• Δεν υπάρχουν προϊόντα στο καλάθι
ΚΟΡΥΦΗ

To υπέροχο ταράζει, το Ωραίο γοητεύει. Γράφει ο Μάνος Μαυροπαλιάς

Ο Γκουστάβ Άσενμπαχ, πρωταγωνιστής στο έργο του Τόμας Μαν με τίτλο ‘’Ο Θάνατος στην Βενετία’’ μας δίνει την εικόνα του πλήρως καταξιωμένου πνευματικού ανθρώπου. Πασίγνωστος, μεγαλωμένος μέσα στην αστική ευγένεια και στον καθωσπρεπισμό και εξαιρετικά πειθαρχημένος και προσκολλημένος στην δουλειά του. Στην ζωή του δεν του έλειπε τίποτα το υλικό, είχε το δικό του σπίτι, το δικό του εξοχικό, και πήγαινε τακτικά ταξίδια καθώς είχαν σημασία υγειονομικού μέτρου όπως ο ίδιος αναφέρει. Τελειομανής με το έργο του, ένας άνθρωπος που φαινομενικά μοιάζει σαν να τα έχει όλα: χρήματα, κύρος, καλλιέργεια, παραμένει όμως, εξόριστος στην από τα πιο ζωογόνα συστατικά του ανθρώπου. Όχι επειδή δεν είχε πραγματική πρόσβαση στον έρωτα και την ομορφιά, καθώς το πρόβλημα έγκειται στον τρόπο με τον οποίο είχε την δυνατότητα να πλησιάσει. Η ποίηση για αυτόν ήταν η δίοδος στα φωτεινότερα σύμπαντα, ο ρυθμός των λέξεων τα βαλς των χαμένων ονείρων, ωστόσο, η χρησιμότητα της έτεινε περισσότερο στην αισθητική παρά στο βίωμα. Δηλαδή, ο Γκουστάβ Άσενμπαχ έγραφε προκειμένου να υλοποιήσει την έλλειψη του μέσω της τέχνης αγγίζοντας την επίτευξη του καλαίσθητου.
Ουσιαστικά, το κενό που αισθάνεται ο Γκουστάβ και προσπαθεί να γεμίσει μέσα από την γραφή αδυνατεί ατέρμονα πίσω του επιστρέφει. Στην πραγματικότητα, η τέχνη γίνεται τρόπος διαχείρισης – ασφαλής προς την απόλυτη έκθεση στο βίωμα, ελλιπής ως προς τον πυρήνα της επιθυμίας, που είναι η απόλυτη εμπειρία. Ακόμα και το μέσο που κατέχει ως υπόκωφη φυγή προς το άγνωστο, έχει ευνουχιστεί από το ίδιο το Εγώ του. Κάτι που και ο ίδιος του ξέρει, για αυτό και η εκρηκτική παρόρμηση που έχει για να ταξιδεύει, η ίδια του η αυτοσυντήρηση τον επιτάσσει να φεύγει, να φεύγει μακριά ώστε να κυνηγήσει αυτό που ποτέ του δεν θα έχει.
Άλλωστε η επιθυμία δεν αγγίζει ποτέ την πληρότητα, μήτε έχει κάποιο συγκεκριμένο αντικείμενο που περιμένει να αποκτηθεί για να πάψει να υπάρχει. Η ενόρμηση να αντικρίσει και να αγγίξει το Ωραίο είναι η κινητήρια δύναμη προς την ζωή και την τέχνη του, με τη διαφορά πως ο ίδιος του μονάχα το αναπαράγει και δεν το βιώνει.
Η αιτία του κλονισμού του Γκουστάβ, το συμβάν που έπεσε σαν γκιλοτίνα και έκοψε την οποιαδήποτε εικόνα και σχέση είχε χτίσει γύρω από τον έρωτα και το υπερβατικό, ήταν η συνάντηση με τον δεκατετράχρονο Τάτζιο. Κατά την διάρκεια της ανάγνωσης, με την αποκάλυψη της ηλικίας του παιδιού πιθανότατα να διαχυθεί ένα αλλόκοτο συναίσθημα – ωστόσο, ο Μαν πολύ σκόπιμα μετουσίωσε το αντικείμενο της επιθυμίας στην μορφή αυτού του νεαρού εφήβου. Ο Τάτζιο, πρόκειται για την πιο σκληρή αντίφαση απέναντι σε αυτόν τον σκλητράχηλο χαρακτήρα που έχει δομήσει ο Γκουστάβ ανά τα χρόνια. Μία προσωπικότητα που εν τέλει αποδεικνύεται πόσο ρευστή μπορεί να γίνει μπροστά στο απρόσμενο, το απροσδόκητο, τούτο που την απογυμνώνει.
Εντός του κατακερματισμού του, ο Τάτζιο αποκαλύπτει κάτι κομβικό για τον πρωταγωνιστή μας: από την ήδη υπάρχουσα ανημποριά που ο ίδιος έχτιζε συνειδητά εξουσιασμένος από το πλασματικό εγώ του, αυτό για το οποίο είναι μονάχα ικανός να κάνει είναι παραμένει ένας ακόμη θεατής. Όσο σμιλευμένα κι αν είναι τα κείμενα του, όσο υψηλού επιπέδου να είναι η γραφή και η σκέψη του, δεν παύει να είναι ανίσχυρος στο απτό. Ο Άσενμπαχ συγκρότησε μια τόσο αυστηρή σχέση με τις μορφές, τους κανόνες και την ταυτότητά του, ώστε η συνάντηση με κάτι που δεν μπορεί να ενσωματώσει σε αυτή τη δομή αποσταθεροποιεί το ίδιο το υποκείμενό του. Κλειδώνοντας καλά την πόρτα του κελιού του σε υπερβατικά ως προς αυτόν ενδεχομενικά συμβάντα. Ποτέ δεν τραβούσε την επιθυμία του κοντά, μονάχα χορογραφούσε το τανγκό μέσα από τις λέξεις, εξού και η αδεξιότητα του προς την προσέγγιση του Τάτζιο.
Το τέλος της Έκθεσης
Στην πραγματικότητα, τα χαρακτηριστικά της ψυχοσύνθεσης του Άσενμπαχ δεν είναι και τόσο ιδιαίτερα. Όλοι οι άνθρωποι γαλουχούμαστε μέσα σε συγκεκριμένες δομές, σύνολα κανόνων που ρυθμίζουν καθοριστικά το δικό μας Εγώ. Υποκείμενα φτιαγμένα και διχασμένα από και εντός της γλώσσας. Ιδίως σε μια εποχή όπου η ατέρμονη κατανάλωση εικόνας είναι μέρος της καθημερινότητας, το ίδιο το ωραίο εμπορευματοποιείται και καταναλώνεται συνεχώς υπό την μορφή περιεχομένου. Όσο η κατανάλωση των εικόνων γίνεται η κύρια μορφή επιθυμητής προσέγγισης, τόσο περισσότερο ακόμη και η ίδια η παρατήρηση αποστασιοποιείται. Ταυτόχρονα, η ίδια εμπειρία του βιώματος βραχυκυκλώνεται καθώς περιχαρακώνεται στον ασφαλή ατομοκεντρισμό.
Ακόμα και στην περίπτωση του Άσενμπαχ, η ασφάλεια του συμπεριλαμβάνει δύο ανθρώπους, υπάρχουν διάχυτα όλα τα αντανακλαστικά συναισθήματα που προκύπτουν από το χτυποκάρδι μιας άγουρης πρώτης συνεύρεσης και επαφής. Αγχώνεται, ονειρεύεται, στοχάζεται, η ίδια του η ρουτίνα πρακτικά εξαρτάται από το που βρίσκεται o Tάτζιο. Ο Άσενμπαχ μπορεί να μην βουτάει στα κύματα του υπερβατικού, ωστόσο εξακολουθεί να διασώζει μέσα από την έκθεση την υποταγή του στο υπέροχο – εξού και όλο αυτό το συνονθύλευμα στοχασμών εμποτισμένων με την ερωτική αγωνία. Κι ας μην εκτέθηκε ποτέ πλήρως μπροστά στην ομορφιά.
Στην εποχή που η έκθεση είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μας, πλέον συγκροτείται από διαφορετικά γνωρίσματα και όρους. Κυρίως, από την προστασία της οθόνης και το δηλητήριο που έχει σπείρει ο νέο φιλελευθερισμός, αυτή η ασπίδα δειλίας. Από την τραγικότητα του Άσενμπαχ εξαιτίας του φόβου της πλήρως έκθεσης, έχουμε περάσει σε μια ‘’φάρσα’’, όπως έλεγε και ο Ζίζεκ. O χαρακτήρας μας ζει μια τραγωδία επειδή ο φόβος γεννιέται από την εισχωρεί του δέοντος απέναντι στο υπέροχο. Από την άλλη εμείς, σκοντάφτουμε στην ‘’φάρσα’’ της οικειοθελούς περιχαράκωσης. Τούτη είναι η θλιβερή μας διάκριση εντός της ομοιότητας του κοινού φόβου απέναντι στην έκθεση.
Η έννοια της επιθυμίας έχει μετατραπεί σε μια κατάσταση λιβιδινικής οικονομίας, όπου η αλληλεπίδραση φετιχοποιείται σε ψηφιακά μετρήσιμο εμπόρευμα, αποκτώντας συνεπώς την δική της ανταλλακτική αξία. Τρομάζουμε με την ιδέα να ‘’δώσουμε παραπάνω’’ απ’ ότι παίρνουμε, η υποταγή του εαυτού μπροστά σε ένα συλλογικό πλαίσιο θεμελιωμένο από έναν άλλο Λόγο, αξίες, προτεραιότητες και όνειρα που στο νεοφιλελεύθερο υποκείμενο φαντάζει ως σύνθλιψη του εαυτού, ή με αδυναμία χαρακτήρα.
Δίχως να αντιλαμβάνεται πως το να επωμιστείς τα στοιχεία που πλέκουν αυτό το απάνθρωπο ψηφιδωτό είναι ουσιαστικά η μόνη πραγματικά εύκολη λύση. Αδυναμία είναι ο φόβος μην σπάσει η εικόνα του φαντασιακού εαυτού που έχουμε πλάσει από ανασφάλειες μήπως και εκτεθούμε ποτέ πραγματικά – κι αν έρθει όμως αυτή η ώρα, τι θα έχει απομείνει από τον άνθρωπο να εκδηλώσει;

 

 

Ονομάζομαι Μάνος Μαυροπαλιάς και είμαι μεταπτυχιακός φοιτητής

Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Tilburg στην Ολλανδία.

Η ερευνητική μου δραστηριότητα επικεντρώνεται στη

σύγχρονη γαλλική φιλοσοφία και την ψυχανάλυση