημερίδες δεν είναι ένα ξερό αρχείο και μια στεγνή καταγραφή της επικαιρότητας, ένα απλό χρονικό των γεγονότων, μια συνήθης καταγραφή των τρεχουσών εξελίξεων και της ειδησεογραφίας, αλλά η πιο ταπεινή μορφή ιστορίας όπως τη ζει ο καθημερινός άνθρωπος που αγοράζει ψωμί, ακούει τις ειδήσεις, ανησυχεί για τα παιδιά του και για τους  άλλους, και κάποια μέρα, σε τριάντα ή σε πενήντα χρόνια, κάποιος αναγνώστης, ένας ιστορικός ερευνητής, ένα εγγόνι, ένας περαστικός κι εκείνος της ζωής, θα ανοίξει αυτές τις σελίδες και θα δει ότι δύο χρόνια δεν είναι ένας κατάλογος γεγονότων αλλά το πρόσωπο ενός ανθρώπου που κοιτούσε τον κόσμο από ένα παράθυρο γεμάτο λουλούδια και δεν ήθελε να σιωπήσει, και ότι ο φερετζές, όσο βαρύς κι αν είναι, δεν μπορεί να καλύψει για πάντα ένα βλέμμα που επιμένει να βλέπει και να παρακολουθεί…

 

Ο Γεώργιος Σχορετσανίτης γεννήθηκε στα Τρίκαλα της Θεσσαλίας τον Μάιο 1953. Τον Ιούνιο του 1970, τελείωσε το Β’ Εξατάξιο Γυμνάσιο Αρρένων Τρικάλων. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών μετά από επιτυχείς εισαγωγικές εξετάσεις, από την οποία αποφοίτησε τον Ιούνιο του 1976. Ειδικεύτηκε στη Χειρουργική στο Αρεταίειο Νοσοκομείο της Αθήνας. Τον Νοέμβριο του 1986, κατόπιν εξετάσεων του χορηγήθηκε ο τίτλος της ειδικότητας της Γενικής Χειρουργικής, ενώ το 1989 η Ιατρική Σχολή Αθηνών τον ανακήρυξε Διδάκτορα με βαθμό “Άριστα”. Έχει εργασθεί σε διάφορα νοσοκομεία στην Ελλάδα και το εξωτερικό και έχει δημοσιεύσει αρκετές επιστημονικές εργασίες σε διάφορα περιοδικά. Τα τελευταία χρόνια εργάστηκε ως Διευθυντής Χειρουργικής στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ηρακλείου. Παράλληλα ασχολείται με την ιστορία της ιατρικής, τον πολιτισμό και τη λαογραφία άλλων λαών, ενώ παράλληλα ταξιδεύει αρκετά σε διάφορα μέρη του κόσμου. Το συγγραφικό του έργο εστιάζεται σε πέντε, κυρίως, ενδιαφέροντα. Την ιστορία της ιατρικής, την ταξιδιωτική λογοτεχνία, την αφροαμερικανική ιστορία και πολιτισμό, την αρθρογραφία και την βιβλιοκριτική. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε πολλές εφημερίδες και έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά.