• Δεν υπάρχουν προϊόντα στο καλάθι
ΚΟΡΥΦΗ

Εκεί που πας είναι θνητό αλάτι. Γράφει η Νίκη Μισαηλίδη (Για το βιβλίο, Εκεί που πας είναι φθινόπωρο και είναι σκοτάδι του Θωμά Τσαλαπάτη)

Εκεί που πας είναι θνητό αλάτι
Γράφει η Νίκη Μισαηλίδη
(Για το βιβλίο, Εκεί που πας είναι φθινόπωρο και είναι σκοτάδι του Θωμά Τσαλαπάτη, εκδ. Εκάτη)

 

Εκεί που πας είναι φθινόπωρο και είναι σκοτάδι είναι ο τίτλος της ποιητικής συλλογής του Θωμά Τσαλαπάτη, η οποία κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Εκάτη» (12025, 22026) (ISBN: 978-960-408-376-3). Ο τίτλος εισάγει τον αναγνώστη σε μια ποιητική περιοχή που προσδιορίζεται με όρους χρονικούς, χωρικούς και, κυρίως, υπαρξιακούς: το φθινόπωρο ως χρόνος μετάβασης και φθοράς και το σκοτάδι ως κατάσταση απουσίας, αβεβαιότητας και θανάτου. Η απώλεια, ο πόνος και η θλίψη, η καταλυτική και διαβρωτική δύναμη του χρόνου, η ερημιά και η μοναξιά, η ανωνυμία της μεγαλούπολης, η φθορά του σώματος και η διάβρωση του ψυχικού κόσμου συγκροτούν ένα πυκνό θεματικό και συμβολικό δίκτυο. Παράλληλα ο θάνατος λειτουργεί ως οντολογική συνθήκη μέσα στην οποία δοκιμάζονται το σώμα, η μνήμη, η γλώσσα και η ίδια η δυνατότητα της ποιητικής έκφρασης. Πρόκειται για εμπειρίες που αναπτύσσονται τόσο στην περιοχή του ατομικού όσο και σε εκείνη του συλλογικού, χωρίς τα δύο επίπεδα να παραμένουν διακριτά. Το προσωπικό τραύμα διαχέεται στον αστικό χώρο, ενώ ο χώρος της πόλης μετατρέπεται σε προέκταση μιας εσωτερικής ερήμωσης. 

Η συλλογή οργανώνεται σε τρεις ενότητες, «Ψαλμός», «Εσύ, πολύ νέος, μέσα στους δρόμους της Κυψέλης» και «Μεγάλο μαύρο φως», οι οποίες, παρά τη διακριτή τους φυσιογνωμία, συγκροτούν μια ενιαία ποιητική σύνθεση. Η εσωτερική αυτή αρχιτεκτονική έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η συλλογή φαίνεται να κινείται από το τελετουργικό και σχεδόν προσευχητικό ιδίωμα του «Ψαλμού» προς τον αστικό και ανθρωπογεωγραφικό χώρο της Κυψέλης και, από εκεί, προς το «Μεγάλο μαύρο φως». Η πορεία αυτή δεν είναι γραμμική, αντίθετα εμβαθύνει σταδιακά στην ίδια την εμπειρία της απουσίας, αναζητώντας μέσα της τις δυνατότητες μιας νέας μορφής λόγου.

Η πρώτη ενότητα, «Ψαλμός», λειτουργεί ως ποιητικό προοίμιο, εγκαθιστώντας τους βασικούς άξονες της συλλογής. Ο τίτλος παραπέμπει σε έναν λόγο προσευχητικό και τελετουργικό, ο οποίος, ωστόσο, στον Θωμά Τσαλαπάτη δεν οδηγεί σε μια υπερβατική παρηγοριά. Εκφέρεται μπροστά στην απουσία και στη σιωπή, επιχειρώντας να αρθρώσει ό,τι αντιστέκεται στη γλώσσα. Τα ολιγόστιχα και εξαιρετικά πυκνά ποιήματα της ενότητας οργανώνονται γύρω από το σώμα, τον θάνατο, την απώλεια, τον χρόνο και τη σχέση λόγου και σιωπής. Η συμπύκνωση λειτουργεί ως τρόπος ποιητικής σκέψης, καθώς οι ελάχιστες λέξεις αποκτούν αυξημένο σημασιολογικό βάρος, ενώ οι παύσεις, οι ελλείψεις και τα ερωτήματα αφήνουν ανοιχτό το πεδίο της ερμηνείας.

Η εμπειρία της απώλειας δεν παρουσιάζεται ως εξωτερικό γεγονός αλλά ως δύναμη που διαπερνά το σώμα, όπως αποτυπώνεται στο ποίημα της σελίδας 18:

Ποιος βόμβος οριζόντιος
της γης κάτω απ’ το βήμα
περνά από σώμα κάθετο
και μέσα από μας κραυγάζει;

Η σωματικότητα διασταυρώνεται με τον χρόνο και τον θάνατο στο ποίημα της σελίδας 14, αποτυπώνοντας μια πραγματικότητα στην οποία τα όρια ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, στη ζωή και στον θάνατο, παραμένουν ασταθή:

Και είναι ο ουρανός σκυφτός

                                        ώς το σκουλήκι.
Ο χρόνος διαμπερής

                                      ώς την αφή.
Θάνατος πίνει τα μάτια του από τον θάνατό μας.
Μπορούν να νιώσουν φόβο οι νεκροί;

Ξαποσταίνοντας,

                                         προτελευταία εκδοχή

                                                πεθαίνουμε ωμοί. 

Η ελλειπτική σύνταξη και η αποσπασματικότητα ενισχύουν την αίσθηση μιας πραγματικότητας η οποία δεν μπορεί πλέον να οργανωθεί σε συνεχή αφήγηση, ενώ ο χρόνος διαπερνά το ποιητικό υποκείμενο, όπως ακριβώς ο πόνος διαπερνά το σώμα. Ταυτόχρονα, ο ποιητής με το ερώτημα «Μπορούν να νιώσουν φόβο οι νεκροί;» ανατρέπει τη συμβατική λογική. Ο φόβος, ως κατεξοχήν ανθρώπινο συναίσθημα, μεταφέρεται στον χώρο των νεκρών, υπονομεύοντας τα όρια ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο.

Η ρήση του Ηράκλειτου «δεν μπορείς να μπεις δύο φορές στο ίδιο ποτάμι» μετασχηματίζεται σε ποιητική αυτοαναφορά στο ποίημα της σελίδας 20:

Και είναι τα αγάλματα που λεν
πως δεν μπορείς να μπεις
δύο φορές στο ίδιο ποίημα

Το ποίημα δεν αποτελεί σταθερό αντικείμενο που επαναλαμβάνεται αμετάβλητο, καθώς κάθε ανάγνωση συνιστά νέα είσοδο σε έναν μεταβαλλόμενο χώρο σημασιών. Έτσι, ο ποιητής αντιπαραθέτει στην ακινησία, στη μνήμη και στην υλικότητα τη ρευστότητα του ποιήματος, ενώ η ίδια η ποιητική συλλογή μοιάζει να διερευνά διαρκώς αυτή την ένταση ανάμεσα σε ό,τι παραμένει και σε ό,τι μεταβάλλεται. Η ποιητική πράξη δεν αποτελεί σταθερή κατάκτηση αλλά διαρκή μετατόπιση. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η εικόνα του λόγου που «με φως / αναπνέει την πέτρα» (σ. 21). Η άψυχη ύλη ενεργοποιείται από τη γλώσσα, ενώ ο λόγος αποκτά οργανική, σχεδόν σωματική υπόσταση.

Η διαλεκτική λόγου και σιωπής κορυφώνεται στο ποίημα της σελίδας 22, μετατοπίζοντας αιφνίδια το ποίημα από το αφηρημένο και οντολογικό επίπεδο σε μια βαθύτερα προσωπική και μνημονική περιοχή, προσδίδοντας στην προηγούμενη προβληματική του θανάτου και της απώλειας μια νέα συναισθηματική πυκνότητα:

Μα είναι η ομιλία κατάσαρκη
και μέσα από το στήθος·
μα είναι η σιωπή συθέμελη
και μέσα από την πτώση·

μα είναι η ομιλία κατάσαρκη
κι αμίλητη η λάσπη
το μηδέν ανέγγιχτο

                                και ολόκληρος ο πατέρας.

Ο «Ψαλμός» θέτει το βασικό ποιητικό διακύβευμα της συλλογής: πώς μπορεί να υπάρξει λόγος εκεί όπου η εμπειρία έχει ήδη αγγίξει τη σιωπή; Ο Θωμάς Τσαλαπάτης δεν επιχειρεί να υπερβεί το σκοτάδι ούτε να μετατρέψει την απώλεια σε εύκολη παρηγοριά. Αντίθετα, επιμένει στη ρωγμή, στο σώμα, στην ύλη και στη σιωπή, αναζητώντας μέσα τους τη δυνατότητα μιας γλώσσας που, ακόμη και μπροστά στο «μηδέν», εξακολουθεί να μιλά.

Η δεύτερη ενότητα της συλλογής, «Εσύ, πολύ νέος, μέσα στους δρόμους της Κυψέλης», μετατοπίζει το ποιητικό βλέμμα από το οντολογικό και σχεδόν τελετουργικό πεδίο του «Ψαλμού» στον συγκεκριμένο αστικό χώρο. Η προμετωπίδα από τον Πιερ Πάολο Παζολίνι, με την αγωνία για τη σχέση του υποκειμένου με μια ιστορία που «έχει τελειώσει», προϊδεάζει για μια ενότητα στην οποία το προσωπικό βίωμα συναντά την ιστορική και πολιτική μνήμη και το παρόν με το ιστορικό παρελθόν. Η Κυψέλη γίνεται ένας τόπος μνήμης, στον οποίο διασταυρώνονται η ατομική εμπειρία, η κοινωνική ιστορία και η απώλεια.

Το ποιητικό υποκείμενο περιδιαβαίνει την πόλη, σε μια κίνηση κατά την οποία τα όρια ανάμεσα στον άνθρωπο και στον χώρο ανατρέπονται: «διασχίζοντας τη Σκοπέλου ενώ η πόλη με διασχίζει / ανάμεσα σε αφίσες βουλωμένα φρεάτια σπασμένους / δρόμους. / Μπαλκόνια της Κυψέλης / – σαλόνια μαζί και πεζοδρόμια – / άνθρωποι κρεμασμένοι σαν μπουρνούζια σε αποδυτήρια / και μια κραυγή, αδέσποτη / ζητά ένα στόμα να ριζώσει» (σ. 23). Ο χώρος δεν παραμένει εξωτερικός προς το υποκείμενο αλλά εγγράφεται στο σώμα και στη μνήμη του. Η εικόνα μιας «συνοικίας παλιάς μέσα σε νέα συνοικία», με «σπίτια γκρεμισμένα μέσα στα νεόκτιστα» (σ. 25), αποδίδει την πόλη ως παλίμψηστο, στο οποίο το παρελθόν δεν εξαφανίζεται αλλά επιβιώνει στο παρόν. Η ερημιά, επομένως, δεν είναι απλώς κατάσταση που χαρακτηρίζει τον χώρο αλλά αποτέλεσμα μιας βίαιης διαδοχής χρόνων, κατά την οποία η παλιά πόλη εξακολουθεί να κατοικεί, σαν φάντασμα, μέσα στη νέα. Έτσι, η Κυψέλη εμφανίζεται ως σώμα φθαρμένο και ετερογενές, ένας χώρος όπου συνυπάρχουν το ιδιωτικό και το δημόσιο, η κατοίκηση και η εγκατάλειψη, η ανθρώπινη παρουσία και η ανωνυμία. Η «αδέσποτη» κραυγή που «ζητά ένα στόμα να ριζώσει» (σ. 23) συνδέει, μάλιστα, τον αστικό χώρο με την προβληματική της γλώσσας που είχε ήδη τεθεί στον «Ψαλμό», καθώς και σε αυτή την ενότητα υπάρχει μια φωνή που αναζητά το σώμα μέσα από το οποίο θα μπορέσει να αρθρωθεί. Γι’ αυτό και «το σκοτάδι καλύπτει το σκοτάδι» (σ. 25). Η πόλη γίνεται έτσι ο τόπος, στον οποίο τα διαδοχικά ιστορικά στρώματα δεν συνυπάρχουν αρμονικά αλλά επικαλύπτονται, αφήνοντας πίσω τους ίχνη, φαντάσματα και απουσίες.

Θωμάς Τσαλαπάτης

Η περιδιάβαση στον χώρο μετατρέπεται έτσι σε ανασκαφή της συλλογικής μνήμης. Πρόσωπα, κοινωνικές ομάδες, επαγγέλματα, πολιτικές πρακτικές και ιστορικά γεγονότα των δεκαετιών του ’50, του ’60 και της Μεταπολίτευσης συνωστίζονται σε έναν καταιγιστικό κατάλογο:  «ανάμεσα σε πρόσωπα της δεκαετίας του ’60 / φαντάσματα του ’50 / αυτόκλητους χαφιέδες εφημερίδες μέσα σ’ άλλες /
εφημερίδες / τραμπούκους τρίκυκλους / θυρωρούς θεληματάρηδες και ψυχοκόρες / […] αντιπαροχή και συλλογικός ιδρώτας λεωφορείου / παράλληλες εξουσίες ανειδίκευτοι εργάτες […]οικοδομή καμιόνια / και τα δέντρα γύρω / μια ανθισμένη ορθοστασία» (σσ. 25-26). Η παράθεση αυτή λειτουργεί ως ένα μνημονικό μοντάζ ή κολάζ, το οποίο συντίθεται από ετερόκλητα θραύσματα μιας εποχής που συνυπάρχουν και ανακαλούν το ένα το άλλο. 

Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η αναφορά στην Αριστερά: «Και η Αριστερά. Τι κάνει εδώ αυτή; / Είναι που μιλάμε για απώλεια. / Ταιριάζει μάλλον. Πάντα ταίριαζε. / Άγαλμα μοναχικό σε άδεια πλατεία» (σ. 34). Η πολιτική μνήμη δεν λειτουργεί ως εξωτερικό σχόλιο αλλά ως οργανικό μέρος της θεματικής της απώλειας. Η Αριστερά εμφανίζεται ως «άγαλμα», δηλαδή ως απομεινάρι μιας ιστορικής εμπειρίας που έχει αποσπαστεί από τη ζωντανή της συνέχεια. Οι αναφορές στο ΕΚΚΕ, στο Πολυτεχνείο, στη Μεταπολίτευση, στις πορείες και στις απεργίες προσδίδουν στην προσωπική μνήμη ένα ευρύτερο ιστορικό βάθος. Το ατομικό πένθος εγγράφεται μέσα στο συλλογικό πένθος μιας εποχής και η προσωπική μνήμη δεν είναι απομονωμένη από την Ιστορία αλλά συγκροτείται μέσα σε αυτήν.

Και ακριβώς μέσα σε αυτό το ιστορικό τοπίο επιστρέφει ο πατέρας. Η επίκληση «Απόψε σε καλώ / σε φέρνω ξανά εδώ» (σ. 26) μετασχηματίζει την προσευχητική λειτουργία του «Ψαλμού» σε έναν προσωπικό διάλογο με τον απόντα. Ο πατέρας δεν ανακαλείται σε μία στατική εικόνα, αλλά «απ’ όλες σου τις ηλικίες ταυτόχρονα» (σ. 26). Η συνάντηση αυτή πραγματοποιείται στους ίδιους δρόμους «στοιχειωμένους απ’ τα φαντάσματα των αγοριών / που και οι δύο κάποτε υπήρξαμε» (σ. 27). Η πόλη γίνεται, επομένως, ο κοινός τόπος δύο βιογραφιών, αλλά και ο χώρος μέσα στον οποίο ο προσωπικός χρόνος παύει να είναι γραμμικός. Πατέρας και γιος συναντώνται μέσα από τις διαφορετικές ηλικίες τους, ενώ η μνήμη λειτουργεί ως δυνατότητα μιας καθυστερημένης συνάντησης.

Ωστόσο, η ανάκληση του πατέρα δεν οδηγεί στην εξιδανίκευση. Αντίθετα, φέρνει στην επιφάνεια όσα δεν πραγματοποιήθηκαν:

Πώς και δεν τα ήπιαμε ποτέ οι δυο μας;
Εννοώ όχι τυχαία, προσχεδιασμένα.
Άσ’ το, ξέχνα το, θα το είχαμε ξεχάσει.
                                        Εσύ λίγο πιο πολύ από μένα. (σ. 31)

Η προφορικότητα του λόγου απομακρύνει την πατρική μορφή από κάθε εξιδανικευμένη αναπαράσταση. Ο πατέρας επιστρέφει ως συνομιλητής, ως άνθρωπος με τον οποίο ο γιος θα ήθελε να είχε μοιραστεί απλές, καθημερινές στιγμές. Και ακριβώς επειδή αυτές οι στιγμές δεν πραγματοποιήθηκαν, η μνήμη γίνεται περισσότερο επώδυνη. Η απώλεια γίνεται έτσι αισθητή όχι μόνο μέσα από όσα χάθηκαν, αλλά και μέσα από όσα δεν πρόλαβαν να συμβούν. Γι’ αυτό και η επιθυμία «Να σε κλείσω σ’ ένα ποίημα. / Έτσι που να σου ταιριάζει» καταλήγει στην κατηγορηματική δήλωση: «Δεν μπορώ να φανταστώ άλλη υπόσχεση. / Αυτό προσπαθώ» (σ. 33). 

Η ενότητα, ωστόσο, δεν εγκλωβίζεται στο ατομικό πένθος. Οι στίχοι «Άρχισα να γιατρεύομαι απ’ το πένθος / πλησιάζοντας το πένθος των άλλων» (σ. 39) σηματοδοτούν μια κρίσιμη μετατόπιση. Η προσωπική απώλεια αποκτά συλλογική διάσταση και η θεραπεία δεν προκύπτει από την υπέρβαση του πένθους αλλά από την αναγνώριση του πένθους των άλλων. Το ατομικό τραύμα ανοίγει έτσι προς την κοινή ανθρώπινη εμπειρία της απώλειας. Στη δεύτερη ενότητα, το πένθος μετατρέπεται από ατομική εμπειρία σε τόπο συνάντησης της προσωπικής, κοινωνικής και πολιτικής μνήμης. Η Κυψέλη γίνεται ο χώρος στον οποίο ο πατέρας, ο γιος και η Ιστορία συναντώνται, ενώ η πόλη λειτουργεί ως αρχείο μιας ζωής που χάνεται και ταυτόχρονα επιμένει μέσα στα ίχνη της. Αν στον «Ψαλμό» η ποιητική φωνή αναζητούσε έναν λόγο απέναντι στο «μηδέν», εδώ ο λόγος αποκτά πρόσωπο, τόπο και ιστορία. Η απώλεια δεν αναιρείται αλλά αντίθετα μετασχηματίζεται σε μνήμη και, μέσω αυτής, σε μια μορφή καθυστερημένης συνομιλίας με τον απόντα.

Η τρίτη ενότητα, «Μεγάλο μαύρο φως», διευρύνει το πεδίο της συλλογής σε μια ευρύτερη ποιητική του θανάτου, της μνήμης και της ανθρώπινης θνητότητας. Το τοπίο, ο άνεμος, η θάλασσα, η άμμος, το σκοτάδι και το σώμα συγκροτούν ένα ποιητικό σύμπαν στο οποίο ζωντανοί και νεκροί, παρόν και παρελθόν, μνήμη και λήθη συνυπάρχουν.

Κυρίαρχο στοιχείο της ενότητας είναι ο άνεμος, που επανέρχεται ως μια διαρκής κίνηση: «ένας αέρας κατεβαίνει» (σ. 43), διασχίζει δρόμους, παρασύρει αντικείμενα και ίχνη, μετακινεί και ανασυνθέτει τον κόσμο. Η επανάληψή του λειτουργεί σχεδόν σαν επωδός, ενώ η αποσπασματική σύνταξη δημιουργεί την αίσθηση ενός κόσμου ρευστού, που δεν μπορεί να σταθεροποιηθεί. Χαρακτηριστική είναι η εικόνα του καρπού της ελιάς που πέφτει και μένει «να γίνει / χώμα πάνω στο χώμα» (σ. 43). Η απώλεια  παρουσιάζεται ως μεταμόρφωση της ύλης, ως επιστροφή στον κύκλο της φθοράς. Παράλληλα, επανέρχεται η προβληματική του λόγου και της σιωπής: «μια γλώσσα κανείς να την ακούσει / ψιθυριστή ψιθυριστά / αποδημεί στον βράχο» (σ. 43). Ο λόγος εξακολουθεί να αναζητά έναν αποδέκτη, αλλά κινείται στο όριο της σιωπής. Η υπαρξιακή αγωνία συμπυκνώνεται στο ερώτημα «γιατί δειπνούμε στο σκοτάδι;» (σ. 44), ενώ η μνήμη εμφανίζεται ως υπόγεια, επίμονη παρουσία: «στον ύπνο μας κατοικούν όλα τα ονόματα» (σ. 44). Όσα έχουν χαθεί δεν εξαφανίζονται, αλλά επιστρέφουν μέσα από το όνειρο, το σώμα και το τοπίο. Στο τέλος, το αλάτι «σχίζει», «μαστιγώνει», αλλά ταυτόχρονα «χτίζει», ώσπου να σχηματιστεί «ένα άγαλμα / μια όψη υπαρκτή / […] θνητό αλάτι» (σ. 45). Η εικόνα αυτή συμπυκνώνει τη βαθύτερη λειτουργία της ποιητικής τέχνης, καθώς η μορφή γεννιέται μέσα από τη φθορά, ενώ το μνημονικό ίχνος παραμένει ταυτόχρονα εύθραυστο και επίμονο. Η τρίτη ενότητα ολοκληρώνει έτσι την πορεία της συλλογής: από το τραύμα και τη σιωπή του «Ψαλμού», στη μνήμη και τον πατέρα της δεύτερης ενότητας, και τελικά σε μια ευρύτερη συνύπαρξη ζωντανών και νεκρών. Η ποίηση δεν νικά τον θάνατο· μετατρέπει την απώλεια σε μορφή, μνήμη και λόγο.

Στην ποίηση του Θωμά Τσαλαπάτη η απώλεια δεν αποτελεί απλώς θεματικό μοτίβο αλλά τρόπο θέασης του κόσμου. Από τον «Ψαλμό» έως το «Μεγάλο μαύρο φως», ο θάνατος, η μνήμη, το σώμα, ο πατέρας, η πόλη και η Ιστορία συγκροτούν ένα ενιαίο ποιητικό πεδίο, μέσα στο οποίο τίποτε δεν παραμένει οριστικά διαχωρισμένο.  Οι ζωντανοί συνομιλούν με τους νεκρούς, το παρελθόν εισχωρεί στο παρόν, η ύλη μετατρέπεται σε μνήμη και η σιωπή αναζητά διαρκώς τη δυνατότητα της γλώσσας.

Η ποιητική γλώσσα του Θωμά Τσαλαπάτη δεν επιχειρεί να εξηγήσει την απώλεια αλλά την κρατά ανοιχτή. Την αφήνει να εμφανίζεται ως ρωγμή, ως σώμα, ως απουσία, ως τοπίο, ως άνεμος, ως «θνητό αλάτι». Και ίσως ακριβώς γι’ αυτό η ποίηση μπορεί να λειτουργήσει ως μορφή αντίστασης στη λήθη, όχι επειδή διασώζει το χαμένο αμετάβλητο, αλλά επειδή του προσδίδει μια νέα, εύθραυστη και διαρκώς μεταβαλλόμενη μορφή. Και το ποίημα, όπως φαίνεται να υποστηρίζει η συλλογή, δεν μπορεί να νικήσει τον θάνατο. Μπορεί όμως να δημιουργήσει έναν χώρο στον οποίο η απουσία εξακολουθεί να έχει φωνή, πρόσωπο και μνήμη. Σ’ αυτό το σημείο βρίσκεται και η ιδιαίτερη δύναμη της ποιητικής σύνθεσης του Θωμά Τσαλαπάτη.

 

Η Νίκη Ι. Μισαηλίδη κατάγεται από την Πάτρα. Έχει σπουδάσει Φιλολογία και είναι κάτοχος Μεταπτυχιακού διπλώματος στη Δημιουργική Γραφή του ΕΑΠ. Εργάζεται ως Φιλόλογος στη δημόσια εκπαίδευση. Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια για τη γραφή, τα Νέα Προγράμματα Σπουδών στη Λογοτεχνία στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, τη Διαφοροποιημένη Διδασκαλία και συμμετέχει ως επιμορφώτρια σε εργαστήρια πεζού και ποιητικού λόγου. Κριτικά της κείμενα για τη σύγχρονη λογοτεχνία, καθώς και ποιήματα και διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί σε ηλεκτρονικά περιοδικά, σε ιστοσελίδες και στον έντυπο τύπο. Με ποιητικά και πεζά κείμενα συμμετέχει σε συλλογικά έργα και τόμους: α. Ιστορίες με γάτες …για γάτεςΓατονανοδιηγήματα. Εκδόσεις ΟΤΑΝ, 2025, β. Μικρά για τη μητέρα. Εκδόσεις αλάτι, 2025, γ. Ταξίδι. Εκδόσεις παρέμβαση, 2025. Τον Νοέμβριο του 2024 κυκλοφορεί από τις εκδόσεις 24 γράμματα το βιβλίο της (ποιητική συλλογή) Σχολικές Ποιητικές διαδρομές – Μια κυψέλη όλο μέλισσες και μέλι που συνέγραψε με την Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου.