• Δεν υπάρχουν προϊόντα στο καλάθι
ΚΟΡΥΦΗ

Η ανάγνωση ως πράξη, χώρος εγκατοίκησης, ψυχικής συνύπαρξης και εντέλει θεραπείας. Γράφει ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης

Η ανάγνωση ως πράξη, χώρος εγκατοίκησης, ψυχικής συνύπαρξης και εντέλει θεραπείας

(Λιάκου Μαρία, Η ενσωμάτωση του θεραπευτικού λόγου στη λογοτεχνία. Εκδόσεις Κοβάλτιο. Φεβρουάριος 2026. Αθήνα)

 

Γράφει ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης

 

Πριν από λίγους μήνες, ήρθε στην κυκλοφορία ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον δοκίμιο της Μαρίας Λιάκου με τον τίτλο «Η ενσωμάτωση του θεραπευτικού λόγου στη λογοτεχνία» από τις Εκδόσεις Κοβάλτιο. Τα κείμενα αυτού του βιβλίου, εβδομήντα δύο μόλις σελίδων,  εντάσσονται σε είκοσι τρία σύντομα κεφάλαια. Περιδιαβαίνοντας τα περιεχόμενά του, αντιλαμβανόμαστε ότι το πρωτότυπο ετούτο και άκρως χρήσιμο δοκίμιο  για αρκετούς, δεν είναι τόσο ένα βιβλίο που σχετίζεται με την έννοια της «βιβλιοθεραπείας», με την στενή έννοια του όρου, όσο περισσότερο μάλλον παριστά μια επιστημονική μελέτη και βαθιά ανάλυση πάνω στη σχέση ανάμεσα στην έννοια της  λογοτεχνίας, την εμπειρία της ανάγνωσης, την ψυχική εμπειρία και τον θεραπευτικό λόγο σε απώτερο βεβαίως χρόνο. Και αυτή η παρατήρηση  αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, το πιο ενδιαφέρον χαρακτηριστικό γνώρισμα ετούτου του ενδιαφέροντος δοκιμίου. 

Μαρία Λιάκου

Η συγγραφέας του, από το πρώτο ήδη κεφάλαιο του βιβλίου της (Το λογοτέχνημα ως μέσο επαναπροσδιορισμού), εξομολογείται στον αναγνώστη τους αντικειμενικούς σκοπούς της που είναι η ανάδειξη της αξίας ενός διαφορετικού τρόπου  προσέγγισης της λογοτεχνίας, την βραδεία, όπως την αποκαλεί, ενσυναίσθηση ή σχεσιακή ανάγνωση, «…όπως τη συναντούμε  στο πεδίο της βιβλιοθεραπείας, και της θεραπείας μέσω του λόγου».  Η Λιάκου εμμένει στην άποψη ότι ο σύγχρονος άνθρωπος, όπως έχει διαμορφωθεί η σημερινή του καθημερινότητα, στη πλειονότητα των περιπτώσεων αναγκάζεται να διαβάζει μέσα σε συνθήκες ταχύτητας, υπερπληροφόρησης και συνεχούς διέγερσης από τα επελαύνοντα συνεχώς μέσα κοινωνικής δικτύωσης στα οποία βρίσκεται εμπλεκόμενος αφού ο ίδιος βεβαίως ήδη έχει εγγραφεί σε αυτά.  Έτσι η όλη διαδικασία της ανάγνωσης τείνει να εξελιχθεί σε ακόμα μια μορφή σύγχρονης κατανάλωσης στο πρότυπο των πολλών άλλων υφιστάμενων. Απέναντι σε αυτή τη μορφή προϊούσας πνευματικής παρακμής, η συγγραφέας  προτείνει τον βραδύ τρόπο  ανάγνωσης της λογοτεχνίας,  όχι τόσο ως εφαρμόσιμη τεχνική, αλλά κυρίως ως στάση ζωής και ως συνειδητή άρνηση της απαίτησης να καταναλώνουμε ταχύτατα τα πάντα. Άλλωστε, η ίδια λέει χαρακτηριστικά ότι δεν διαβάζουμε για να τελειώσουμε με όποιο τρόπο τις σελίδες  του βιβλίου, αλλά για να επιτρέψουμε στο βιβλίο να δουλέψει μέσα μας.

Εδώ εδράζεται ουσιαστικά και το πρώτο θεμέλιο της σκέψης της: η θεραπευτική δυνατότητα της λογοτεχνίας αρχίζει όταν παύουμε να την αντιμετωπίζουμε απλώς ως ένα αντικείμενο κατανόησης. Για το ρόλο της λογοτεχνίας τονίζει και αυτή όπως και οι επιστημονικές της πηγές τα αυτονόητα, ότι δηλαδή «… αποτελεί αναντικατάστατο χώρο ηθικής και συναισθηματικής καλλιέργειας: μέσα από την εμβάθυνση σε ξένες ζωές, μαθαίνουμε να κατανοούμε τον ανθρώπινο πόνο, την αβεβαιότητα, την ανάγκη για φροντίδα, και να συνδεόμαστε μεταξύ μας». Στο κεφάλαιο «Ο μηχανισμός κατανόησης στο λογοτεχνικό κείμενο», η  Λιάκου μετακινεί το κέντρο βάρους του νοήματος από το κείμενο στα όσα διαδραματίζονται στο εσωτερικό του αναγνώστη  καθώς αυτός διαβάζει το κείμενο. 

Ο αναγνώστης παύει να είναι παθητικός αποδέκτης κάποιου νοήματος που βρίσκεται ήδη μέσα στο βιβλίο και γρήγορα εξελίσσεται σε  συνομιλητή και  συμμέτοχο, ενώ το βιβλίο δεν αποτελεί ένα απλό αντικείμενο που κρατά στα χέρια του, αλλά συντροφιά και αγάπη. Την ίδια στιγμή, η πολυπόθητη θεραπευτική λειτουργία δεν προκύπτει επειδή το βιβλίο μας δίνει μια συμβουλή, αλλά επειδή μας κατευθύνει και μας βοηθά να αναδυθεί από μέσα μας  κάτι που μέχρι τότε δεν μπορούσαμε να κατονομάσουμε. Έτσι η λογοτεχνία δεν είναι μέσο που να δίνει απαντήσεις, αλλά  χώρος συνοδοιπορίας, συντροφιάς. Εδώ γίνεται μια ουσιαστική διαφοροποίηση. Η Λιάκου, με την μακρόχρονη πείρα της ως κοινωνικής λειτουργού,  και όπως δηλώνει η ίδια, δεν υπαινίσσεται  ότι κάθε ανάγνωση είναι θεραπευτική διαδικασία, ούτε ότι ένα μυθιστόρημα μπορεί να αντικαταστήσει την ψυχοθεραπεία. Αντίθετα, όλα αυτά μπορεί να λειτουργήσουν θεραπευτικά ως ένας ενδιάμεσος ή συμβολικός χώρος όπου μπορούμε να αναγνωρίσουμε κάποιες πλευρές του εαυτού μας. Δεν ενδιαφέρεται μόνο για το αν κατανοούμε ένα λογοτεχνικό κείμενο, αλλά κυρίως  για το αν ο λόγος του κειμένου περνά μέσα μας και τελικά γίνεται εμπειρία. Στο κεφάλαιο «Σωματοποίηση κι ενσωμάτωση του θεραπευτικού λόγου», μας εξηγεί,  η λογοτεχνική εμπειρία μπορεί να διαπεράσει και να αποτυπωθεί στο σώμα, στα μάτια, στη φωνή, στο γέλιο, στο δέρμα, στα δάκρυα, στη στάση του σώματος. Παράλληλα, όμως, αρχίζει να περιγράφει κάποιες πτυχές και λεπτομέρειες του κοινού αναγνώσματος, το οποίο όπως λέει, «… ενώνει ανθρώπους που διαφορετικά δεν θα έβρισκαν σημείο συνάντησης…». Και ίσως μπορεί να μην «συμφωνούν πάντοτε, ωστόσο, συγκινούνται μαζί. Κι αυτό είναι ικανό για να συσταθεί κοινότητα και να υπάρξει μύηση στο λογοτέχνημα και στο κοινωνείν».

Η συγγραφέας του παρόντος δοκιμίου, εμμένει στη μορφή του λογοτεχνικού λόγου. Ο θεραπευτικός λόγος, σύμφωνα με την περιγραφή του βιβλίου, χαρακτηρίζεται από ρυθμό και παύσεις, σύμβολα και εικόνες, αμφισημία και ειλικρίνεια. Αυτό είναι επίσης σημαντικό γιατί η θεραπευτική δύναμη δεν βρίσκεται μόνο στο θέμα ή την κεντρική υπόθεση  ενός έργου, αλλά στο πως  ειδικότερα είναι γραμμένο. Στη «δύναμη της λιτότητας» συγκεκριμένα! Ένα μικρό, λιτό κείμενο εξηγεί, μπορεί να είναι πιο δραστικό από μια τεράστια αφήγηση. Η δύναμη αυτή της λιτότητας, φαίνεται όπως αναφέρει ως ένα παράδειγμα  αφαιρετικής δύναμης και στα γνωστά κείμενα της Γιόκο Ογκάουα.  

Το κεφάλαιο «Λογοτεχνία και τραύμα» είναι, κατά τη γνώμη μου, από τα πιο κρίσιμα του βιβλίου. Η κεντρική του ιδέα, δεν είναι ότι η λογοτεχνία εξαφανίζει το τραύμα. Αντίθετα, μπορεί να δημιουργήσει έναν χώρο όπου αυτό μπορεί να ειπωθεί, να αναγνωριστεί και να πάρει μορφή, την ώρα που η ανάγνωση γίνεται πράξη συνοδοιπορίας. Ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου εκτρέπεται φαινομενικά από τον αναγνώστη στην κοινότητα των αναγνωστών.

Εδώ η Μαρία Λιάκου κάνει μια καθαρή διάκριση ανάμεσα στη λέσχη ανάγνωσης και στην ομάδα ανάγνωσης. Η λέσχη ενδιαφέρεται περισσότερο για το βιβλίο, την  πλοκή, τους χαρακτήρες, την αισθητική, τις πολυποίκιλες απόψεις,  την  αναγνωστική απόλαυση. Η ομάδα ανάγνωσης με μικρότερο αριθμό μελών,  έχει περισσότερο ψυχοδυναμικό προσανατολισμό, και ενδιαφέρεται κυρίως για το τι προκαλεί το βιβλίο στον αναγνώστη. Μια αναγνωστική ομάδα δεν χρειάζεται να καταλήγει σε κοινή ερμηνεία. Αντίθετα, η διαφορετικότητα των αναγνώσεων είναι μέρος της αξίας της. Αυτό που μπορεί να είναι κοινό δεν είναι η ερμηνεία αλλά η συγκίνηση, η συμμετοχή, η αναγνώριση της ανθρώπινης εμπειρίας. 

Μία από τις πιο πρωτότυπες έννοιες του βιβλίου είναι εκείνη της  μεταβιβλιοθήκης, η οποία δεν έχει σχέση με κείνη του κάθε σπιτιού,  αλλά με τη βιβλιοθήκη που μας ακολουθεί στο διάβα της ζωής μας. Το σύνολο, τουτέστιν, των βιβλίων που έχουν αφήσει πάνω μας τόσο ισχυρό αποτύπωμα ώστε πλέον να αποτελούν μέρος της προσωπικής μας μνήμης, της αυτοβιογραφίας μας και της εσωτερικής μας γλώσσας. Τέλος το παρόν βιβλίο ανοίγει έναν καθαρά σύγχρονο προβληματισμό με τα κεφάλαια «Τεχνητή συγκίνηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης» και «Το “δάκρυ” του αλγόριθμου», μέσα στα οποία η Λιάκου αντιπαραθέτει τη γρήγορη, προκατασκευασμένη συγκίνηση των κοινωνικών δικτύων με τη βραδεία και εκμαυλιστική συγκίνηση της λογοτεχνίας. 

Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι το δοκίμιο της Μαρίας Λιάκου υπαινίσσεται ότι η λογοτεχνία δεν αποτελεί μόνο γνώση ή αισθητική απόλαυση, αλλά στην ουσία  είναι σχέση. Η όλη διαδικασία της ανάγνωσης αποδεικνύεται  θεραπευτικά ενδιαφέρουσα όταν ο αναγνώστης παύει να είναι καταναλωτής και γίνεται παράλληλος συνομιλητής του κειμένου. Ο λόγος του άλλου μπορεί να βοηθήσει σε ικανό βαθμό την αναγνώριση του δικού μας λόγου ακόμη και πλευρές του εαυτού μας που δεν είχαμε κατονομάσει. Φυσικά η λογοτεχνία δεν θεραπεύει με την κλινική έννοια του όρου, αλλά είναι σε θέση να προσδώσει συμβολικό χώρο για την επεξεργασία της απώλειας, του τραύματος, της μοναξιάς και της προσωπικής εμπειρίας. Όλα αυτά, όμως, ενισχύονται δεόντως με την ουσιαστική μορφή ανάγνωσης ως πράξη αντίστασης, με διάθεση ικανού χρόνου, παύσης, προσοχής και προθυμίας να παραμείνουμε μέσα σε ένα κείμενο αρκετά ώστε να αλλάξει κάτι στο εσωτερικό  μας.

Η Μαρία Λιάκου γεννήθηκε το 1960 στο Φωτεινό Τρικάλων. Εργάστηκε για χρόνια ως κοινωνική λειτουργός και υπεύθυνη της υπηρεσίας ηλικιωμένων «Βοήθεια στο σπίτι» του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού και ως εκπαιδεύτρια ενηλίκων σε Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης. Είναι συντονίστρια ομάδων ανάγνωσης δια ζώσης και διαδικτυακά, ενώ αρθρογραφεί για βιβλία σε ηλεκτρονικά πολιτιστικά περιοδικά. 

 

 

Ο Γεώργιος Σχορετσανίτης γεννήθηκε στα Τρίκαλα της Θεσσαλίας τον Μάιο 1953. Τον Ιούνιο του 1970, τελείωσε το Β’ Εξατάξιο Γυμνάσιο Αρρένων Τρικάλων. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών μετά από επιτυχείς εισαγωγικές εξετάσεις, από την οποία αποφοίτησε τον Ιούνιο του 1976. Ειδικεύτηκε στη Χειρουργική στο Αρεταίειο Νοσοκομείο της Αθήνας. Τον Νοέμβριο του 1986, κατόπιν εξετάσεων του χορηγήθηκε ο τίτλος της ειδικότητας της Γενικής Χειρουργικής, ενώ το 1989 η Ιατρική Σχολή Αθηνών τον ανακήρυξε Διδάκτορα με βαθμό “Άριστα”. Έχει εργασθεί σε διάφορα νοσοκομεία στην Ελλάδα και το εξωτερικό και έχει δημοσιεύσει αρκετές επιστημονικές εργασίες σε διάφορα περιοδικά. Τα τελευταία χρόνια εργάστηκε ως Διευθυντής Χειρουργικής στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ηρακλείου. Παράλληλα ασχολείται με την ιστορία της ιατρικής, τον πολιτισμό και τη λαογραφία άλλων λαών, ενώ παράλληλα ταξιδεύει αρκετά σε διάφορα μέρη του κόσμου. Το συγγραφικό του έργο εστιάζεται σε πέντε, κυρίως, ενδιαφέροντα. Την ιστορία της ιατρικής,την ταξιδιωτική λογοτεχνία, την αφροαμερικανική ιστορία και πολιτισμό, την αρθρογραφία και την βιβλιοκριτική. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε πολλές εφημερίδες και έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά.