• Δεν υπάρχουν προϊόντα στο καλάθι
ΚΟΡΥΦΗ

Όταν η ποίηση γίνεται μαρτυρία: Με τα μάτια στη Γάζα, Ντίνος Σιώτης. Γράφει η Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου

Όταν η ποίηση γίνεται μαρτυρία: Με τα μάτια στη Γάζα, Ντίνος Σιώτης, Πόλις, 2026, ISBN 978-960-435-920-2

Γράφει η Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου

Το βιβλίο του Ντίνου Σιώτη Με τα μάτια στη Γάζα (Πόλις, 2026, ISBN 978-960-435-920-2) είναι μια ποιητική καταγραφή της φρίκης του πολέμου, αλλά ταυτόχρονα και μια προσπάθεια να διασωθεί, μέσα από τον ποιητικό λόγο, η ανθρώπινη μαρτυρία. Ήδη από το εξώφυλλο, ο αναγνώστης έρχεται αντιμέτωπος με την εικόνα μιας γυναίκας που κρατά ένα παιδί, ενώ γύρω της απλώνεται ένα εκτεταμένο τοπίο ερειπίων. Η αντίθεση ανάμεσα στη μητρική αγκαλιά και στην ισοπεδωμένη πόλη προϊδεάζει για έναν βασικό άξονα της συλλογής: απέναντι στην απρόσωπη εικόνα του πολέμου ο ποιητής τοποθετεί τον άνθρωπο, και ιδιαίτερα το παιδί. Ο τίτλος Με τα μάτια στη Γάζα δηλώνει, άλλωστε, μια στάση ευθύνης: το «βλέμμα» δεν είναι απλή παρατήρηση, αλλά επιλογή να μη μείνει αθέατη η τραγωδία.

Η κατεύθυνση αυτή γίνεται ακόμη σαφέστερη από τα δύο σύντομα προλογικά κείμενα της έκδοσης. Ο Παντελής Μπουκάλας, στο «Η Γάζα μιας βαθιάς πληγής ανίατης» (σ. 9), εστιάζει στον κίνδυνο της εξοικείωσης με τη βία και της «επείγουσας λήθης», ενώ ο Bernie Sanders θέτει, με διαφορετικό αλλά συμπληρωματικό τρόπο, το ερώτημα της ευθύνης απέναντι στην Ιστορία: «Τι κάνατε κατά τη διάρκεια της εθνοκάθαρσης και της γενοκτονίας στη Γάζα;». Οι δύο παρεμβάσεις πλαισιώνουν έτσι τη συλλογή από δύο πλευρές: από τη μία, τον κίνδυνο να συνηθίσουμε τη φρίκη και να την αφήσουμε να χαθεί μέσα στη λήθη· από την άλλη, την ανάγκη να αναμετρηθούμε με την προσωπική και συλλογική ευθύνη απέναντι σε όσα συμβαίνουν. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η γραφή του Σιώτη αποκτά τη λειτουργία μιας «ευαίσθητης μαρτυρίας». Ο ποιητής επιμένει στον ρεαλισμό και στα συγκεκριμένα ανθρώπινα περιστατικά, ιδιαίτερα στα παιδιά και στους αμάχους. Η ποίηση γίνεται έτσι αντίσταση στη λήθη: διασώζει πρόσωπα, στιγμές και ιστορίες που κινδυνεύουν να χαθούν μέσα στην ανωνυμία των αριθμών.

Η σύνθεση αποτελείται από πολλά σύντομα ποιητικά κείμενα με αυτοτελείς τίτλους, όπως «ΠΟΛΕΜΟΣ», «ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ», «Η ΜΗ ΒΙΑ», «ΑΙΜΑ», «Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΓΑΖΑΣ», «ΔΙΚΑΙΟ», «ΜΝΗΜΗ», «ΕΙΡΗΝΗ», «ΑΔΙΚΟ», «Ο ΑΛΙ» και άλλα. Η δομή είναι σπονδυλωτή και αποσπασματική. Τα ποιήματα μπορούν να διαβαστούν αυτόνομα, συνδέονται όμως μέσω επαναλαμβανόμενων μοτίβων: τα παιδιά, ο θάνατος, τα ερείπια, η πείνα, η βία, η μνήμη και η ειρήνη. Η μορφή αυτή ταιριάζει στο αντικείμενο της συλλογής: ο/η αναγνώστης/-στρια δεν παρακολουθεί μια ενιαία αφήγηση, αλλά μια σειρά από στιγμιότυπα, εικόνες και σκέψεις, σαν μια ροή ειδήσεων και μαρτυριών. Η ποίηση, ωστόσο, δίνει σε αυτά τα θραύσματα διάρκεια και μνήμη.

Ένα από τα κεντρικά θέματα είναι η καταστροφή της παιδικής ηλικίας. Στο «ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΣΤΗ ΓΑΖΑ» (σ. 30), ο ποιητής γράφει: «Τα παιδιά στη Γάζα, μεγαλώνοντας, / γίνονται απ’ τη μια μέρα στην άλλη / ενήλικες», για να καταλήξει: «…κάθε παιδί στον κόσμο αξίζει να ζει / σαν παιδί, όχι όμως στη Γάζα». Η αντίθεση «παιδί – ενήλικας» αποδίδει τη βίαιη και πρόωρη ενηλικίωση που επιβάλλει ο πόλεμος. Η φράση «απ’ τη μια μέρα στην άλλη» συμπυκνώνει την αιφνίδια ανατροπή της φυσιολογικής πορείας της ζωής.

Το ίδιο θέμα συμπυκνώνεται στο «ΕΦΙΑΛΤΕΣ» (σ. 49): «Τα παιδιά στη Γάζα / δεν βλέπουν όνειρα, / μοναχά εφιάλτες». Η αντίθεση «όνειρα – εφιάλτες» αποδίδει με ελάχιστες λέξεις την απώλεια της παιδικής χαράς αλλά και της ίδιας της δυνατότητας να ονειρευτεί κανείς.

Στο ποίημα «ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ» (σ. 21), η παιδική αθωότητα αποκτά ευρύτερη ανθρωπιστική διάσταση: «Βαθιά μέσα στα μάτια των παιδιών του / Ισραήλ και της Παλαιστίνης φωλιάζει / η αθωότητα…». Η τοποθέτηση των παιδιών και των δύο πλευρών στην ίδια ποιητική εικόνα παρουσιάζει την αθωότητα ως κοινό ανθρώπινο χαρακτηριστικό, απέναντι στο «μίσος», το αίμα και τα ερείπια. Η έμφαση στα παιδιά συνδέεται άμεσα με τον Μπουκάλα, ο οποίος αναφέρεται σε συγκεκριμένα θύματα, όπως η πεντάχρονη Χιντ Ρατζάμπ και ο μικρός Αλί. Ο πόλεμος παύει έτσι να είναι μια αφηρημένη γεωπολιτική σύγκρουση και γίνεται σειρά συγκεκριμένων ανθρώπινων απωλειών.

Ιδιαίτερη θέση κατέχει το «Ο ΠΟΙΗΤΗΣ» (σ. 31), όπου τίθεται το ίδιο το ζήτημα της δυνατότητας της ποίησης να εκφράσει μια τέτοια τραγωδία: «Ένας ποιητής στη Γάζα γράφει πως χρειάζονται / όλα τα αλφάβητα όλων των γλωσσών του κόσμου / για να φτιάξουν πένθος / για τον άμαχο πληθυσμό,…». Η υπερβολή δηλώνει ότι το μέγεθος της τραγωδίας υπερβαίνει τα όρια της ανθρώπινης γλώσσας. Η αναφορά στον Παλαιστίνιο ποιητή Refaat Alareer και στην προτροπή του να «πείτε την ιστορία μου» συνδέει άμεσα την ποίηση με τη μνήμη και τη μαρτυρία. Ο ποιητής γράφει, επομένως, όχι μόνο για να εκφράσει ένα συναίσθημα αλλά και για να διασώσει μια ιστορία που κινδυνεύει να χαθεί.

Η λειτουργία της εικόνας και της πληροφορίας εξετάζεται στο ποίημα «ΥΜΝΟΙ» (σ. 32): «Οι φωτογραφίες απ’ τη Γάζα / δεν είναι ειδήσεις, είναι ύμνοι / ασυνάρτητοι στην τραγωδία». Οι φωτογραφίες δεν αποτελούν απλώς πληροφορίες, αλλά γίνονται κραυγές πόνου. Το ποίημα συνομιλεί με την παρατήρηση του Μπουκάλα για την κόπωση της κοινής γνώμης από τα αλλεπάλληλα «σοκ». Όταν η είδηση κινδυνεύει να γίνει καθημερινότητα, η ποίηση επιχειρεί να εμποδίσει την πληροφορία να μετατραπεί σε λήθη.

Στην ίδια σελίδα, στο «ΜΥΡΜΗΓΚΙΑ», η σκληρή παρομοίωση «Όπως πατάς με μια μπότα τα μυρμήγκια, / έτσι σκοτώνουν τους Παλαιστίνιους στη / Γάζα…» αποδίδει την τεράστια ανισορροπία δύναμης ανάμεσα στους αμάχους και στη στρατιωτική ισχύ. Η εικόνα συνδέεται με το ζήτημα της απανθρωποποίησης που θίγει ο Μπουκάλας. Η γλώσσα μπορεί να αφαιρεί από το θύμα την ανθρώπινη ιδιότητά του,  ενώ  η ποίηση επιχειρεί την αντίστροφη κίνηση, αποκαθιστώντας το πρόσωπο, το όνομα και την ιστορία.

Αμέσως μετά, στο ποίημα «ΤΑ ΜΩΡΑ ΤΗΣ ΓΑΖΑΣ», συναντούμε ένα από τα πιο εύστοχα γλωσσικά ευρήματα της συλλογής: «Μέσα στης Γάζας τα / χαλάσματα γεννιούνται / χαλασμένα πλάσματα». Η ηχητική συγγένεια ανάμεσα στις λέξεις «χαλάσματα» και «χαλασμένα» δημιουργεί ένα έντονο λογοπαίγνιο: ο κατεστραμμένος χώρος μετατρέπεται συμβολικά σε κατεστραμμένη ανθρώπινη ζωή. Αντίστοιχα, στο «ΠΡΟΣΩ ΟΛΟΤΑΧΩΣ» (σ. 22), η εικόνα των παιδιών αντιπαρατίθεται στους στίχους «… ένας ολόκληρος δυτικός / πολιτισμός που πλουτίζει πουλώντας / όπλα, πρόσω ολοταχώς στον πόλεμο». Η ειρωνική έκφραση «πρόσω ολοταχώς» παρουσιάζει την πορεία του πολιτισμού ως πορεία προς τον πόλεμο αντί προς την ειρήνη.

Ανάλογα λειτουργεί το «Η ΜΗ ΒΙΑ» (σ. 21), όπου ο ποιητής χρησιμοποιεί θρησκευτικό διακείμενο, αντιπαραθέτοντας τη διδασκαλία της μη βίας του Ιησού με τη σύγχρονη πραγματικότητα: «Το απαράμιλλο όπλο τής μη βίας το/ δίδαξε ένας Εβραίος, ο Ιησούς, αλλά/ένας άλλος Εβραίος, ο Νετανιάχου,/ ετοιμάζεται σήμερα να κάνει απόβαση/ στη Γάζα…». Η αντιπαράθεση των δύο προσώπων συμπυκνώνει την αντίφαση ανάμεσα στη μη βία ως ηθική στάση και στη βία ως μέσο επιβολής. Η θρησκευτική αναφορά λειτουργεί έτσι όχι μόνο ως διακειμενικό στοιχείο, αλλά και ως μέτρο σύγκρισης της σύγχρονης πραγματικότητας με ένα ηθικό πρότυπο.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το «ΓΑΖΑ Ι» (σ. 38). Η επανάληψη «Μια φορά κι έναν καιρό» παραπέμπει στη γλώσσα του παραμυθιού, εδώ όμως εισάγει έναν πραγματικό κόσμο που έχει χαθεί: «…μια πόλη με δρόμους, πλατείες με χουρμαδιές / και δημόσια κτίρια και σχολεία και σπίτια με πόρτες…». Η συνεχής παράθεση δημιουργεί έναν κατάλογο της καθημερινής ζωής που υπήρχε πριν από την καταστροφή. Η επανάληψη του «και» και η περιορισμένη στίξη επιταχύνουν τον ρυθμό και δίνουν την αίσθηση μιας αδιάκοπης αφήγησης. Το τέλος, «…μέχρι που ήρθε ο κατακλυσμός,  κι η Γάζα έγινε αεροπλάνο που χάθηκε στην πτήση του», μετατρέπει την προηγούμενη εικόνα ζωής σε εικόνα απώλειας. Η επανάληψη του παραμυθικού «μια φορά κι έναν καιρό» λειτουργεί τελικά ως μηχανισμός μνήμης.

Συνολικά, η γλώσσα του Ντίνου Σιώτη είναι άμεση, σύγχρονη, συχνά δημοσιογραφική, αλλά ταυτόχρονα έντονα ποιητική. Η ποίηση στηρίζεται κυρίως στην επανάληψη, την αντίθεση, την παρομοίωση, το λογοπαίγνιο και την έντονη οπτική εικόνα. Η λιτή στίξη, οι μεγάλες συντακτικές ακολουθίες και οι επαναλαμβανόμενοι σύνδεσμοι, ιδιαίτερα το «και», δημιουργούν άλλοτε αίσθηση συσσώρευσης και άλλοτε ακραίας συμπύκνωσης. Έτσι, η συλλογή κινείται ανάμεσα στην εκτενή απαρίθμηση και στο σύντομο ποιητικό στιγμιότυπο.

Η ποιητική συλλογή Με τα μάτια στη Γάζα δεν επιδιώκει αισθητική αποστασιοποίηση. Είναι ποίηση μαρτυρίας, διαμαρτυρίας και μνήμης. Η σπονδυλωτή δομή και τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα δημιουργούν έναν ενιαίο υπόγειο ιστό, ενώ οι μεμονωμένες εικόνες μετατρέπονται σταδιακά σε συλλογική μνήμη. Ο ποιητής επιμένει να κοιτάζει, να ονομάζει και να θυμάται.

Και ίσως αυτό να είναι τελικά το βαθύτερο νόημα του τίτλου: «με τα μάτια» σημαίνει να αρνείσαι να συνηθίσεις την εικόνα του ανθρώπινου πόνου και να μετατρέπεις το βλέμμα σε μαρτυρία. Απέναντι στη λήθη και στην απανθρωποποίηση, η γραφή επιμένει να βλέπει, να κατονομάζει και να θυμάται. Και, τελικά, να υπερασπίζεται ακόμη και μέσα στην καταστροφή τη δυνατότητα της ομορφιάς. Όπως γράφει ο Σιώτης στο ποίημα «ΟΜΟΡΦΙΑ» (σ. 38):

«Θέλω να ζήσω μέχρι τη μέρα που
ο τελευταίος ναζί δεν θα μπορεί να
καταργήσει την ομορφιά στη Γάζα».

 

 

Η Πωλλέτα Β. Ψυχογυιοπούλου είναι φιλόλογος και βιβλιοθηκονόμος. Κατέχει μεταπτυχιακούς τίτλους α) στη Διοίκηση Σχολικών Μονάδων και β) στις Επιστήμες της Αγωγής με ειδίκευση στη Δημιουργική γραφή (κατεύθυνση εκπαίδευση). Διετέλεσε από το 2011 έως το 2018 Σχολική Σύμβουλος φιλολόγων Αχαΐας.