• Δεν υπάρχουν προϊόντα στο καλάθι
ΚΟΡΥΦΗ

Ο δολοφονικός κόσμος των γυναικών στις πρώτες δεκαετίες του προηγούμενου αιώνα στη δυτική ακτή. Γράφει ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης

Ο δολοφονικός κόσμος των γυναικών στις πρώτες δεκαετίες του προηγούμενου αιώνα στη δυτική ακτή

Γράφει ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης

(Raymond Chandler, Αντίο, γλυκιά μου (Farewell, my lovely). Μετάφραση: Ανδρέας Αποστολίδης. Εκδόσεις Άγρα. Μάιος 2021. Αθήνα)

 

Κάπου προς το τέλος του μυθιστορήματος «Αντίο, γλυκιά μου», ο ιδιωτικός ντετέκτιβ Φίλιπ Μάρλοου, βρισκόταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι ενός φτηνού παραλιακού ξενοδοχείου και σκεφτόταν διάφορα πράγματα και καταστάσεις που είχε βιώσει έως εκείνη τη στιγμή: «… τα μάτια ενός νεκρού που κοιτάνε τον ουρανό μια νύχτα χωρίς φεγγάρι και το ξεραμένο αίμα στις άκρες του στόματός του…το πρόσωπο μιας άσχημης γριάς με τσακισμένο κεφάλι στα κάγκελα του κρεβατιού της. Ένα άντρα με λαμπερά ξανθά μαλλιά που φοβόταν χωρίς κι’ ο ίδιος να  ξέρει γιατί. Μια ελκυστική πλούσια γυναίκα που είναι έτοιμη να… Μια όμορφη λεπτή περίεργη κοπέλα που ζει μόνη της και που είναι κι’ αυτή έτοιμη να… αλλά με διαφορετικό τρόπο… κάποιους μπάτσους που γρύλιζαν, αλλά δεν ήταν κακοί… Κάποιους μπάτσους με παχιά στομάχια και βαθιά πατρική φωνή… Κάτι γεροπαράξενους γκρινιάρηδες… κάτι Ινδιάνους, ψυχοθεραπευτές, γιατρούς και ναρκωτικά…».  Σκεφτόταν αυτά και άλλα πολλά αλλά ακόμη δεν είχε φτάσει στην επίλυση του μυστηρίου, αν και βρισκόταν αρκετά κοντά.  

Ο Φίλιπ Μάρλοου (Philip Marlowe) είναι ο ιδιωτικός ντετέκτιβ που πρωταγωνιστεί στον κόσμο του Ρέιμοντ Τσάντλερ (Raymond Chandler, 1888-1959). Κατοικεί στο Λος Άντζελες στα τέλη της δεκαετίας του 1930, και στις αρχές της δεκαετίας του 1940, εν προκειμένω. Ο Μάρλοου ξεκινά το «Αντίο, γλυκιά μου», το βιβλίο γράφτηκε τη δεκαετία του 1940, ευρισκόμενος στο λάθος μέρος,  τη λάθος στιγμή. Αυτή τη φορά, παρασύρεται σχεδόν κυριολεκτικά σε έναν καβγά σε μπαρ από έναν κατάδικο που έχει αποφυλακιστεί υπό όρους, τον Μουζ Μαλλόυ. Ο Μουζ ψάχνει απεγνωσμένα την χαμένη του αγάπη, τη μικρή Βέλμα, η οποία ήταν τραγουδίστρια στο μπαρ, αυτό όπου ο Μάρλοου και αυτός συναντιούνται. Όταν κανείς δεν ξέρει τι συνέβη στη Βέλμα, ούτε και που βρίσκεται, ο Μουζ αρχίζει να πυροβολεί το μέρος και μετά φεύγει τρέχοντας, αφήνοντας τον Μάρλοου να εξηγήσει τι συνέβη και γιατί είχε σχέση με όλο αυτό το επεισόδιο, όταν εμφανίζονται οι αστυνομικοί. Ο Νάλτυ, ένας αστυνομικός που δεν είναι αρκετά τυχερός, αφού βρίσκεται λίγο πριν  από τη συνταξιοδότησή του, ουσιαστικά αναγκάζει τον Μάρλοου να κάνει αυτός, κατά κάποιο τρόπο, τη δουλειά εκείνου. Ενώ ο ιδιωτικός ντετέκτιβ Μάρλοου ψάχνει για στοιχεία χωρίς να έχει κάτι χειροπιαστό στα χέρια του, δέχεται ένα τηλεφώνημα για να γίνει, έναντι κάποιας αμοιβής, σωματοφύλακας ενός τύπου που πρέπει να απομακρυνθεί  τρέχοντας από την πόλη και να πληρώσει λύτρα σε αντάλλαγμα για ένα πολύτιμο κολιέ, που ανήκει στην φίλη του. Ο τύπος εκείνος, συγκεκριμένα, τυγχάνει να είναι ομοφυλόφιλος. Ο Μάρλοου συμφωνεί επειδή ο επίσημος αστυνομικός Νάλτυ δεν τον πληρώνει στην πραγματικότητα για την προσπάθειά του να βρει στοιχεία για τον Μουζ, και όλα θα είχαν πάει καλά εκτός από το γεγονός ότι όλη η υπόθεση ήταν στημένη,  στην οποία ο Μάρλοου χτυπιέται στο κεφάλι και ο τύπος που του τηλεφώνησε, ο Λίντσεϋ Μάριοτ, πεθαίνει. Καθώς οι δύο υποθέσεις τέμνονται και γίνονται ουσιαστικά μία, ο Μάρλοου συναντά δύο γυναίκες. Η   μία,  κάποια με την οποία σχεδόν βλέπει τον εαυτό του να γίνεται… σοβαρός. Η άλλη μια κλασσική μοιραία γυναίκα (femme fatale), γεμάτη ερωτισμό  και μυστήρια. Καθ’ όλη τη διάρκεια των δύο ή της μιας τελικά υπόθεσης, κάποιοι απαγάγουν τον  Μάρλοου, πέφτει αναίσθητος, ναρκώνεται, εμπλέκεται με ένα ψεύτικο μέντιουμ, πυροβολείται και σχεδόν πνίγεται. Παρά το γεγονός ότι δεν έχει κάτι να κερδίσει με την συνέχιση της εμπλοκής του στις δύο υποθέσεις, εκτός από την περιέργειά του και το αίσθημα δικαιοσύνης, συνεχίζει με καλές πάντα προθέσεις. Ο Μάρλοου δεν έχει μεγάλες φιλοδοξίες στη ζωή του. Δεν επιδιώκει να κάνει όνομα για τον εαυτό του ή να ανέβει σε μια πολιτική σκάλα. Απλώς αναζητά την αλήθεια και τη δικαιοσύνη σε μια πολύ σκοτεινή και ύπουλη γωνιά του κόσμου μας, χρησιμοποιώντας τους πόρους και τα μέσα που είχε στη διάθεσή του, ενώ παράλληλα ελπίζει σε ένα ευκολότερο αποτέλεσμα. Ως ιδιωτικός ντετέκτιβ, χρειαζόταν συχνά , όπως εξομολογείται, ένα ποτό, κάποια στοιχειώδη  ασφάλεια ζωής, διακοπές, κι’ ένα σπίτι στην εξοχή, αλλά τελικά είχε ένα παλτό, ένα καπέλο και ένα όπλο. Κι’ όταν τα πράγματα δυσκολεύουν, βάζει το όπλο στη θήκη του ώμου του, το καπέλο  στο κεφάλι του και τα πόδια του έξω από την πόρτα του γραφείου του, αφού λέει ότι κάτι πρέπει να γίνει στην πόλη του, γιατί  άλλος δεν θα το κάνει!

Murder, My Sweet (1944). Σκηνοθεσία: Edward Dmytryk, πάνω στο εν λόγω μυθιστόρημα του Raymond Chandler. Πρωταγωνιστούν: Dick Powell και Claire Trevor.

Το ταλέντο του Τσάντλερ στη δραματική εικονοποιία είναι πραγματικά αξεπέραστο στο είδος της αστυνομικής λογοτεχνίας. Άνθρωποι πολλοί έχουν προσπαθήσει να την αντιγράψουν, αλλά ποτέ δεν πέτυχαν την ίδια έντονα ευφάνταστη περιγραφή. Η πλοκή είναι από πολλές απόψεις δευτερεύουσα σε αυτά τα μυθιστορήματά του, κάτι που προκαλεί έκπληξη δεδομένου ότι στα περισσότερα αστυνομικά μυθιστορήματα το κεντρικό ερώτημα είναι το ποιος το έκανε! Ωστόσο, για ετούτον τον συγγραφέα, το ταξίδι είναι πιο σημαντικό από τον προορισμό και όταν φτάνουμε στην τελική τροπή του μυθιστορήματος η αποκάλυψη μπορεί να είναι λίγο αδιάφορη ή γιατί όχι και απογοητευτική για τον αναγνώστη. Το «Farewell My Lovely» έχει μια τυπικά περίπλοκη  πλοκή, όπου είναι πολύ εύκολο για τον αναγνώστη να χαθεί ως προς το τι ακριβώς συμβαίνει ή διακυβεύεται, ακόμη και μετά από αρκετές επιστροφές στο κείμενο. Ο Μάρλοου, ερευνά την υπόθεση ενός αγνοούμενου όταν συναντά τον αντιήρωα του μυθιστορήματος, τον Μουζ Μαλλόυ. Ο τελευταίος είναι ένας απίστευτα μεγαλόσωμος άντρας ο οποίος  μόλις βγήκε από τη φυλακή αφού είχε εκτίσει ποινή οκτώ ετών. Τώρα, αναζητά την πρώην κοπέλα του, την Βέλμα Βαλέντο. Ο Μαλλόυ δείχνει εξαιρετικά επίμονος και κατά την διάρκεια μιας επίσκεψης σε ένα κλαμπ όπου κάποτε εργαζόταν η Βέλμα, σκοτώνει τυχαία τον ιδιοκτήτη. Έχοντας γίνει μάρτυρας της δολοφονίας, ο Μάρλοου αποφασίζει να εντοπίσει εκείνος τη Βέλμα. Βρίσκει τη χήρα του πρώην ιδιοκτήτη του νυχτερινού κέντρου, την Τζέσυ Φλόριαν, που τώρα μένει στο νούμερο 1644 της Δυτικής 54ης  Οδού, αλλά η επίσκεψή του σε αυτή εκεί δεν οδηγεί κάπου συγκεκριμένα, καθώς εκείνη ισχυρίζεται ότι η Βέλμα είναι από καιρό νεκρή. Το ίδιο βράδυ, ο Μάρλοου όπως ήδη είπαμε,  αναλαμβάνει μια άλλη υπόθεση στην οποία του ζητείται να ενεργήσει ως σωματοφύλακας για έναν άνδρα που πληρώνει λύτρα για κάποια κλεμμένα κοσμήματα. Ο αναγνώστης δεν εκπλήσσεται όταν αυτή η πληρωμή πάει στραβά, και ενώ ο Μάρλοου δραπετεύει με ένα χτύπημα στο κεφάλι, ο πελάτης του, ο Λίντσεϋ Μάριοτ,  δολοφονείται. 

Η Ανν Ριόρνταν, κόρη ενός πρώην αστυνομικού, βρίσκει τον άτακτο Μάρλοου και αποφασίζει να τον βοηθήσει στην έρευνά του. Δεν πρόκειται φυσικά για μια τυπική βοηθό, γιατί ο  Μάρλοου δεν φαίνεται να δέχεται τη βοήθειά της, αλλά προχωρά γρήγορα με την υπόθεση, ανακαλύπτοντας ότι τα κοσμήματα που εκλάπησαν, ανήκαν στην κυρία Λιούιν Λόκριτζ Γκρέηλ, τη νεαρή σύζυγο ενός πλούσιου βιομηχάνου. Παρακινούμενος από την Ανν, ο Μάρλοου επισκέπτεται την περιώνυμη κυρία Γκρέηλ. Υπάρχει μια άμεση έλξη μεταξύ τους και, αφού φιλιούνται, συμφωνούν να βγουν ραντεβού σε ένα κλαμπ που ανήκει στον τοπικό βαρόνο, Λαιρντ Μπρουνέτ. Αλλά φαίνεται πως εδώ ξεκινούν κάποια άλλα προβλήματα, αφού τόσο η κυρία Γκρέηλ όσο και ο Λαιρντ κρύβουν περισσότερα από όσα φαίνονται με την πρώτη ματιά, ενώ  η ταχύτητα της δράσης είναι τέτοια που υπάρχει λίγος χρόνος για να σκεφτεί κανείς αυτή την εξέλιξη πριν ο Μάρλοου μπει σε έναν  καινούργιο φαύλο κύκλο. Ενώ ερευνά τα υπάρχοντα του Λίντσεϋ Μάριοτ, ο Μάρλοου βρίσκει μερικά ρωσικά τσιγάρα γεμάτα μαριχουάνα και μέσα σε αυτά τις επαγγελματικές κάρτες ενός ψυχοθεραπευτή, όπως θα τον αποκαλούσαμε τώρα, που ονομάζεται Άμθορ.  

Ο Μάρλοου αρχίζει να διατυπώνει και να ενστερνίζεται την ιδέα ότι ο Άμθορ αναγνώριζε τους πελάτες του ως πιθανά θύματα και στη συνέχεια έδινε τα στοιχεία τους στον Μάριοτ, ο οποίος τους γνωρίζει, οργανώνει τη ληστεία και στη συνέχεια διαχειρίζεται την πληρωμή των λύτρων. Η αντιπαράθεση με τον Άμθορ αποδεικνύεται μεγάλο λάθος, καθώς ο Μάρλοου ξυλοκοπείται πρώτα από τον σωματοφύλακά του, στη συνέχεια από δύο ντόπιους αστυνομικούς που πιθανότατα πληρώνονται από τον Άμθορ, και στη συνέχεια κρατείται ναρκωμένος σε ένα ιδιωτικό νοσοκομείο που διευθύνεται από τον σκοτεινό χαρακτήρα δόκτορα  Σόντερμποργκ. Καταφέρνει να δραπετεύσει, αλλά φεύγοντας βλέπει τον Μουζ Μαλλόυ σε ένα άλλο δωμάτιο. Ο Μάρλοου στη συνέχεια καταλαβαίνει ότι ο Μαλλόυ μπορεί τώρα να κρύβεται σε ένα καΐκι τυχερών παιχνιδιών αγκυροβολημένο πέρα ​​από το όριο των τριών μιλίων της πόλης και διοικούμενο από τον Λαιρντ Μπρουνέτ τον οποίο έχουμε γνωρίσει στο παρελθόν.

Το μυθιστόρημα σε αυτό το σημείο δείχνει να προχωρά γρήγορα προς ένα συμπέρασμα. Σε μια τεταμένη σκηνή, ο Μάρλοου μπαίνει κρυφά στο καΐκι τυχερών παιχνιδιών, πριν από την τελική αντιπαράθεση μεταξύ του Μαλλόυ, μιας τόσο έντονης παρουσίας στο μυθιστόρημα παρά τις σύντομες εμφανίσεις, του Μάρλοου, και των φαντασμάτων του παρελθόντος. Όπως συνέβαινε συχνά με τα μυθιστορήματα του Τσάντλερ, το «Αντίο Γλυκιά μου» είναι κάτι σαν συνοθύλευμα   προηγούμενων σύντομων ιστοριών, οι οποίες στο τέλος ενώνονται για να δημιουργήσουν την ενιαία αφήγηση. Το  γεγονός βέβαια ότι οι ντετέκτιβ συχνά ασχολούνται με πολλές υποθέσεις ταυτόχρονα δίνει σε αυτό το μυθιστόρημα μια αληθοφάνεια που διαφορετικά θα έλειπε. 

Ο Τσάντλερ φυσικά αποδεικνύεται για ακόμα μια φορά στυλίστας της αφήγησης.  Πηγαίνοντας ο Μάρλοου να συναντήσει τη χήρα Τζέσυ Φλόριαν, γράφει: «Βρήκα τη Δυτική 54η Οδό. Στο 1644 υπήρχε ένα άχαρο καφετί σπίτι, δίπλα από ένα μεγάλο αδειανό χώρο με μια άγρια φοινικιά στη μέση. Το γκαζόν μπροστά του ήταν ξεραμένο. Στη βεράντα έστεκε μοναχή μια κουνιστή πολυθρόνα. Το  απογευματινό αεράκι κουνούσε ελαφρά τα κλωνάρια της ακλάδευτης ποϊνσέτιας κάνοντάς τα να χτυπάνε ρυθμικά στο ραγισμένο τοίχο. Σε ένα σκουριασμένο σύρμα, στο πλάι της αυλής, ανέμιζαν μια σειρά από  κιτρινισμένα μισοπλυμένα ρούχα». Αλλά φυσικά οι περιγραφές με τις απαραίτητες παρομοιώσεις δεν σταματούν αποκλειστικά  εκεί. Φτάνοντας στο πολυτελές σπίτι της κυρία Λιούιν Λόκριτζ Γκρέηλ, διαβάζουμε: «…πέρα από το πάρκινγκ, υπήρχε ένας κήπος, χαμηλότερα από την επιφάνεια του εδάφους, με τέσσερα σιντριβάνια-ένα σε κάθε γωνία. Την είσοδο την έφραζε μια σιδερένια πύλη, μ’ ένα φτερωτό Έρωτα τη μέση. Εδώ και εκεί υπήρχαν προτομές πάνω σε μικρές κολόνες κι ένας πέτρινος θρόνος με δύο κουλουριασμένα λιοντάρια, με φτερά και κεφάλι αετού. Μετά μια ορθογώνια πισίνα  με πέτρινα νούφαρα και κι ένα μεγάλο πέτρινο βάτραχο να κάθεται στα φύλλα… Και ο ήλιος έτσι όπως  περνούσε ανάμεσα στα φύλλα, δημιουργούσε αραβουργήματα κατά μήκος του διαδρόμου. Πιο πέρα, αριστερά, ένας μικρότερος κήπος μ’ ένα ηλιοτρόπιο στη γωνία ενός τοίχου, μισογκρεμισμένου επίτηδες για να μοιάζει με   αρχαίο κτίσμα. Και λουλούδια, εκατομμύρια λουλούδια».  

Η όποια κριτική ή ανάλυση γραφτεί για το βιβλίο ετούτο του Τσάντλερ, δεν θα είναι ολοκληρωμένη αν δεν ειπωθούν και κάποιες λεπτομέρειες που αφορούν το σεξισμό, όπως και τον ρατσισμό που διακρίνονται διάσπαρτα μέσα στο μυθιστόρημα. Φυσικά ήταν όλα αυτά γνωστά τόσο για τον συγγραφέα, όσο και για τον ρατσισμό της Αμερικής του 1940, ο οποίος απεικονίζεται με ακρίβεια, από τις εμφανείς ρατσιστικές συμπεριφορές του συγγραφέα. Σε έναν διάλογο του Μάρλοου με έναν αστυνομικό, ο ένας τους λέει: «δεν έκανε και τίποτα ο άνθρωπος, είπα. Νέγρο σκότωσε. Άκουσα πως ήταν πλημμέλημα». Αλλά δεν φαίνεται πως όλα αυτά βλάπτουν θανάσιμα την ουσία του μυθιστορήματος. Το βιβλίο πάντως για πολλούς είναι εκπληκτικά ρατσιστικό, με υποτιμητικά εδάφια που απλώνονται γενναιόδωρα σε όλο το βιβλίο σχετικά με Αφροαμερικανούς, Ιταλούς και ιθαγενείς Αμερικανούς. Το βιβλίο έχει επίσης παλιομοδίτικες αντιλήψεις για τις γυναίκες, αν και αυτές ήταν σχετικά συγκρατημένες. Η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ από τον Μάρλοου είναι ανησυχητική, για την οποία το βιβλίο κάνει μόνο φευγαλέες αναφορές στο ενδεχόμενο να αποτελεί πρόβλημα.

Εκτός από τη λαμπρή του ικανότητα και τις όμορφες και άκρως παραστατικές περιγραφές των διαφόρων τοποθεσιών, ο Τσάντλερ αποδεικνύεται και πετυχημένος τεχνίτης του λόγου στην περιγραφή κάποιων χαρακτήρων του κειμένου του.  Ας δούμε τον Μάρλοου καθώς συναντά τον αστυνομικό που είναι υπεύθυνος για την υπόθεση εκείνη: «Την υπόθεση ανέλαβε κάποιος Νάλτυ.  Ένας υπαστυνόμος της δίωξης… γκρινιάρης, μ’ αδύνατο πιγούνι,  και κιτρινιάρικα μακριά χέρια, που όση ώρα μιλούσε  τ’ ακουμπούσε πάνω στα γόνατά του… ένας βρώμικος καφέ μουσαμάς κάλυπτε το πάτωμα και η μυρουδιά από τις γόπες των πούρων είχε ποτίσει τα πάντα. Το πουκάμισο του Νάλτυ ήταν λιωμένο όπως και οι άκρες από τα  μανίκια του σακακιού του.  Φαινόταν αρκετά κακομοίρης για να μην  είμαι τίμιος, Έμοιαζε ανίκανος να τα βάλει με τον Μουζ Μαλλόυ…». 

Όπως είπαμε, ο Τσάντλερ διακρίνεται περισσότερο για το γράψιμό του παρά για τις ιστορίες του. Στο «Αντίο, Γλυκιά μου»,  πέρα από  τον κοφτερό διάλογο, η πλοκή είναι σημαντική φυσικά, αφού έχει πολλές ανατροπές, αλλά η ιστορία φαίνεται σχεδόν δευτερεύουσα σε σχέση με τις άλλες πτυχές. Η αφήγηση είναι γεμάτη με τα αστεία και τις έξυπνες, αν και υπερβολικές, ατάκες του Μάρλοου, ενώ  και η χρήση της μεταφοράς και της παρομοίωσης από τον Τσάντλερ είναι κάτι το ιδιαίτερο: «Η βενζινάκατος ανεβοκατέβαινε απαλά τα κύματα με έναν απαίσιο τρόπο, κάτι σαν λίκνισμα κόμπρας», γράφει κάπου, ή αλλού «…Ο υγρός αέρας ήταν ψυχρός, σαν τα απομεινάρια μιας αγάπης που έσβηνε»! 

Ωστόσο, όλα αυτά προσθέτουν στη γενική εικόνα της διαφθοράς στο Μπέι Σίτυ, την φανταστική περιοχή του Λος Άντζελες όπου διαδραματίζεται η ιστορία. Καθώς οι έρευνές του διευρύνονται, ο Μάρλοου θα πρέπει να διαχειριστεί διεφθαρμένους αστυνομικούς, κόλαση υπεράκτιων τυχερών παιχνιδιών, άθλια νυχτερινά κέντρα, κακούς διαφόρων ειδών, και βεβαίως να μην λησμονούμε ποτέ και την μοιραία γυναίκα, αυτή τη femme fatale! Θα νόμιζε κανείς ότι η προηγούμενη εμπειρία θα είχε διδάξει στον Μάρλοου να αποφεύγει τις εύκολες και σέξι ξανθιές γυναίκες, αλλά μερικοί άντρες, όπως κι’ αυτός,  δεν εννοούν να ακολουθήσουν αυτόν τον κανόνα! Γιατί, οι γυναίκες είναι πάντα επικίνδυνες στον κόσμο του Τσάντλερ.  

Είναι νουάρ, επομένως δεν θα υπάρχει  ευτυχισμένο τελείωμα, αλλά όπως γίνεται πάντα αυτός ο διεφθαρμένος κόσμος απορροφά όλα αυτά τα εγκλήματα με ελάχιστη προσοχή, και ο κυνισμός του Μάρλοου μένει ανεπηρέαστος, παρά το γεγονός ότι  διατηρεί ακόμα μια δόση συναισθηματισμού και ρομαντισμού. Ο συγκεκριμένος ντετέκτιβ, πίνει πολύ αλκοόλ, είναι έξυπνος και ικανός, αλλά όχι και πολύ σοφός στην επαγγελματική του ενασχόληση. Αφιερώνει, ωστόσο,  χρόνο για να σώσει ένα ροζ έντομο και καταφέρνει να νιώσει συμπόνια για  ποικιλία ανθρώπων, μερικοί από τους οποίους είναι στην πραγματικότητα δολοφόνοι. Και στο τέλος, αφού τον έχουν ξυλοκοπήσει, τον έχουν ναρκώσει, έχουν διαπράξει αρκετές δολοφονίες, έχει συναντήσει διεφθαρμένους αστυνομικούς,  εξακολουθεί να δίνει μια ρομαντική χροιά στα γεγονότα, παρά την όλη βιαιότητα, τον εγωισμό και τη δολοφονία. Ο Τσάντλερ δεν κατασκευάζει τόσο μια γνήσια πλοκή όσο οδηγεί τον αναγνώστη σε μια περιήγηση στον σκοτεινό και άθλιο κόσμο της Καλιφόρνια στα τέλη της δεκαετίας του ’30, ενώ δεν περνά απαρατήρητο το γεγονός ότι  καταφέρνει  να σχολιάζει ακόμη τον Έρνεστ Χέμινγουεϊ στο βιβλίο του, όπου ο Μάρλοου  δίνει σε έναν αστυνομικό το παρατσούκλι με το όνομα του μεγάλου συγγραφέα.  

Αφού λύνει την υπόθεση, η Ανν Ριόρνταν του λέει με χιούμορ ότι «έπρεπε να είχε οργανώσει ένα τραπέζι… μ’ αστραφτερά ασημικά,  κρύσταλλα, λινά τραπεζομάντηλα και κηροπήγια. Οι γυναίκες θα φορούσαν τα ωραιότερα κοσμήματά τους, οι άντρες άσπρες γραβάτες, τα γκαρσόνια θα έσκυβαν διακριτικά πάνω από τους καλεσμένους να γεμίσουν τα ποτήρια τους κρασί, οι μπάτσοι κάπως αμήχανοι, με νοικιασμένα κουστούμια, οι ύποπτοι με πλατιά χαμόγελα και νευρικές κινήσεις, και εσύ στο κεφάλι του  τραπεζιού να εξηγείς τη λύση του μυστηρίου χωρίς να βιάζεσαι, μ’ ένα φωτεινό χαμόγελο στα χείλια…». Αντ’ αυτού, όμως, είχαμε άλλα πράγματα, στο φτηνό διαμέρισμα του Μάρλοου. Ίσως σε κείνη την χρονική στιγμή ο πρωταγωνιστής να σκεφτόταν, όπως άλλωστε έλεγε και ο Τσάντλερ, ότι «οι πλούσιες, είναι οι πιο εύκολες γυναίκες»!

Ο Γεώργιος Σχορετσανίτης γεννήθηκε στα Τρίκαλα της Θεσσαλίας τον Μάιο 1953. Τον Ιούνιο του 1970, τελείωσε το Β’ Εξατάξιο Γυμνάσιο Αρρένων Τρικάλων. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών μετά από επιτυχείς εισαγωγικές εξετάσεις, από την οποία αποφοίτησε τον Ιούνιο του 1976. Ειδικεύτηκε στη Χειρουργική στο Αρεταίειο Νοσοκομείο της Αθήνας. Τον Νοέμβριο του 1986, κατόπιν εξετάσεων του χορηγήθηκε ο τίτλος της ειδικότητας της Γενικής Χειρουργικής, ενώ το 1989 η Ιατρική Σχολή Αθηνών τον ανακήρυξε Διδάκτορα με βαθμό “Άριστα”. Έχει εργασθεί σε διάφορα νοσοκομεία στην Ελλάδα και το εξωτερικό και έχει δημοσιεύσει αρκετές επιστημονικές εργασίες σε διάφορα περιοδικά. Τα τελευταία χρόνια εργάστηκε ως Διευθυντής Χειρουργικής στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ηρακλείου. Παράλληλα ασχολείται με την ιστορία της ιατρικής, τον πολιτισμό και τη λαογραφία άλλων λαών, ενώ παράλληλα ταξιδεύει αρκετά σε διάφορα μέρη του κόσμου. Το συγγραφικό του έργο εστιάζεται σε πέντε, κυρίως, ενδιαφέροντα. Την ιστορία της ιατρικής,την ταξιδιωτική λογοτεχνία, την αφροαμερικανική ιστορία και πολιτισμό, την αρθρογραφία και την βιβλιοκριτική. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε πολλές εφημερίδες και έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά.