ΕΛΕΓΕΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΧΑΜΕΝΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ (με αφορμή τον χαμό ενός αδερφού). Γράφει ο Αρποκράτης
Και απέμεινα μόνος, εγώ, τώρα, να φτερουγίζω σαν κουκουβάγια, σε ένα άδειο σπίτι, πετώντας αδέξια απο δωμάτιο σε δωμάτιο και πασχίζοντας να μην ξεχνώ να θυμιατίζω τις φωτογραφίες σου.
Γιατί δεν μπόρεσα να σου προσφέρω τίποτα αδερφέ μου, παρά μόνο να σου σκουπίσω, στο τέλος, δυό δάκρυα απο τα άψυχα μάτια σου, όταν το κορμί σου κείτονταν παγωμένο πάνω στο ψυχρό κρεβάτι ενός νοσοκομείου των Αθηνών.
(Παράπλευρες απώλειες, σκέφτηκα, μιας επιστήμης που αξιώνει να λέγεται “ιατρική”, αλλά που, τελικά, σαν επιτομή της σοφίας της,“δεν έχει λόγια να μου πεί” για να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα, ανήμπορη καθώς είναι να δεί τον άνθρωπο σαν κάτι άλλο, απο μιά καλολαδωμένη μηχανή)
Και γυρίζω, τώρα, το κεφάλι μου, τις νύχτες, θωρώντας τα μοχθηρά αστέρια σ’αυτόν τον σκληρό ουρανό, να μου τρυπούν με τις καθάριες ακτίνες τους την καρδιά μου και να μου λένε τις φρικτές τους αλήθειες:
“Γιατί, μας θωρείς τώρα, όν της γης;
Εσείς οι άνθρωποι, δεν είστε, που αγωνίζεστε στον όποιο χρόνο σας έχει δοθεί, πως να γρατσουνάτε με τα νύχια σας, ο ένας τον άλλον, πως να προσπαθείτε να ματώνετε ο ένας τον άλλον;
Γιατί, ποιά ικανοποίηση θα έχετε, εάν δείτε τον άλλον, να κραυγάζει, νικημένος, βγάζοντας εκείνη την ίδια κραυγή που βγάζετε κι εσείς, όταν γεννιόσαστε, όλοι σας, μέσα σε αίματα και αγωνίζεστε να πάρετε την πρώτη σας αναπνοή;
Εσείς, δεν είστε, πάλι, που θεοποιήσατε τους πρώτους και μεγάλους σας φόβους, τις πρώτες και μεγάλες σας ελπίδες και τα βάλατε όλα αυτά σε κρυστάλλινους θρόνους, πάνω απο κάθε ουρανό, να σας θωρούν απο ανυπολόγιστα ύψη;
Και να περιμένουν, πότε, εμείς τα άστρα, θα ρθούμε στις κατάλληλες γωνίες, για να επιστρέψουν σε εσάς; Κι εσείς, με τη σειρά σας, να ανεβείτε σε αυτά;
Μάταια όντα, όλοι σας, που αγωνίζεστε να ξεφύγετε απο τον κύκλο του “θατέρου” για να βρείτε καταφύγιο στον κύκλο του “ταυτού”, πάντα με την αγωνία πως να αποτινάξετε απο πάνω σας την κατάρα της ετερότητας. Ξεχνώντας, πώς τον τελευταίο λόγο, τον έχουμε μόνο εμείς τα άστρα και εμείς, θα συνεχίζουμε για ατέλειωτους κύκλους, ακόμα, να στροβιλιζόμαστε καρφωμένα στις σφαίρες μας”.
“Να, κοίτα εσύ, τώρα, αυτήν την παλιά φωτογραφία.
Δεν αναγνωρίζεις τον εαυτό σου, που σαν σε μια άλλη ζωή, μικρό παιδάκι ακόμα, κρατούσες σφιχτά το χεράκι του μικρού σου αδερφού, ντυμένοι κι οι δυό σας με τα καθάρια ρουχαλάκια σας και κρατώντας στο άλλο σας χεράκι το αγαπημένο σας κουρδιστό κουνελάκι;
Όπως εσύ, μετά απο χρόνια, πάλι, κρατούσες σφιχτά το άψυχο, αυτή τη φορά, χέρι του ίδιου αδερφού, καθώς
αυτός κείτονταν σε κείνο το κρεβάτι του νοσοκομείου, παρακαλώντας τον με δάκρυα στα μάτια, να ξαναγύριζε κοντά σου; Να μην σε εγκατέλειπε, τόσο πρόωρα;
Πως πέρασε τόσος χρόνος, χωρίς να το καταλάβεις; Χωρίς να προκάμεις;Χωρίς να μπορέσεις να ψελίσεις έναν τελευταίο λόγο, κάτι σοφό, ίσως, κάτι με νόημα; Αλλά όχι, εσύ μόνο έμεινες άφωνος και απορημένος.
Όπως έμεινες άφωνος και απορημένος, όταν, μικρός ακόμα στο σχολείο, γοητεύτηκες την ώρα του μαθήματος, απο μια μεγάλη πεταλούδα που πετούσε έξω απο το παράθυρο, αντί να πρόσεχες στο μάθημα και για τιμωρία, η σεβαστή σου δασκάλα σου κόλλησε απο τότε,τη ρετσινιά του “κοιμισμένου”, μπροστά σε όλα τα παιδιά.
Μικρός ήσουν πάλι, όταν, πρωί – πρωί, στο δρόμο για το σχολείο, έβλεπες πάντα με άφωνο θαυμασμό τις δροσοσταλίδες της πάχνης, πάνω στα καταπράσινα φυλλαράκια, σαν μικρά διαμάντια να λαμπυρίζουν.Στενοχωρημένος κατάλαβες ότι, δεν θα μπορούσες ποτέ να τις κάνεις δικές σου, αφού αυτές χάνονταν μέσα απο τα δαχτυλάκια σου.
Κι όταν, μιά φορά είδες ένα κάτασπρο μπαλόνι που κολυμπούσε στον ουρανό, να κατεβαίνει κοντά σου, φτερούγισε η καρδούλα σου απο μια άγρια χαρά.
Ή μήπως, δεν απορούσες με το θαύμα πως παιχνίδιζαν οι ακτίνες του πυρωμένου ήλιου που έδυε, πάνω στις κορφές απο τα στάχυα, σε κείνο το χωράφι που έπρεπε να διασχίζεις; Σαν μια φωτιά που έβγαζε σπίθες και τριζοβολούσε μπροστά σου έμοιαζε.
Και κάποτε έκλαψες, όταν είδες τα άλλα παιδιά, να χτυπούν με τις σφεντόνες τους τα μικρά πουλάκια, έτσι για χαιρέκακη διασκέδαση και δεν θέλησες να τα ξανακάνεις παρέα πια.Γιατί κάτι είχε ραγίσει μέσα σου και γεύτηκες την πρώτη πίκρα αυτής της ζωής, που εμείς τα αστέρια έχουμε φυλάξει ζηλότυπα στα κιτάπια μας για τον καθένα σας”.
“Πάντα πίστευες στη μαγεία. Της είχες δώσει την καρδιά σου απο μικρός, απο τότε που υποψιάστηκες ότι ίσως μπορούν, με κάποιο τρόπο, τα όνειρα να βγούν μέσα απο τη νύχτα και να απαιτήσουν να ζήσουν στο φώς της ημέρας.
Για χάρη των απλών πραγμάτων, των απλών ζωών, έλεγες, που θέλουν να χαρούν την ίδια τους την ύπαρξη: μιά πασχαλίτσα, ένα πουλάκι, τα ζουμπούλια στον κήπο του σπιτιού σας, που σε ζάλιζαν με το άρωμά τους, η κλαίουσα που ανέμιζε τα μακριά της λεπτεπίλεπτα κλωνάρια, παίζοντας με το ανοιξιάτικο φώς και με σένα να πασχίζεις, μέσα στην παιδική σου αφέλεια, να τα πιάσεις, τρέχοντας γύρω-γύρω απο το δέντρο, οι κοτούλες σας στο μικρό τους σπιτάκι, τα περιστέρια που φτερούγιζαν πάντα ανήσυχα…..
Γιατί είχες δεί τον κόσμο των μεγάλων όπως είναι, ένα σκληρό μέρος να ζεί κανείς, λουσμένο σε αυτό το
παγερό και αδυσώπητο φώς ενός ατέλειωτου χειμώνα που πλάκωνε την ψυχή. Γι’αυτό και θέλησες να τον δείς να βουλιάζει, να κάμπτεται κάτω απο τη θέλησή σου.
Λοιπόν, δεν ήταν αληθινό, όταν στο σχολείο, έτριβες στην τσέπη σου το μαγικό σου κουμπί κι ευχόσουν ολόψυχα, να πηγαίνατε εκδρομή την ημέρα που ήθελες; Και πράγματι, πηγαίνατε εκδρομή; Γιατί δεν είχες μάθει καλά “απ´εξω κι ανακατωτά” το μάθημα και έτρεμες το κύριο δάσκαλό σου, μη σε μαλώσει και σε προσβάλει μπροστά στα άλλα παιδιά. Αλλά, ευτυχώς, “τη γλίτωνες”.
“Ήπι – ήπι- ούμε, σας ευχαριστούμε”, φωνάζατε όλοι μαζί στους δασκάλους σας, για να τους ευχαριστήσετε, που σας κάνανε τη χάρη.
Και μετά, στα καλοκαίρια, στο εξοχικό της γιαγιάς, που το έφτιαξε, λίγο-λίγο, με χίλιες στερήσεις απο τη συνταξούλα της και σαν το σπίτι “της κυρα-Ευτυχίας, της δασκάλας” το ξέρανε όλοι,…μάλιστα… “της κυρα-
Ευτυχίας”, έστω κι αν λίγη, μόνο, ευτυχία, γεύτηκε στη ζωή της,…
θυμάσαι πως πρωϊ-πρωί, βιαστικά τέλειωνες το γεύμα και κατόπιν έτρεχες μαζί με τον αδερφό σου, πιασμένοι χέρι με χέρι, να βρείτε τα ξαδέλφια σας για να περιπλανηθείτε μέσα στο πλατανόδασος;
Θέλατε να μαζέψετε φτέρες για να φτιάξετε τις μικρές σας καλύβες στο δάσος.
Ή, για να σκαρφαλώσετε στα πλατάνια και να κάνετε εκεί τις δικές σας φωλιές.Να κρυφτείτε απο τον κόσμο των μεγάλων, που μόνο άγριες φωνές ήξεραν να βγάζουν.
Και μετά , κατηφορίζατε κατά το ρέμα, ν’αναποδογυρίσετε καμμιά πέτρα, μήπως και βρίσκατε κανένα απο αυτά τα παράδοξα τέρατα, τα καβούρια, για να παίξετε μαζί του.
Και πόσο σου άρεσε, κάποιες φορές, σε ένα τενεκεδάκι, πάνω στη φωτιά, να ανακατεύεις χαρούμενος τα μαγικά σου υλικά, για να φτιάξεις κάτι θαυμάσιο απ’αυτά: λίγα χόρτα, με λίγη αμμωνία, με λίγο απορρυπαντικό πιάτων, με λίγη οδοντόκρεμα… με λίγη πίστη….et voila !!! Έτοιμο το μαγικό σου φίλτρο.
Με αυτό το τενεκεδάκι, κυνηγούσες τα άλλα παιδιά, για να τα μεταμορφώσεις σε κάτι άλλο απ’αυτό που έβλεπες.”Μη φεύγετε”, φώναζες γελώντας, “ελάτε εδώ, γιατί φοβάστε;”
Αλλά τελικά, εσύ ήσουν αυτός που με τα χρόνια, αφήσες την ίδια τη ζωή να σε πιάσει, να σε παγιδέψει μέσα στα δίχτυα της και να σε μεταμορφώσει σε κάτι άλλο απ’αυτό που ήθελες, στα τόσο ζωντανά όνειρα της παιδικής σου ηλικίας”.
“Θυμάσαι, ακόμα, όταν μετά το πρώτο σκληρό χτύπημα της μοίρας που σας στέρησε πρόωρα τον μπαμπά σας, πως σου έμαθε η ζωή, σιγά-σιγά, να σκληραίνεις κι εσύ την καρδιά σου; Ενάντια σ´ενα κόσμο χαιρέκακο;
Έλεγες, ποτέ ξανά δεν θα άφηνες τον κόσμο να σε πληγώσει. Ποτέ ξανά! Κι αφού, στο παρελθόν, τα παιδιά της ηλικίας σου, δεν καταδέχονταν να μεταμορφωθούν απο τα μάγια σου, αφέθηκες εσύ να μεταμορφωθείς, αυτή τη φορά, σε πέτρα με κοφτερές γωνίες. “Ας πέσουν τώρα όλοι οι άλλοι, πάνω μου”, είπες. “Θα κοπούν και θα
ματώσουν”.
Γιατί δεν πρόκαμες και τότε, δεν πρόλαβες να τον χορτάσεις κι αυτόν τον μπαμπά σου. Μόνο κάτι αχνές φωτογραφίες του σου έχουν μείνει, με μια χαρακτηριστική, με το αιώνιο τσιγάρο να κρέμεται στο στόμα του και
να σε πιάνει (στοργικά, ίσως;) απο τους μικρούς σου ώμους . Και σύ, να ανυπομονείς, πότε θα τελείωνε η φωτογράφιση μαζί του, για να σε πιάσει απο το χέρι και να σε πάει να δείς τα παγώνια στο Αλκαζάρ.
Κι αυτά, τι άτιμα πλάσματα που ήταν, να θέλουν, κάθε φορά, να σου αντιγυρίζουν τα δικά τους σκοτεινά μάτια, όταν εσύ, έκπληκτος, τα κοιτούσες με τα πελώρια δικά σου ! Τι ήθελαν να σου αποκαλύψουν άραγε και σε κοιτούσαν έτσι, με χίλια χρώματα; Τι καλά που θα ήταν, αν μπορούσες να δείς ή έστω να φανταστείς, το μέλλον που σε παραμόνευε μέσα απο το τρεμούλιασμά τους!
Κάπου εκεί, μέσα στο πάρκο, ήταν και ο αδεφός σου, που αγωνίζονταν να κόψει ένα μεγάλο, για το μπόϊ του, λουλούδι. Και σύ έτρεξες, τον πήρες απο το χέρι (αυτό σου είπαν, ήταν πάντα, το δικό σου καθήκον, σαν μεγαλύτερος) και τον έφερες κοντά στον μπαμπά σας.
Ζήλεψες, όμως μιά φορά, όταν είδες ότι τον πρόσεχαν περισσότερο απο σένα. “Τι το θέλουμε αυτό το παιδί; φώναξες. “Να το κλείσουμε στο κοτέτσι”. Και προτού σε πάρουν στα σοβαρά, έπιασες τον αδερφό σου και τον έκλεισες μαζί με τις κότες.
Δεν ξέχασες, πόσο σε μάλωσαν. Και τι δεν θα έδινες, τώρα, να μην γινόταν ποτέ αυτό!
Όμως, δεν αγάπησες αρκετά τον αδερφό σου. Δεν θέλησες να τον προστατέψεις αρκετά. Γιατί ποτέ δεν του συγχώρησες, που αφέθηκε στην ευαλωτότητά του.
Δεν μπόρεσες να καταλάβεις, άλλωστε, γιατί άφηνε πάντα τον κόσμο να τον πληγώνει, να του στραπατσάρει τα όνειρά του, ακόμη και μεγάλος, σε αντίθεση με σένα που έμαθες, βήμα-βήμα, μεγαλώνοντας, να παίζεις καλά το παιχνίδι της υποκρισίας, όταν δεν ήταν πάντα συνετό να προβάλλεις σαν μια πέτρα με κοφτερές γωνίες.
Κι έτσι, κατά τη γνωστή σου αντίδραση, έμεινες για πάντα απορημένος και άφωνος, με την κατάστασή του”.
“Τι κι αν μάζεψες, τόσους τόμους αρχαίας σοφίας στην βιβλιοθήκη σου;
Μήπως αυτοί, μπόρεσαν να λυγίσουν τον ίδιο τον χρόνο; Μόνο τα δικά σου μάτια έκαναν πιο σκοτεινά, τα όνειρά σου πιο ανήσυχα, τον ουρανό πιο βαρύ, να σε δυσκολεύει ν’αναπνεύσεις.
Τι κι αν εδώ και χρόνια, βασανίζεις με αναρίθμητους τρόπους τους λεξαρίθμους σου, μοχθώντας να τους αναλύσεις στα βασικά τους άλατα; Ν’ανακαλύψεις τα arcana τους;
Το τελικό τους μυστικό, έχει τον τρόπο του να ξεφεύγει απο τα αδιάκριτα βλέμματά σας, των θνητών. Τι κι αν ο σοφός Τριθέμιος, σου ψιθύρισε κάποτε, τα ονόματα των μεγάλων αγγέλων;
Οριφιήλ και Αναήλ, Ζαχαριήλ,Ραφαήλ, Σαμαήλ, Γαβριήλ και Μιχαήλ…..
Πως θα μπορούσαν αυτά τα υψηλότατα όντα, που ορίζουν τις δικές μας σφαίρες των άστρων, βυθισμένα καθώς είναι, μέσα στις απύθμενες σκέψεις τους, να καταδεχτούν ν’ασχοληθούν με τις ταπεινές σας υποθέσεις, τις ασήμαντες μικρές σας ζωές; Τα απασχολούν μόνο οι πολλές εκατονταετίες, τα χιλιάδες χρόνια των σχεδίων τους.
Κι ας επαναλάμβανες μονότονα, σαν ένα νέο ξόρκι: De septem Secundeis… De septem Secundeis…, μήπως κι
έρχονταν η προσωπική σου αποκάλυψη, μαζί μ’εκείνη όλου του κόσμου.
Ή μήπως, τελικά, σου ηρθε η πολυπόθητή σου αποκάλυψη; Μέσα απο τη μοίρα του ίδιου σου του αδερφού;
Κι απ’ότι φαίνεται, δεν τολμάς να παραδεχτείς την μεγάλη αλήθεια: ότι η ψυχή είναι μόνο μια πνοή αέρα, που όταν θελήσει να δραπετεύσει απο αυτό το πήλινο σκεύος, θα το θραύσει και κανείς και τίποτα δεν θα μπορέσει να την φυλακίσει.
Γιατί η ψυχή λαχταρά να ξαναγυρίσει στον ωκεανό του Μηδενός και κολυμπώντας στα βάθη του να ανακαλύψει τον σπόρο του Ενός. Να ξαναενωθεί μαζί του ορέγεται και να διαλυθεί, έτσι, στο κορμί του ανυπόμονου Παντός.
Θα περάσει, λοιπόν καιρός μέχρι να χωνέψεις το μάθημά σου και να μπορέσεις να ξαναδείς τον αδερφό σου, μέσα σε κάθε αβίαστο χαμόγελο παιδιού, σε κάθε τιτίβισμα πουλιού, σε κάθε βουητό εντόμου στον αέρα, σε κάθε τρέμουλο ανεμώνης στον άνεμο, στην ίδια τη μυρωδιά της γής μετά απο μια ανοιξιάτικη βροχή, στο φώς του ήλιου μέσα απο τις παιχνιδιάρικες κλαίουσες (σαν εκείνη τη μιά, στο παλιό, πατρικό σας σπίτι), σε όλα αυτά που, σαν γλυκύς περισπασμός, αγωνίζονται να σε ζαλίζουν, σπαρταρώντας αχόρταγα ολόγυρά σου.
Και ίσως, τότε, να καταφέρεις επιτέλους, να μαγέψεις όλο τον κόσμο και να τον κάνεις, θέλοντας και μη, να γυρίσει πίσω, στην ανεμελιά της πρώτης σου ζωής.
Μέχρι τότε, όμως, θα σκέφτεσαι οτι:
ο χρόνος σου πέρασε και γλίστρησε μέσα απο τα χέρια σου, σαν καθάριο νερό που θέλησες να το φυλακίσεις στις χούφτες σου.
Και, πράγμα ειρωνικό, για χαρά έχεις, πλέον τώρα, αυτή τη σύνταξη που το κράτος, αναγνωρίζοντας την μακρά και “ευδόκιμο”υπηρεσία σου, καταδέχτηκε να σου απονείμει, σαν παρηγοριά.
Τώρα, όμως, που κοιτάζεις στον καθρέφτη, δεν αναγνωρίζεις αυτό το γκροτέσκο κεφάλι με τα λιγοστά μαλλιά. Γιατί απέμεινες μόνος πια, να φτερουγίζεις σαν κουκουβάγια, σε ένα άδειο σπίτι, πετώντας αδέξια απο δωμάτιο σε δωμάτιο και πασχίζοντας να μην ξεχνάς να θυμιατίζεις τις φωτογραφίες του αδερφού σου”.