• Δεν υπάρχουν προϊόντα στο καλάθι
ΚΟΡΥΦΗ

Πολυποίκιλες νεανικές εξεγέρσεις και απώλειες. Γράφει ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης

Πολυποίκιλες νεανικές εξεγέρσεις και απώλειες

Γράφει ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης

 

Για τα παιδιά, τους μαθητές και τους φοιτητές που αντιδρούν, επαναστατούν και  εξεγείρονται ωσάν άγρυπνες εκφάνσεις μιας αιώνιας άνοιξης που δεν υποτάσσεται στον χειμώνα, και για όσους, πολιτικούς και μη, τα κολακεύουν για λόγους φανερούς και κρυφούς, ψιθυριστούς και ηχηρούς, για όλους εκείνους τους διαδηλωτές, τραυματισμένους και χαμένους στην γηραιά ήπειρο, και για τους δικούς μας που κατασκήνωσαν με τις σκηνές τους σαν πλεούμενα μιας απελπισμένης ελπίδας στην πλατεία Συντάγματος, μπροστά στη Βουλή που τους κοιτούσε βουβή, αμήχανη και πέτρινη, σε μια κινητοποίηση που οργάνωσαν οι φοιτητικοί σύλλογοι της Αθήνας με σύνθημα που βάραινε σαν λίθος στο στήθος της πόλης, «Να σπουδάσουμε ή να επιβιώσουμε;», φανερώνοντας το οξύτατο, όπως έχει πια εξελιχθεί, στεγαστικό πρόβλημα που τους πνίγει όχι μόνο στην πρωτεύουσα αλλά και σε διάφορες πόλεις της χώρας μας, το ολοένα και αυξανόμενο κόστος σπουδών και διαβίωσης που προσομοιάζει με νερά από κατακλυσμιαία πλημμύρα που ανεβαίνουν αργά μέσα  σε υπόγειο δωμάτιο, και τις διαφαινόμενες συγχωνεύσεις κάποιων τμημάτων περιφερειακών πανεπιστημίων, με ότι συνεπάγεται αυτό μακροπρόθεσμα,  λόγω έλλειψης ή απροθυμίας φοιτητών, που κάποια στιγμή θα σβήσουν σαν φώτα σε κάποιο μακρυνό λιμάνι, για όλους αυτούς λοιπόν μίλησαν διαχρονικά πολλοί, όπως και ο προσφάτως αποδημήσας Διονύσης Χαριτόπουλος που πέρασε πια στην άλλη όχθη του ποταμού των λέξεων, όλων  εκείνων που βρίσκονταν εκεί  που  γνώριζε και με τις οποίες διαχρονικά εκφραζόταν, στοχάζομαι, αλλά στην ουσία παντού και πάντοτε οι νέοι στέκονταν στην αιχμή του δόρατος, εκεί όπου η ανάσα της εποχής γίνεται φωτιά και η φωτιά όνομα, όπως και τα παιδιά της τόσο μακρυνής δικής μου γενιάς που αγωνίστηκαν το καθένα από το δικό του μετερίζι, με το δικό του σθένος και κουράγιο και τη δική του σιωπηλή φοβισμένη τόλμη, υπηρετώντας κάποιον βαθύτερο σκοπό, γενικό ή προσωπικό, όπως για παράδειγμα στα διάφορα γεγονότα της Νομικής το 1973 και αργότερα στην εξέγερση του Πολυτεχνείου που φώτισε τη νύχτα σαν αστραπή μέσα σε σκοτεινό κατάρτι, και δεν εκμεταλλεύτηκαν οι περισσότεροι νέοι εκείνη τη συγκυριακή έστω συμμετοχή τους για να ανέλθουν και επαγγελματικά και να προσπορισθούν κάθε άλλου είδους κέρδη στη συνέχεια, όπως έκαναν οι γνωστοί και μη εξαιρετέοι που όλοι γνωρίζουμε και οι οποίοι κουβαλούν τα μετάλλια της μνήμης τους σαν να ήταν τίτλοι ιδιοκτησίας βασισμένοι πάνω στο αίμα κάποιων άλλων που βούλιαξαν στη λήθη, και θυμάμαι καλά, αν και επώδυνα, γιατί η μνήμη είναι το μόνο σπίτι που δεν γκρεμίζεται ακόμη κι όταν τα θεμέλιά του τρέμουν, έτσι κι εγώ με τη σειρά μου λοιπόν ανακαλώ τον συμφοιτητή μου και τότε πτυχιούχο γιατρό τον Γιώργο με  καταγωγή από την περήφανη Μάνη, τόπο πέτρινων πύργων και αγέρωχων ανέμων, με τον οποίο υπηρετούσαμε σε διπλανές μονάδες στον Νομό Έβρου και που σκοτώθηκε πηγαίνοντας ή μάλλον επιστρέφοντας στην Αλεξανδρούπολη αφού είχε πάει με άδεια τριών ημερών στην Αθήνα οδηγώντας πολλές ώρες, με το αυτοκίνητό του για να δει την αγαπημένη του, με την καρδιά του φορτωμένη γλυκές υποσχέσεις και τον δρόμο μπροστά του να μη γνωρίζει τι σκόπευε να του αποσπάσει αναπάντεχα και δραματικά, κι εμείς όταν ύστερα τον αναζητήσαμε ένα βράδυ στο παραλιακό καφέ της Αλεξανδρούπολης που συχνάζαμε ακούσαμε τα χειρότερα, εκείνα που δεν μπορούσαμε με κανέναν τρόπο να πιστέψουμε, όπως δεν πιστεύει κανείς πως ο ήλιος μπορεί να σβήσει μέσα στο μεσημέρι του, και η Αννούλα μας που έφυγε και τη χάσαμε όλοι οι συμφοιτητές της από καλπάζουσα φυματίωση σε μικρή μόλις ηλικία, είκοσι και κάτι ετών, σαν λουλούδι που το πρόλαβε η πρώτη παγωνιά, και κάποιοι είπαν και άλλοι μεγαλύτεροι και επαΐοντες ισχυρίστηκαν ότι το μυκοβακτηρίδιο της φυματίωσης μεταδόθηκε εύκολα σε αυτή επειδή ήταν τότε, θυμάμαι, αδυνατούλα και μικροσκοπική, από νοσούντες φυματικούς ασθενείς κατά την διάρκεια κλινικής εξάσκησης που κάναμε στο νοσοκομείο Σωτηρία στο ανάλογο μάθημα, εκεί όπου ο πόνος η αδυναμία, η ταλαιπωρία και η ευθραυστότητα των άλλων έδρασαν με τον πιο σιωπηλό και ύπουλο τρόπο για να επιφέρουν το τέλος της, και τον συμμαθητή μου τον Στέφανο από το Γυμνάσιο της πόλης μου που άφησε την τελευταία του πνοή στην εισβολή της Κύπρου το 1974, όπου βρέθηκε να υπηρετεί έναν υψίστης σημασίας εθνικό σκοπό, με το παιδικό του γέλιο να ηχεί ακόμη στους διαδρόμους του σχολείου που δεν θα τον ξαναδεί, και την αγαπημένη μου Παντελίτσα που χάθηκε επίσης στην πόλη της Μόρφου το καλοκαίρι του 1974 όταν κάποια στιγμή, σε εκείνη τη συγκεκριμένη περίοδο έμεινε εκεί για να βοηθήσει τους γονείς της, και μαζί με αυτήν χάθηκαν κάποια βιβλία και δίσκοι βινυλίου που αγοράσαμε μαζί στην Αμμόχωστο το καλοκαίρι του 1973, με τα χέρια μας να αγγίζουν τα εξώφυλλα σαν να άγγιζαν το μέλλον και που τα περισσότερα αφέθηκαν προσωρινά στο χαμένο πια πατρικό της σπίτι, σε κείνη τη μικρή βιβλιοθηκούλα δίπλα στο παράθυρο που έβλεπε στη μεγάλη αυλή με τον μισοξεραμένο φοίνικα στη γωνία, που έγερνε τα κλαδιά του στον άνεμο σαν γέρος που αποχαιρετά τα εγκόσμια για τελευταία φορά, αφήνοντάς μου ως ενθύμιο εκείνον μόνο τον μεγάλο δίσκο Goats Head Soup των Rolling Stones με την ωοειδή σφραγίδα του δισκοπωλείου στο λευκό εσωτερικό φύλλο  του γνωστού σκληρού κιτρινωπού καλύμματος και τίποτε άλλο εκείνη την εποχή, τον οποίο κρατώ ως πολύτιμο απόκτημα και ως μικρό ιερό λείψανο ενός καλοκαιριού που δεν γύρισε, και ο κατάλογος μακρύς και απελπιστικά μεγάλος και βεβαίως επώδυνος ποικιλοτρόπως, που δεν έχει τέλος για την ώρα, γιατί έτσι είναι δρομολογημένος από τη μοίρα του να γεμίζει ολοένα και περισσότερο, σαν βιβλίο που το γράφει ο χρόνος με μελάνι από σιωπή, και να καταλήγει εκεί όπου κάποια στιγμή δεν θα μπορεί επ’ ουδενί να γεμίσει με άλλα στοιχεία και παρεμφερείς λεπτομέρειες, αφού θα ελλείπουν πια οι ενδιαφερόμενοι και οι επιτετραμμένοι προς τούτο συντάκτες του, και θα μείνει μονάχα η σελίδα ανοιχτή στον άνεμο, αγράμματη και λευκή σαν το εσώφυλλο ενός δίσκου που κανείς δεν θα ξαναβάλει να παίξει στο παρατημένο εκείνο πικάπ… 

 

Ο Γεώργιος Σχορετσανίτης γεννήθηκε στα Τρίκαλα της Θεσσαλίας τον Μάιο 1953. Τον Ιούνιο του 1970, τελείωσε το Β’ Εξατάξιο Γυμνάσιο Αρρένων Τρικάλων. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών μετά από επιτυχείς εισαγωγικές εξετάσεις, από την οποία αποφοίτησε τον Ιούνιο του 1976. Ειδικεύτηκε στη Χειρουργική στο Αρεταίειο Νοσοκομείο της Αθήνας. Τον Νοέμβριο του 1986, κατόπιν εξετάσεων του χορηγήθηκε ο τίτλος της ειδικότητας της Γενικής Χειρουργικής, ενώ το 1989 η Ιατρική Σχολή Αθηνών τον ανακήρυξε Διδάκτορα με βαθμό “Άριστα”. Έχει εργασθεί σε διάφορα νοσοκομεία στην Ελλάδα και το εξωτερικό και έχει δημοσιεύσει αρκετές επιστημονικές εργασίες σε διάφορα περιοδικά. Τα τελευταία χρόνια εργάστηκε ως Διευθυντής Χειρουργικής στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ηρακλείου. Παράλληλα ασχολείται με την ιστορία της ιατρικής, τον πολιτισμό και τη λαογραφία άλλων λαών, ενώ παράλληλα ταξιδεύει αρκετά σε διάφορα μέρη του κόσμου. Το συγγραφικό του έργο εστιάζεται σε πέντε, κυρίως, ενδιαφέροντα. Την ιστορία της ιατρικής,την ταξιδιωτική λογοτεχνία, την αφροαμερικανική ιστορία και πολιτισμό, την αρθρογραφία και την βιβλιοκριτική. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε πολλές εφημερίδες και έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά.