• Δεν υπάρχουν προϊόντα στο καλάθι
ΚΟΡΥΦΗ

Ελένη Αναστασοπούλου,ΣΚΟΤΩΜΕΝΟ ΝΕΡΟ

Εσύ, εμένα θ’ ακούς.

Το
γυμνάσιο το έβγαλα με σπρώξιμο. Δεν τα ’παιρ-

να
τα γράμματα. Μετά πήγα στονΟΑΕΔνα γίνω

τεχνίτης
ηλεκτρονικών συσκευών και εγκαταστά-

σεων.
Για το χαρτί πήγα. Μεγάλωσα μέσα στα μι-

κρόφωνα,
τα καλώδια και τις κονσόλες. Ο πατέρας

μου
έπαιζε συνθεσάιζερ στα πανηγύρια. Εγώ κα-

θόμουν
στην κονσόλα, μέχρι που έπιασα το μικρό-

φωνο
στα χέρια. Λες και ήμουν πικάπ. Τραγουδού-

σα
από δημοτικά μέχρι Καζαντζίδη απέξω κι ανα-

κατωτά.
Είχα και καλή φωνή. Έγινα το πρώτο

όνομα
στα πανηγύρια του κάμπου. Γνώρισα μεγά-

λες
δόξες. Η πρόταση για την «Πενιά», το μπου-

ζουκομάγαζο
στο δρόμο Λάρισας-Νίκαιας, έπεσε

τη
σωστή ώρα.

Ο
πρώτος που σκέφτηκα ήταν ο Πέτρος.

–
Μου είπε ο μάνατζερ σε καμιά ώρα να πάω

για
πρόβα στο μαγαζί.

–
Ποιος μάνατζερ, ρε μαλάκα; Ο Μήτσος απ’

το
Ζάππειο είναι και μέχρι χτες έκανε πόρτα στο

σκυλάδικο…
μπράβος… Άκου μάνατζερ!

–
Μπράβος, ξεμπράβος, αυτός κάνει κουμάντο

εκεί
μέσα.

–
Γι’ αυτό ντύθηκες έτσι σαν ντιζέζ;

–
Πες ό,τι θέλεις εσύ. Εγώ θα γίνω φίρμα, λέω

στο
φιλαράκι μου τον Πέτρο και φεύγω για την

«Πενιά».

–
Καλώς το παλικάρι.

–
Γεια σου, Μήτσο.Ήρθα, όπως μου είπες.

–
Μίμης, ξέχνα το Μήτσο. Έλα να σου συστή-

σω
τα κορίτσια. Είναι συνάδελφοι, καλλιτέχνες.

Κορίτσια
από δω ο Στράτος.

– Τι
Στράτος, ρε Μήτσ… Μίμη. Σταμάτη με

λένε,
λέει μέσα απ’ τα δόντια του ο Σταμάτης.

–
Ηρέμησε, αγόρι μου. Εσύ εμένα θ’ ακούς και

θα
πας μπροστά. Το ’πιασες;

–
Ό,τι πεις.

–
Ανέβα στην πίστα, να δούμε πως γράφεις στο

μάτι.

Πιάνω
το μικρόφωνο και ξεχνάω το περιφρο-

νητικό
ύφος των κοριτσιών. Κλείνω τα μάτια.

Φαντάζομαι
το μαγαζί γεμάτο κόσμο. Καρφίτσα

δεν
πέφτει. Ανάμεσα στους καπνούς βλέπω να με

κοιτάζουν
με θαυμασμό. Γυναίκες και άντρες. Μέ-

χρι
και τα χειροκροτήματα ακούω. «Μπράβο!

Μπράβο!»
Ανοίγω τα μάτια μου. Τα κορίτσια δεν

με
κοιτάζουν πια με μισό βλέμμα. Παίρνω μιαν

ανάσα.

–
Φχαριστώ.

–
Τις γυναίκες, αγόρι μου, πρέπει να τις παίρ-

νεις
τον αέρα από την αρχή. Μην του δίνεις και

πολλή
σημασία. Ένα βλέμμα κι άσ’ τες να τρέχουν

ξοπίσω
σου.

– Μα
είναι συνάδελφοι.

–
Είναι γυναίκες. Μόλις μυρίστηκαν φωνή, ξέ-

χασαν
και το λαμέ πουκάμισο και τις αλυσίδες στο

λαιμό
και στο χέρι.

–
Εγώ τα φόρεσα ειδικά για την περίσταση.

– Το
μαγαζί είναι κυριλάτο. Δεν είναι σκυλάδι-

κο.
Η πελατεία μας είναι της υψηλής κοινωνίας.

–
Και τόσα αγροτικά απέξω κάθε βράδυ της

υψηλής
κοινωνίας είναι;

–
Ώπα! Ξεψαρώσαμε, Σταματάκη;

–
Στράτο είπαμε, Μίμη, Στράτο!

– Τ’
αγροτικά αγόρι μου δεν είναι της υψηλής

κοινωνίας.
Είναι της επιδότησης.

–
Εγώ να τραγουδάω θέλω Μίμη. Όλα τ’ άλλα

ούτε
με νοιάζουν.

–
Έτσι σε θέλω. Άστα όλα πάνω μου. Εσύ να

μ’
ακούς μόνο.

– Θα
με πάρετε δηλαδή;

– Το
Σάββατο ανοίγουμε και θα είσαι η πρώτη

φίρμα.
Θα γεμίσουν οι κολόνες αφίσες με τη μούρη

σου.
Με μεγάλα γράμματα Στράτος Γεωργίου.

– Τι
Γεωργίου λες ρε Μίμη, Μπαντούλας λέγο-

μαι.

–
Δεν πιστεύω να θες να κάνεις καριέρα με τέ-

τοιο
όνομα.

–
Ρεζίλι θα γίνω στο χωριό. Θα με δουλεύουν

όλοι
οι φίλοι μου.

– Σε
λίγο καιρό, οι φίλοι σου θα κάνουν ουρά

γι’
αυτόγραφο, αγόρι μου.

–
Λες;

–
Όπως σε βλέπω και με βλέπεις.

– Θα
μου πεις… Γιώργος ο πατέρας μου… από

’κει
το ’βγαλες ρε συ;

–
Άντε γεια σου. Λοιπόν, αύριο πάμε για περι-

ποίηση
και μετά φωτογράφηση.

–
Μια χαρά περιποιημένο δεν μ’ έχει η μάνα

μου;

–
Ξέχνα τη μάνα σου και το χωριό, λέμε. Τώρα

άλλες
γυναίκες θα σε περιποιούνται.

–
Και τι θα μου κάνεις δηλαδή;

–
Πρώτα πρώτα να κόψουμε τη χαίτη. Μετά

να
κάνουμε μανικιούρ…

– Τι
λες ρε; Αυτό το κάνουν οι γυναίκες.

– Μη
φοβάσαι παλικάρι μου. Εσύ εμένα θ’

ακούς!
Άντρα σε θέλουμε.

–
Και τι το θέλω το… πώς το είπες.

– Οι
φραγκάτες κυρίες θέλουν χειροφίλημα από

τρυφερά
και περιποιημένα χέρια.

– Θα
τραγουδάω ή θα προσκυνάω;

– Το
χειροφίλημα θα είναι το ευχαριστώ για τα

καλάθια
με τα λουλούδια που θα σου πετάνε στην

πίστα.

–
Θες να γίνει καμιά παρεξήγηση με τους άν-

τρες
τους και να ’χουμε άλλα;

–
Και τους άντρες στα όπα όπα θα τους έχεις.

–
Τι, κι αυτούς θα τους φιλάω το χέρι;

–
Όχι ρε μάνα μου. Εσύ θες πολλά μαθήματα.

Στους
συζύγους θ’ αφιερώνεις τα τραγούδια. Στις

κυρίες
θα μοιράζεις λουλούδια, ματιές και χειρο-

φιλήματα.

–
Κανονικός γλείφτης δηλαδή.

–
Γαλαντόμος. Όσο πιο γενναιόδωρος θα είσαι

τόσο
θα γεμίζουμε φράγκα.

–
Εγώ ρε θέλω να τραγουδάω για τους μερακλή-

δες.
Για τους νταλκαδιασμένους. Να ξεχνάνε τον

πόνο
τους.

–
Τραγουδιστής είσαι μάγκα μου, όχι αδερφή του

ελέους.
Η τσέπη σου δεν θα γεμίσει με καψούρες.

–
Μόνο η κονσομασιόν λείπει ρε Μήτσο, συγ-

γνώμη
Μίμη.

–
Καλομελέτα κι έρχεται. Εννοείται ότι θα πη-

γαίνεις
και στα τραπέζια.

–
Και τι θα κάνω στα τραπέζια τους, τι θα λέω

εγώ
με τους κυριλάτους και τις κυρίες τους;

–
Όσο λιγότερα λες τόσο καλύτερα. Θα το παί-

ζεις
βαρύς και μυστήριος. Αυτοί θα μιλάνε κι εσύ

θα
συμφωνείς. Και θα χαμογελάς. Μπουζούκια εί-

μαστε.
Τραγούδια, ποτά… να περάσουν καλά έρ-

χονται.
Λίγο παραμύθι και τους βάζεις στο λούκι

να
σε κερνάνε. Αέρα θέλει η πουτανιά, Σταμάτη…

–
Δύσκολη δουλειά να είσαι φίρμα.

–
Εσύ εμένα θ’ ακούς, Σταμάτη…

– Στράτο είπαμε, Στράτο
Γεωργίου.