10,60 € τιμή με ΦΠΑ
Στην πρώτη ποιητική του συλλογή, έμελος, ο παναγιώτης σ.
αντωνιάδης κάνει μια καταβύθιση εξομολογητική στις πιο
ενδόμυχες πτυχές της ζωής των κουήρ ατόμων. Εκκινώντας
από την οικογενειακή ζωή, με ιδιαίτερη τόλμη και με αφετηρία
του την ψυχαναλυτική σκέψη, τέμνει με ανεπιτήδευτο λυρισμό
και αποδομεί την εικόνα του πατέρα, «και εσύ γιατί μου έμαθες
τελικά να μοχθώ για την αγάπη σου;» του ομολογεί, απεικονίζοντας
την δυσκολία που βιώνουν τα αρσενικά να εκφράσουν συναισθήματα
κι έπειτα προχωρά σε μια θαρραλέα απεικόνιση της γυμνότητας των
σωμάτων και τελικά της απόσπασης των γονέων από τους ρόλους τους,
ώστε να τονιστεί η ένσαρκη ανθρώπινή τους υπόσταση, θυμίζοντας
ποιήματα του Όσιαν Βουόνγκ. (…) Με τον έμελο να είναι ακριβώς η
κατάσταση που συνιστά το αντίθετο της ανεμελιάς, το κουήρ υποκείμενο
διεκδικεί την ορατότητά του με έντονο, περίτεχνο και μαστόρικο λυρισμό,
εκφράζει την σωματική του δίψα, το οικουμενικό συναίσθημα της απώλειας
γονέων, αλλά και ερωτικών συντρόφων, παλεύοντας τα δικά του σκοτάδια,
σε έναν κόσμο όπου θέλουν να «κρατιέται η καθεμία από το κορμί της/
βρεγμένη και τρεμάμενη στη μικρή σανίδα της ζωής της / που ίσα ίσα
χωράει την εξάντληση και τις φιλοδοξίες της». -Νικόλας Κουτσοδόντης
«Και μου ‘δωσαν έναν Άγγλο γιατρό Να με φυλάει στον ύπνο. Με τόση μέριμνα με φύλαγε Που όλο γύρευα πώς να τον ξεγελήσω. Αλλά δε μπόρεσα ποτέ. Και μου ‘δωσαν έναν Άγγλο γιατρό Να με φυλάει στον ύπνο. Του μίλησα για το χορτάρι που μεγαλώνει Στις πέτρες και στα μνήματα, Του μίλησα για τον Απρίλιο που θα ‘ρθει Και θα πλαγιάσει στα χιόνια, Του μίλησα για το γεράκι που κυκλώνει Το καμένο το σπίτι, Του μίλησα για το νεκρό παιδί Που γυρεύει την ψυχή του. Και μου ‘δωσαν έναν Άγγλο γιατρό Να με φυλάει στον ύπνο. Με τόση μέριμνα με φύλαγε Που κάποια νύχτα νόμιζα Πως μου ‘σπασε το κρανίο σαν ένα καρύδι Και έψαχνε μες στα κομμάτια».