• Δεν υπάρχουν προϊόντα στο καλάθι
ΚΟΡΥΦΗ

«Τα δομικά υλικά του έρωτα, της ποίησης και της επανάστασης» (του Ν.Γ. Λυκομήτρου). «Δευτερολογία», Εκδόσεις Πικραμένος, 2022

«Τα δομικά υλικά του έρωτα, της ποίησης και της επανάστασης»

(του Ν.Γ. Λυκομήτρου)

 

 «Δευτερολογία», Εκδόσεις Πικραμένος, 2022

 

[ISBN: 978-618-84886-6-3]

 

Τρία χρόνια μετά την παρθενική της εμφάνιση στα γράμματα με την ποιητική συλλογή «Ασυμφωνία Τύπου Ξι» (Εκδόσεις Πικραμένος, 2019) η Βαρβάρα Χριστιά μάς παραδίδει τη νέα της συλλογή, η οποία φέρει τον εύλογο τίτλο «Δευτερολογία».

Το εναρκτήριο ποίημα «Πάνδημη σιωπή» (σελ. 7) προδιαγράφει το πλαίσιο εντός του οποίου σκοπεύει να κινηθεί η Χριστιά. Πρόκειται για στίχους με έντονη κοινωνική ευαισθησία που αντανακλούν τη ατμόσφαιρα της εποχής. Οι ποιητές σωπαίνουν, όντας βυθισμένοι «στην ιλύ/των εκβολών του Έβρου,/με διδυμότειχα ακροδάχτυλα/σε εικονικές σκανδάλες περασμένα», ενώ στο αρχιπέλαγος «ηχούν μονάχα συριγμοί/από παιδιάστικα πνευμόνια». Στον καιρό της πανδημίας «σιωπούν,/γερνούν». Η ποιήτρια καυτηριάζει την ανάλγητη μεταναστευτική πολιτική του κράτους, που οδηγεί τους πρόσφυγες/τις προσφύγισσες και τους μετανάστες/τις μετανάστριες στον θάνατο, στην προσπάθειά τους να εισέλθουν στη χώρα είτε μέσω των θαλάσσιων είτε μέσω των χερσαίων συνόρων. Με δυνατές εικόνες χτίζει το ποίημα και μεταφέρει στον/στην αναγνώστη/στρια την αγωνιώδη πάλη για μια καλύτερη ζωή. Εν συνεχεία, το ποίημα αναφέρεται στην πανδημία που δημιουργεί ένα αίσθημα διάχυτου φόβου και αναγκάζει ακόμα και τους ποιητές να σιωπούν. Είναι αυτή ακριβώς η πάνδημη σιωπή που προκαλεί τρόμο στο ποιητικό υποκείμενο. Γιατί όταν πια και οι ποιητές σωπαίνουν, συρρικνώνεται η ελπίδα.

Το επόμενο ποίημα της συλλογής με τίτλο «Κοκτέιλ Μολότοφ» (σελ. 8) εισαγάγει μία από τις βασικές θεματικές του βιβλίου, αυτή του έρωτα. Το ποιητικό υποκείμενο αναζητά την κατάλληλη λέξη/φράση για να ολοκληρώσει το ποίημα που γράφει. Επιλέγει το «Κοκτέιλ Μολότοφ», μια φράση εκρηκτική, που ταιριάζει στην ερωτική σχέση που θέλει να περιγράψει. Γρήγορα, όμως, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το έτερον ήμισυ δεν αξίζει ένα «τέτοιο μπαρουτοκαπνισμένο ποίημα». Αποφασίζει, έτσι, να θάψει το ποίημα στην αυλή και, μαζί με αυτό, και το αντικείμενο του πόθου του. Ωστόσο, «εκείνη η λέξη η μολότοφ/δε λέει να λιώσει χρόνια τώρα» και απ’ τον κήπο ακούγονται εκρήξεις. Ο πραγματικός, ο εκρηκτικός έρωτας δεν θάβεται, όσο κι αν το θελήσει κανείς. Πέρα από μια ωδή στον αδάμαστο έρωτα, το ποίημα αυτό είναι παράλληλα κι ένα ποίημα ποιητικής. Όσο κι αν προσπαθεί ο/η δημιουργός να αποκοπεί από την Ποίηση, όσο κι αν πασχίζει να τη θάψει μέσα του/της, αυτή δεν σταματά να εκρήγνυται, όπως ο έρωτας, ακόμα και μέσα από τα έγκατα της γης, ακόμα και μέσα από τα τρίσβαθα της ψυχής.

Με το ποίημα «Κάποιοι νεκροί» (σελ. 11), γραμμένο στις 17 Νοέμβρη 2019, η Χριστιά επιστρέφει στη θεματική του κοινωνικού και πολιτικού προβληματισμού. Αναφέρεται στο ζήτημα της ιστορικής μνήμης και στον τρόπο με τον οποίο οφείλουμε να τιμάμε τους νεκρούς των κοινωνικών αγώνων. Γράφει:

«Κάποιοι νεκροί δεν θέλουν ησυχία.
Δεν θέλουν καντηλέρια κι άσπρα μάρμαρα.
[…]

Κάποιοι νεκροί δεν την αντέχουν την ανάπαυση»

Τι είναι, όμως, τελικά αυτό που θέλουν οι συγκεκριμένοι νεκροί;

«Ζητούν γροθιές σφιγμένες να υψώνονται.
Ζητούν κραυγές
και ουρλιαχτά ψυχής ν’ ακούγονται
φρέσκο γαλβάνι στα ιδανικά που σκούριασαν.
[…]

Κάποιοι νεκροί,
—βαθιά σου κράτα το—
κάποιοι νεκροί, αν ξεχαστούν,
πεθαίνουν» 

Συνεπώς, ο καλύτερος τρόπος για να τιμάμε τους νεκρούς των κοινωνικών και ταξικών αγώνων δεν είναι να τους τοποθετούμε απλώς στα μνημεία από λευκό μάρμαρο αλλά να συμμετέχουμε στους αγώνες της εποχής μας, ενθυμούμενοι τα ιδανικά που τους καθοδηγούσαν στην πάλη τους, έχοντας ως καντήλι τη «φλόγα της ψυχής μας». Διότι, όπως έγραψε και ο Μίλαν Κούντερα στο Βιβλίο του γέλιου και της λήθης (Εκδόσεις Οδυσσέας, 1981), «ο αγώνας του ανθρώπου ενάντια στην εξουσία είναι ο αγώνας της μνήμης ενάντια στη λήθη». 

Τη σκυτάλη, όσον αφορά τους στίχους πολιτικού προβληματισμού, παίρνει το αντιπολεμικό ποίημα που τιτλοφορείται «Οι τα φαιά φορούντες» (σελ. 28-29). Οι πολεμοκάπηλοι «σφάζουν τη γη, την τεμαχίζουν σε λωρίδες» (σελ. 28), «θρησκείες σπέρνουν και φωτιές,/πόλεμο, σύνορα, ομάδες και φατρίες» (ό.π.). Το ποιητικό υποκείμενο στέκεται απέναντι σε αυτή τη στρατηγική του μίσους και των αλληλοσπαραγμών και καλεί τους ανθρώπους να ενωθούν, διαγράφοντας όλα αυτά που τους χωρίζουν:

«Δώστε τα χέρια, μοιράστε το ψωμί,
σβήστε τα σύνορα, τις θάλασσες ενώστε.

Φυτέψτε δέντρα για να δρέψουμε καρπούς
για να χορτάσουν όπου γης οι πεινασμένοι,
να ξεδιψάσουν το νερό οι ταπεινοί
να ξεχερσώσουν οι ψυχές από το μίσος» (σελ. 28-29) 

Μέσα από τους παραπάνω στίχους αναδύεται το πανανθρώπινο μήνυμα της ειρήνης και της αδελφοσύνης, ενάντια στα καταστροφικά σχέδια των κάθε είδους εμπόρων του πολέμου.

Εκτός, όμως, από το να υποδεικνύει τους υπευθύνους για τα δεινά της ανθρωπότητας, η ποιήτρια πηγαίνει και ένα βήμα παραπέρα: υποδεικνύει στο αναγνωστικό κοινό την ευθύνη που του αναλογεί μέσα από το ποίημα «Με τεθλασμένη τη φωνή» (σελ. 34-35). Πρόκειται για ένα ποίημα γραμμένο σε α΄ πρόσωπο, όπου το ποιητικό υποκείμενο προχωρά στον απολογισμό της ζωής του και μετανιώνει για όλα εκείνα που έκανε ή δεν έκανε. Μιλά για τις «σκέψεις [που] σκεύαζ[ε] σ’ επάργυρο κουτί», για τα χέρια που ξοδεύτηκαν σε «χειραψίες λιπαρές», για «τις βολές» που έριξε πειθήνια σε συνανθρώπους και για τη σπουδή του να σαλτάρει πρώτο «απ’ το βαπόρι που μπατάριζε γερτό/…μεσ’ τη σωσίβια λέμβο» (σελ. 34). Στο τέλος του ποιήματος η ατομική αυτοκριτική λαμβάνει τη μορφή της συλλογικής αυτοκριτικής: 

«Μιλώ εγώ, μιλάς εσύ
οι “ως άνθρωποι φερόμενοι” εμείς.
Μα τι να πούμε;
Τη γύμνια της ψυχής μας μαρτυρούμε.

Ας καταδικαστούμε!» (σελ. 35)

Το ποιητικό υποκείμενο αναγνωρίζει τις ευθύνες της γενιάς του και τις αναλαμβάνει με παρρησία, δεχόμενο και τις συνέπειες που αναλογούν σε αυτές. Με «βλέμμα τσιμεντένιο» (σελ. 34) αποδέχεται την καταδίκη του.

Βαρβάρα Χριστιά

Στην πορεία του βιβλίου, η Χριστιά, εκτός από την εξέγερση του Νοέμβρη του ’73, μνημονεύει και τους αγώνες της Εργατικής Πρωτομαγιάς στο ομώνυμο ποίημα («Πρωτομαγιά», σελ. 42). Από την πρώτη απεργία στον ελλαδικό χώρο που πραγματοποίησαν οι καπνεργάτες της Δράμας (1 Μαΐου 1888) και από τον «ματωμένο» Μάη του 1936 στη Θεσσαλονίκη («παλιά καπνά απ’ τη Δράμα/κι απ’ τη Σαλονίκη») έως τα γεγονότα της πλατείας Χέιμαρκετ στο Σικάγο στις 4 Μαΐου 1886 («Απ’ το Σικάγο, απ’ τη Βαστίλη, απ’ το Βραχώρι»), οι εργατικοί αγώνες δεν ξεθωριάζουν από τη μνήμη. Όσο κι αν είναι «δειλά τα χέρια [και] δεν τολμούν να διεκδικήσουν» κι όσο κι αν έχουν αλλάξει οι συνθήκες («με σιγαστήρα οι βολές που σ’ εκτελούνε»), οι νεκροί στέλνουν το μήνυμα του αγώνα στους ζωντανούς («“μην παραδίνεσαι”/ψελλίζει ο Τάσος Τούσης») και αναμένουν την «ανάσταση» του εργατικού κινήματος.

Η θεματική του έρωτα επανακάμπτει στο συγκινητικό ποίημα με τίτλο «Λιωμένο πορτοκάλι» (σελ. 44-45). Το σκηνικό εντός του οποίου κατασκευάζεται το ποίημα είναι μάλλον απρόσμενο για την αφήγηση μιας ερωτικής ιστορίας. «Ανάμεσα σε πάγκους λαϊκής, καφάσια και τελάληδες», το ποιητικό υποκείμενο συναντά μετά από «τριάντα έτη συναπτά» τη νεανική του αγάπη. Ο πανδαμάτωρ χρόνος έχει αφήσει το σημάδι του πάνω στη γυναίκα («χέρι σε στάση ξύλινη/στο πόδι κίνηση συρτή»). Ο έρωτας που άνθισε στα χρόνια της νιότης περνά «μπρος στα μάτια του» για να του θυμίσει όσα έζησε. Για να του θυμίσει πως «εκείνο το σκυφτό κορμί π[ου] ήξερε να δίνει και να δίνεται» έχει λυγίσει πια. Ούτε, όμως, κι αυτός έχει μείνει ανέγγιχτος από το πέρασμα του χρόνου («λιωμένο πορτοκάλι πια—/έκλαψε γοερά για τη χαμένη νιότη», σελ. 45). Η Χριστιά σκηνοθετεί μια ωδή στον χαμένο έρωτα μέσα στη βουή της λαϊκής αγοράς και δημιουργεί στο αναγνωστικό κοινό αυθεντική συγκίνηση με τα πλέον ταπεινά μέσα. 

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει να γίνει στο ποίημα «Εκτός ύλης» (σελ. 60). Πρόκειται για ένα ποίημα ποιητικής, όπως εν μέρει και το «Κοκτέιλ Μολότοφ» που προαναφέρθηκε, στο οποίο η Χριστιά δίνει το λογοτεχνικό της στίγμα:

«Θα σας μιλώ με ποιήματα
από κείνα τα “εκτός ύλης”

εκείνα που διαβάζονται 
από βραχνές φωνές
σ’ υπόγεια κουτούκια,
που νύχτα γράφονται 
σε τοίχους γειτονιάς
και το πρωί
του δήμου η υδροβολή με μένος τ’ αφανίζει»

Η ποιήτρια ξεκαθαρίζει ότι δεν έχει σκοπό να μας παραδώσει εύπεπτα και συγκαταβατικά ποιήματα αλλά ποιήματα που απευθύνονται σε αυτούς «που ’χουν αφύλακτη διάβαση, καρδιά». Και για να κάνει την πρόθεσή της ακόμη πιο διαυγή κλείνει το ποίημα με τους στίχους:

«Θα σας μιλώ με ποιήματα
από κείνα τα “εκτός ύλης”.

Της Κατερίνας τα “λευκά κελιά” (1)
του Ναπολέοντα τους “κόκκινους μπερντέδες”» (2)

Η Χριστιά τοποθετεί τον εαυτό της συνειδητά δίπλα στις αντισυμβατικές ποιήτριες (Κατερίνα Γώγου) και δίπλα στους αιρετικούς ποιητές (Ναπολέων Λαπαθιώτης). Δηλώνει ευθαρσώς ότι η ποίησή της δεν ανήκει στα λογοτεχνικά σαλόνια αλλά στα κουτούκια «που τ’ αφουγκράζονται άνθρωποι/κατάστικτοι από πληγές».

Το βιβλίο ολοκληρώνεται με το ποίημα που τιτλοφορείται «Δυσκολία» (σελ. 62). Στο σύντομο αυτό πόνημα (αποτελείται από τέσσερις μόλις στίχους) επανέρχονται οι επαναλαμβανόμενες μέσα στη συλλογή θεματικές της Ποίησης και του Έρωτα. «Η πρώτη και η τελευταία» λέξη είναι αυτές που δυσκολεύουν το ποιητικό υποκείμενο στις λογοτεχνικές και στις ερωτικές του απόπειρες. Η Χριστιά παρομοιάζει την έναρξη μιας γνωριμίας με την εναρκτήρια διαδικασία για τη συγγραφή ενός ποιήματος και το κλείσιμο ενός ποιήματος με το τέλος μιας σχέσης. Ποίηση και Έρως τέμνονται και ακολουθούν την ίδια πορεία. Η συλλογή ολοκληρώνεται με μια κατάθεση ψυχής που δημιουργεί προβληματισμό στον αναγνώστη/στην αναγνώστρια και του/της αφήνει χώρο να αναλογιστεί τι ισχύει στη δική του/της περίπτωση.

Εν κατακλείδι, με τη δεύτερη ποιητική της συλλογή, η Βαρβάρα Χριστιά θεμελιώνει την παρουσία της στο λογοτεχνικό στερέωμα. Άλλοτε με ολιγόστιχα και άλλοτε με πιο εκτεταμένα ποιήματα πραγματεύεται τα θέματα του έρωτα και της μνήμης (προσωπικής και συλλογικής), καθώς και θέματα που αφορούν την ποιητική τέχνη. Με γλώσσα φροντισμένη, ενίοτε προτρεπτική και άλλες φορές ρομαντική, προσφέρει στο αναγνωστικό κοινό μια συλλογή μεστή νοήματος και έμπλεη συναισθημάτων.

 

Υποσημειώσεις

  1. Αναφορά στο ποίημα Νο 11 της Κατερίνας Γώγου από τη συλλογή Ξύλινο Παλτό (Εκδόσεις Καστανιώτη, 1982).
  2. Αναφορά στο ποίημα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη «Κ’ έπινα μέσ’ απ’ τα χείλια σου» (δημοσιεύθηκε στο τεύχος 3-4/Μάιος-Ιούνιος 1910 του λογοτεχνικού περιοδικού Ανεμώνη).

Ο Ν.Γ. Λυκομήτρος γεννήθηκε το 1977 στην Αθήνα. Σπούδασε Αγγλική Γλώσσα και Φιλολογία και έκανε μεταπτυχιακό στη Μετάφραση-Μεταφρασεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το 2010 εξέδωσε την ποιητική συλλογή «Ιχνηλάτες του τέλους» (Εκδόσεις Γαβριηλίδης), η οποία την επόμενη χρονιά κυκλοφόρησε σε δίγλωσση έκδοση (ισπανικά-ελληνικά) υπό τον τίτλο “Rastreadores del Fin” (Ediciones Idea), σε μετάφραση και επιμέλεια του ποιητή Mario Domínguez Parra. Τον Μάιο του 2011 δημοσίευσε τον κύκλο ποιημάτων με τίτλο «Θροΐσματα Θανάτου» στο πλαίσιο της μηνιαίας ψηφιακής έκδοσης «Λογοτεχνικά Σημειώματα» (Τεύχος 9), που επιμελείτο ο ποιητής Θοδωρής Βοριάς. Το 2012 εξέδωσε το θεατρικό έργο “Dead End: Μητροπολιτικό ψυχόδραμα σε τρεις πράξεις” (Εκδόσεις Βακχικόν). Διατηρούσε τη στήλη «Ποιήματα και Χίμαιρες» στο fanzine Chimeres (Τεύχη 22-28, 2012-2014), ενώ είναι ο διαχειριστής του ιστολογίου «Ο ήχος της απώλειας». Το 2024 εξέδωσε τη δεύτερη ποιητική του συλλογή με τίτλο «Ο ήχος της απώλειας» (Εκδόσεις Βακχικόν). Είναι μέλος του PEN Greece.