Αφιέρωμα στην 8η Μάρτη: Ηλικία – Φύλο – Λογοτεχνία (9)
Σε συνέχεια της δράσης «Γυναίκες επί σκηνής», η ΑΜΚΕ Θράκα, το Δίκτυο Γυναικών Συγγραφέων κατά της Έμφυλης Βίας και των Γυναικοκτονιών «Η Φωνή Της», καθώς και το Δίκτυο Συγγραφέων, διοργάνωσαν φέτος δράση με θέμα «Ηλικία – Φύλο – Λογοτεχνία».
Ο ηλικιακός ρατσισμός (ηλικισμός) στις γυναίκες αναφέρεται στα στερεότυπα (πώς σκεφτόμαστε), στις προκαταλήψεις (πώς νιώθουμε) και στις διακρίσεις (πώς ενεργούμε) απέναντι στις άλλες ή στις εαυτές μας με βάση την ηλικία. Πρόκειται για ένα κοινωνικό φαινόμενο που επηρεάζει το λογοτεχνικό πεδίο, ειδικά σε συσχέτιση με το φύλο, στον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνονται οι έννοιες (του τι θεωρείται) «γνωστή / επιδραστική συγγράφισσα», «διεθνούς εμβέλειας / θεμάτων» και «εντός κανόνα / με ποιοτικό έργο».
Εκτός από τα στερεότυπα των φύλων και την οικονομική ανισότητα, ένας από τους κύριους μηχανισμούς αποκλεισμού των γυναικών από τη λογοτεχνία είναι η ηλικία. Ενώ οι νέες γυναίκες συχνά πατρονάρονται, παιδικοποιούνται ή αντικειμενοποιούνται, οι μεγαλύτερες γυναίκες συχνά δεν περιλαμβάνονται ή παραβλέπονται, τα αισθητικά τους επιτεύγματα και οι επιρροές τους ελαχιστοποιούνται, οι προοπτικές τους περιθωριοποιούνται, η παρουσία τους μειώνεται σε κάθε επίπεδο σε σύγκριση με τους άνδρες ομόλογούς τους.
Οι «Γυναίκες επί σκηνής» με αφορμή την 8η Μάρτη ετοίμασαν ένα ειδικό αφιέρωμα σε δύο πράξεις:
Πράξη πρώτη: Το διαδικτυακό περιοδικό Θράκα έχει συγκεντρώσει σε ένα ειδικό αφιέρωμα, κείμενα που μιλούν για τον ηλικιακό ρατσισμό σε σχέση με το φύλο και τη λογοτεχνία. Το αφιέρωμα χωρίζεται σε μέρη που δημοσιεύτηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια του Φεβρουαρίου και η δημοσίευσή τους συνεχίζεται ως το τέλος του Μαρτίου.
Πράξη δεύτερη: Πραγματοποίηση εκδήλωσης στις 8 Μάρτη με αναγνώσεις, ομιλίες από καλεσμένες και ειδικούς, καθώς και συζήτηση με το κοινό, καθώς και δεύτερης εκδήλωσης με θεατρικά Αναλόγια στο Αλτάι.
Και στις δύο εκδηλώσεις υπήρχε αλληλέγγυο παζάρι βιβλίων, με το 50% των εσόδων να προσφέρεται στο καταφύγιο για κακοποιημένες γυναίκες που λειτουργεί το Ελληνικό Δίκτυο Γυναικών Ευρώπης.
Τα άρθρα που έχουν δημοσιευτεί: πρώτο άρθρο (έργα των: Δέσποινα Γερασιμίδου, Δώρα Κασκάλη, Ελένη Μπουκαούρη και Έφη Ζωγράφου) το δεύτερο άρθρο (έργα των: Ανδρονίκη Τασιούλa, Μαρκία Λιάπη, Ασημίνα Ξηρογιάννη, Αγγελική Κουρμουλάκη, Μακλένα Νίκα, Εύη Γκενούδη, Λεμονιά – Μόνικα Αβαγιάννη, Κατερίνα Ράπτη, Αλίκη Γκανά), το τρίτο άρθρο, (έργα των: Εύα Στάμου, Κατερίνα Καπερναράκου, Μυρτώ Χμιελέφσκι, Γιούλη Βολανάκη, Δήμητρα Κυριακοπούλου, Στρατονίκη Ζαρμποζάνη), το τέταρτο άρθρο (έργα των: Αλέκα Πλακονούρη, Αντιγόνη Πανταζή, Ειρήνη Νομικού, Όλγα Μπακοπούλου, Βασιλική Παππά), το πέμπτο άρθρο (έργα των: Μαρία Κανδυλιώτη, Δημήτρης Φούτσιας, Amélie Hamlet Medusa, Μαρία Σκαφιδά, Αναστασία Καραογλάνη, Ελένη Γούλα, Μαρία (Μαρίζα) Τζούνη), και το έκτο άρθρο (έργα των: Ελένη Αλεξίου – Αναστασία Γκίτση, Αριάδνη Καλοκύρη – Κατερίνα Μαρδακιούπη, Κατερίνα Γκιουλέκα, Σοφία Γουργουλιάνη, παναγιώτης σ. αντωνιάδης, Φιλία Κανελλοπούλου, Μάνια Μεζίτη, Κατερίνα Λιάτζουρα, Ελευθερία Ζέλκα, Σωτηρία Τσιάκα, Ελένη Γαλάνη, Ειρήνη Σκούρα), έβδομο άρθρο (έργα των: Γεωργία Μακρογιώργου, Αθηνά Βογιατζόγλου, Ζωή Χατζηγεωργίου, Ευγενία Τζιρτζιλάκη, Κωνσταντίνα Ζαγάρη, Σοφιαλένα Ψαρρά), όγδοο άρθρο (έργα των: Λίνα Φυτιλή, Ελένη Καρασαββίδου, Φωτεινή Μυλωνά-Ραΐδη, Μαρία Χριστοδούλου, Στέλλα Παντζαρτζή, Ελισάβετ Πολίτη, Αφροδίτη Λυμπέρη, Γεωργιάνα Λούκου, Γεωργία Βεληβασάκη, Γιώτα Βασιλακοπούλου, Βασιλική Δραγούνη, Πηνελόπη Ζαλώνη, Αλεξία Ζουμπουλάκη, Στέλλα Δ. Σακαλή, Έλενα Αγγελοπούλου, Σωκράτης Καμπουρόπουλος, Κατερίνα Λιβιτσάνου Ντάνου).
Στο νέο μας άρθρο σας παρουσιάζουμε έργα των: Ειρήνη Βογιατζή, Τάνια Διαμάντη, Ευαγγελία Τάτση, Βιργινία Αγάπη Σπυράτου, Χρυσούλα Φούφα, Άννα Αμπατζόγλου, Μαρία Γιαννακάκη, Μαρία Γεωργαλά, Όλγα Νικολάου, Σοφία Περδίκη, Ντιάννα Βασιλείου, Αναστασία Μιχοπούλου, Χρύσα Αλεξίου, Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη
Επιμελήτριες του αφιερώματος: Marija Dejanović, Πέννυ Μηλιά.
Οργανωτική ομάδα συνεργασίας: Marija Dejanović, Κατερίνα Ηλιοπούλου, Πέννυ Μηλιά, Ευσταθία Π.
***
Ειρήνη Βογιατζή
Πριν προλάβω
Μεταμφιέζομαι.
Κραγιόν. Ρόλος. Φως.
Φθαρμένο χαρτί σε συρτάρι
που κλείνει σφιχτά την ιστορία
μην αφήσουμε μισή την πλοκή
στη σκηνή.
Τις νύχτες δραπετεύω μαζί τους
μαραζωμένη μάνα.
Μηδενικό ολοστρόγγυλο
μα ο κύκλος δεν κλείνει,
γλιστράει στα δάχτυλά μου δάκρυα.
Πώς θα φορεθεί ο άπαιχτος κόσμος
που ακόμη περιμένει;
Τα ποιήματα στα ράφια με κατηγορούν:
«Δεν είμαστε εμείς» , λένε.
«Άλλα γέννησες»
Κι εγώ λερώνω τη σελίδα
με στάχτη ,με πούδρα
με ό,τι απέμεινε από το πρόσωπο
που φορούσα πριν λίγο.
Υπήρξα ψυχή και σώμα στις γέννες μου –
εξορίστηκα
πίσω απ’ τις κόκκινες κουρτίνες .
«Ασθενικό το αίμα σου», είπαν άγρια.
Πριν προλάβω,
-γυναίκα πια που μεγαλώνει-
μια νυχτερίδα
στους τοίχους του σπιτιού μου,
στη σκηνή.
Με άδειασε, αδερφέ.
Τώρα έχω μόνο ένα λευκό χαρτί
να σκουπίζω το αίμα
και να το λέω τέχνη.
***
Τάνια Διαμάντη
Μεσημβρινές Ανησυχίες
Είναι μεσημέρι και εγώ μπουσουλάω όσο πιο αθόρυβα μπορώ,
λίγο ακόμη και γλιστράω κοντά σου.
Οι ανάσες σου διατηρούν τον ρυθμό τους,
καμία αντίδραση στην άφιξή μου.
Κάθομαι στα γόνατα και σε κοιτώ – τα μισάνοιχτα χείλη σου, την μύτη σου που ζεσταίνεται από τις
ανάσες, τα πυκνά σου φρύδια – αλλά δεν μπορώ να βρω τι έχουμε κοινό.
Απλώνω το αριστερό μου χέρι και ετοιμάζομαι για την αγαπημένη μου συνήθεια.
Αγγίζω το δεξί σου μάτι και σηκώνω το βλέφαρό σου. Το μάτι σου χορεύει σε άτσαλο ρυθμό όσο εσύ
χάνεσαι κάπου στον κόσμο των ονείρων.
Φέρνω το πρόσωπό μου κοντά του και περιμένω να δω αν θα με αναγνωρίσει.
Το αφήνω να κλείσει και σιγά σιγά ανοίγω το αριστερό σου βλέφαρο.
Βουτάω στον γκριζοπράσινο καθρέφτη να σε ψάξω αλλά αυτός δείχνει εμένα.
Τραβώ το χέρι πίσω και κοιτώ το πρόσωπό σου, πόσο απαλό και λείο και φωτεινό είναι, σαν μόνο έτσι
στα κρυφά να μπορώ να σε βλέπω από κοντά,
σαν να παγώνει ο χρόνος για να μετρώ χαρακτηριστικά,
να μπορώ να βλέπω την μαμά.
Είναι μεσημέρι και διαβάζεις το βιβλίο που σου έδωσα νωρίτερα.
Πίσω από τα γυαλιά τα μάτια σου ταξιδεύουν από την μια άκρη στην άλλη, ταλαντούμενα εκκρεμή που
προσπαθούν να προσπεράσουν τις παραγράφους με τις ατέλειωτες περιγραφές.
Έρχομαι στη άκρη του κρεβατιού και παρατηρώ ότι τα χρώματα του εξωφύλλου ταιριάζουν με το
χρώμα των ματιών σου.
Σε κοιτώ από κοντά αλλά δεν θέλω πολύ προσεκτικά, βλέπω μια άλλη εικόνα της μαμάς.
Ίσως από βήματα μακριά ο χρόνος δεν περνά και μπορώ να διώξω την ανησυχία μου σιωπηλά,
αλλά θέλω να έρθω κοντά, να σε πάρω στην αγκαλιά
και να κλειδώσω το βλέμμα μου με το δικό σου,
να αφήσω τα βλέφαρα μου να ανοιγοκλείσουν μονάχα αφότου κάθε κύτταρο του ματιού σου έχει
αποτυπωθεί στον αμφιβληστροειδή μου,
μονάχα αφότου η μνήμη διώξει τον φόβο ότι δεν θα μπορέσω να δω τα μάτια σου ξανά.
***
Ευαγγελία Τάτση
Φυλολογίες
(Φυτά εσωτερικού χώρου, εκδόσεις Βακχικόν)
Κάποτε
ένας καλλιτέχνης μου είπε
η τέχνη είναι αντρική δουλειά
οι γυναίκες δεν την χρειάζονται
γιατί οι γυναίκες γεννάνε
θύμωσα
-όπως θυμώνεις
για τα δικαιώματα των άλλων-
και με λίγο πείσμα παραπάνω
συνέχισα να γράφω τους στίχους μου
και τους στίχους μου τους γράφω
[όπως μια γυναίκα γεννάει]
ποτέ εύκολα
[όπως μια γυναίκα γεννάει]
ποτέ δύσκολα
-οι γυναίκες γεννούν
όπου κι αν είν’ ο θάνατος
μετά-
για τέχνη
δεν μπορώ τώρα να σας μιλήσω
γιατί τα μωρά μου κλαίνε
-αυτό είναι αντρική δουλειά-
***
Βιργινία Αγάπη Σπυράτου
Ακρίδες
“Δεν το εννοείτε στ’ αλήθεια, κυρία Ιωάννου, έτσι δεν είναι;”, τόλμησα να ρωτήσω.
Βρισκόμουν σε ένα δωμάτιο που μύριζε έντονα απολυμαντικό, μπροστά στην πολυθρόνα μιας υπέργηρης κυρίας, έτοιμης προς αναχώρηση για το επέκεινα. Ήταν ντυμένη κατάλληλα για την περίσταση με ένα κατάλευκο νυχτικό με βολάν, δαντέλες και κεντήματα και ένα ροζ ζακετάκι που έδενε μπροστά με κρεμαστά πον πον. Ήταν τόσο μικροκαμωμένη, έτσι όπως είχε χωθεί στη μπερζέρα της, θύμιζε τις κούκλες που έβαζαν παλιά να κάθονται με ανοιχτά τα πόδια στον καναπέ. Δίπλα της ένας γιατρός και μια ανιψιά πάσχιζαν να φαίνονται αξιοπρεπώς συντετριμμένοι, πράγμα που με οδήγησε στο λογικό συμπέρασμα ότι αυτοί οι δύο θα ήταν οι κληρονόμοι. Μου το επιβεβαίωσε και ο ταυτόχρονος δισταγμός τους και τα αμήχανα βλέμματα τους, όταν η γριά εξέφρασε την επιθυμία να μιλήσει ιδιαιτέρως μαζί μου.
Παρά την ανησυχία τους όμως, την οποία άφησα να σιγοβράζει όταν αργότερα βγήκα από το δωμάτιο χαμογελώντας επίτηδες μυστηριωδώς, η τελευταία της επιθυμία δεν είχε να κάνει με χρήματα. “Είστε δικηγόρος.”, μου είπε. “Και είστε αρκετά μεγάλη για μπορέσετε να βάλετε τον εαυτό σας στη θέση μου. Ανήμπορη, κυκλωμένη από αρπακτικά. Δεν με νοιάζει για τη ζωή που φεύγει. Αλλά πρέπει να ξέρω.” “Αν είναι μόνο θέμα γνώσης, μπορώ να σας διαβεβαιώσω για το αποτέλεσμα από τώρα”, της είπα. “Δεν είστε
θρήσκα, έτσι;”. “Όχι, δεν είμαι”. “Ετοιμάστε ότι χρειάζεται και θα σας περιμένω. Η αμοιβή θα υπερνικήσει τους δισταγμούς σας.”, επέμεινε. Ενέδωσα. Όχι για τα πέντε χιλιάρικα που μου πρόσφερε. Δε θα μπορούσα να της αρνηθώ τίποτα από τη στιγμή που είδα γαντζωμένη πάνω στο νυχτικό της μια τεράστια γκρίζα ακρίδα, γύρω στα είκοσι εκατοστά. Δεν μπορούσα να ξεκολλήσω τα μάτια μου από πάνω της, περιμένοντας να κουνηθεί, μέχρι που κατάλαβα ότι ήταν ψόφια, είχε απομείνει μόνο το κέλυφος πάνω στο ρούχο. Κρίμα που δεν είχε έρθει ακόμα ο παπάς με τη θεία κοινωνία. Θα το έπινα ένα ποτηράκι.
Έτσι ξεκίνησα λίγες μέρες αργότερα, για το νεκροταφείο. Κρατούσα μια τσάντα με ένα σεντόνι και ένα μπουκάλι λευκό κρασί. Αν είχα ακόμα μια μπαγκέτα και λίγο προσούτο, θα μπορούσα να κάτσω κάτω από κανένα κυπαρίσσι να κάνω πικ νικ. Δεν είχα, οπότε κατευθύνθηκα στο γραφείο κίνησης. Πλησίασα στο γκισέ και έδωσα στην υπάλληλο τα απαραίτητα έγγραφα και την τσάντα. Πλήρωσα τα τέλη και ενημερώθηκα για τη διαδικασία. Τα οστά, μου εξήγησε, θα πλυθούν με κρασί και θα μείνουν για δύο εβδομάδες σε έναν ειδικά διαμορφωμένο χώρο για να στεγνώσουν. Και εκεί που ήμουν σίγουρη ότι οι πληροφορίες ήταν υπερβολικά πολλές για να τις χωνέψει κάποιος, η υπάλληλος πρόσθεσε ότι ίσως ήταν καλύτερα να τους προμηθεύσω σήμερα κιόλας το οστεοφυλάκιο.
«Εγώ θα σας το φέρω;», ρώτησα. «Ασφαλώς», μου απάντησε. «Και που θα το βρω;» «Στα λουλουδάδικα απέναντι». Έσυρα τα βήματα μου μέχρι τα λουλουδάδικα και ρώτησα τον υπάλληλο αν όντως πουλάει οστεοφυλάκια. «Τα καλύτερα», μου είπε, «από γαλβανισμένο μέταλλο. Θέλετε με βελούδινη επένδυση ή σκέτα; Αυτά με το βελούδο κάνουν εκατό ευρώ, τα απλά εξήντα. Δείτε όμως τι καλό βελούδο είναι, το έχουμε σε μπορντό και σε γκρι». Προσπάθησα να φανταστώ πως θα ένιωθαν πιο άνετα τα κόκαλα μου: αν ακουμπούσαν σε γκρι βελούδο ή σε μπορντό; Νομίζω αυτή ήταν η στιγμή, που αποφάσισα να δωρίσω το σώμα μου στην επιστήμη. Τελικά πλήρωσα εξήντα ευρώ και ο υπάλληλος μου είπε, «ορίστε και το κλειδάκι σας. Αυτό θα το κρατήσετε εσείς, δεν θα τους το δώσετε.» «Να το κάνω τι, κύριε μου;», ρώτησα. «Για τα τρισάγια», μου απάντησε και με κοίταξε με ένα ύφος σαν να αγνοούσα βασικά πράγματα. Όντως τα αγνοούσα και ένιωθα πολύ καλύτερα γι’ αυτό.
Πήρα το κασελάκι παραμάσχαλα, με το κλειδάκι να κρέμεται από την κλειδαριά και να ντιντινίζει χαρούμενα χτυπώντας στο μέταλλο. Αθώο κλειδάκι. Δεν μπόρεσα να μην παρατηρήσω ότι στα πλάγια του κουτιού υπήρχαν τρεις χαριτωμένες τρυπούλες σε σχήμα ρόμβου. Λογικό. Αν έχανες το κλειδί, θα μπορούσες να ρίξεις μια ματιά μέσα από τις τρυπούλες για να σιγουρευτείς ότι ο σκελετός δεν είχε σηκωθεί να φύγει σιχτιρίζοντας. Φτάνοντας στο γκισέ έσκυψα πάνω από τα τζάμι για να δώσω το κασελάκι, κοίταξα την υπάλληλο στα μάτια και της είπα με νόημα και την πιο βαθιά φωνή μου: «Το κλειδί… θα το κρατήσω όμως εγώ.» Δε φάνηκε να εκτιμά το πνεύμα, πράγμα περίεργο αν σκεφτεί κανείς που δούλευε.
Κάθισα σε ένα παγκάκι έξω από το γραφείο περιμένοντας τους εργάτες. Τριγύρω μου ολάνθιστοι τάφοι και παπάδες με ξεβαμμένα μπλε ράσα και ομπρέλες για τον ήλιο και ποτιστήρια που έγραφαν το όνομα των νεκρών και ήταν αλυσοδεμένα με λουκέτα στα δέντρα. Και οι γλάστρες έγραφαν το όνομα των νεκρών, πρόσεξα. Φτάνοντας στον τάφο ακούμπησα στον μαντρότοιχο και έβγαλα τα χαρτάκια μου να στρίψω τσιγάρο. Το πρώτο χτύπημα με τον κασμά πάνω στο μάρμαρο το ένιωσα μέχρι βαθιά στον μετωπιαίο λοβό. Όπως και τα υπόλοιπα χτυπήματα για την επόμενη μισή ώρα. Για να αντέξω δε το φτυάρισμα του χώματος έξω από τον τάφο, προσποιήθηκα πως είμαι σκύλος και περιμένω με ανυπομονησία τα κόκαλα που είχα θάψει. Μέχρι που χάρηκα κιόλας.
Όταν αργά το απόγευμα επέστρεψα στο σπίτι της κυρίας Ιωάννου, την βρήκα ξαπλωμένη στο κρεβάτι, πιο ωχρή απ’ ότι την άφησα. «Λοιπόν;» με ρώτησε με νευρική φωνή ενώ το χέρι της γράπωνε το μανίκι μου. Το σιχαίνομαι όταν το κάνουν αυτό. «Είχε λιώσει;» με ρώτησε με αγωνία. «Εντελώς», απάντησα και άφησα στο κομοδίνο της το κλειδάκι. “Για τα τρισάγια”, της τόνισα. Η κυρία Ιωάννου έγειρε πίσω στα μαξιλάρια της και τα μάτια της μαύρισαν, έγιναν δυο βαθιές τρύπες που κοίταζαν τον κόσμο πια από την άλλη μεριά, χωρίς να το ξέρουν καν. «Αυτή η άθλια αμαρτωλή, η αδερφή μου, είχε τόσα κρίματα πάνω της, κι όμως έλιωσε. Ψεύτρα, κλέφτρα, αντροχωρίστρα, μέγαιρα σωστή. Θα έπρεπε να βασανίζεται και να την τρώνε τα σκουλήκια στον αιώνα τον άπαντα. Να τριγυρίζει στις φωτιές της κολάσεως με τις σάπιες σάρκες της να κρέμονται και να της θυμίζουν τις αμαρτίες της. Αλλά τη γλύτωσε. Δεν υπάρχει Θεός.»
«Στα λόγια μου έρχεστε», είπα, πήρα την επιταγή και γύρισα σπίτι, όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Καλά κάνω και σιχαίνομαι τις γριές.
Ένα λεπτό αφού έκλεισα πίσω μου την πόρτα του διαμερίσματος μου, έκανα εμετό. Δεν πρόλαβα να κάνω ούτε βήμα πιο πέρα από το χολ. Στη συνέχεια σύρθηκα μέχρι το μπάνιο, έβγαλα τα ρούχα μου, μπήκα στην μπανιέρα και έκλαψα. Που βρίσκει τόσα πολλά δάκρυα ένας άνθρωπος; Όταν άρχισα να τρέμω από το κρύο, άνοιξα το ζεστό νερό και πλύθηκα. Τυλίχτηκα με μια πετσέτα και κάθισα στην άκρη της λεκάνης. Το νερό έσταζε από τα μαλλιά μου και εγώ κοίταζα τη μούχλα γύρω από τη βαλβίδα του νιπτήρα. Έκανε περίεργα σχεδιάκια, σαν ακρίδες, η μια πάνω στην άλλη.
***
Χρυσούλα Φούφα
Άφθαρτη φθορά
Στα βράχια του ουρανού
ξεκούρασες το σώμα σου.
Το φως των αστεριών
τόνισε τις ρυτίδες μία μία
γιατί το πρωινό
στα άσπρα μαλλιά σου
έγειρε ο ήλιος την αυγή του.
Μέσα στην τρομακτικά απόλυτη σιωπή
χάιδεψες τους στίχους
με το μυαλό σου.
Τους αριθμούς τους χλεύαζες.
Μόνο τις λέξεις
θώπευες με τη γραφή σου.
Τις πολυκαιρισμένες σελίδες της λογοτεχνίας
ξεφύλιζες από μικρή
με άλλη οπτική.
Όχι αυτή του τωρινού καιρού.
Για σένα όμως σφραγίδα σου έμεινε
η ελεύθερη γραφή
του γυναικείου χεριού σου
ως νέα και ως μεγαλύτερη πια
στον κύκλο του χρόνου
σε άλλη γωνία.
Μια λογοτέχνης
της θηλυκής πάντα δημιουργίας
που υπέταξε την υλική φθορά
με την αιώνια ομορφιά της σοφίας.
***
Άννα Αμπατζόγλου
Κόκκινη
Φορούσε το κραγιόν της
κόκκινο
όπως οι σκέψεις της
πατημένες παπαρούνες
ξεδίπλωναν επαναστάσεις
των τσιμεντουπόλεων
φορούσε τις ρυτίδες της
πάνω από το κίτρινο μαγιό
της παιδικής ηλικίας
σχεδίαζε πεισματικά
πεταλούδες
στο περιθώριο
ιστορικών σελιδοποιήσεων
έγραφε γράμματα
στον παππού και στον πατέρα
που ποτέ δεν της επέτρεψαν
να γράφει
παρόλα αυτά
τούς έγραφε
(τούς έφτιαχνε βωμούς
από χαρτιά καμένα)
φυλλομετρούσε την άλλη
επιθυμία
ο άντρας της ήταν ζωγράφος
την ζωγράφιζε γυμνή – μια ξένη
μέσα σε σάρκινες σιωπές
εκκρεμής
αναβλημένη
αόρατη
στων σεντονιών τη συντεχνία
ήταν όλοι τους κεντημένοι
έξω από το προικιό της
σε εκρηκτική ακινησία
έφτιαχνε χώρους
έφτιαχνε δρόμους
η φωνή της
τώρα εμείς
τούς περπατάμε
με τα μαλλιά λυμένα
με χείλη πεινασμένα
σε αμβλεία γωνία
να γίνει πολύ το κόκκινο στο λίγο του ορίζοντά της
***
Μαρία Γιαννακάκη
γυναίκα. πενήντα. χρονών.
είναι νεαρές και γράφουν
σαν κι εμένα
γυναίκα είμαι κι εγώ
που την περιφρονούν
δεν την ακούν
δεν την διαβάζουν
μόνον την κοιτούν
στο σώμα και στα χέρια
στις ρυτίδες – Έχω. Πολλές. –
δεν υπάρχω μέσα στα μάτια τους
άρα δεν υπάρχω γενικά
«δεν έχω αισθητική»
έχω μόνο φύλο και ηλικία
που πια δεν χρησιμεύει για το φύλο
άρα δεν χρησιμεύει και
για την αισθητική – Τους
«σκέψη υστερική
μελαγχολική και προπαντός υστερική»
είμαι γι’ αυτό τι να με διαβάσουν
γυναίκα πενήντα χρονών είμαι
και όχι – Τους
είναι άντρες και μεγαλώνουν κι αυτοί
αλλά είναι τουλάχιστον άντρες
και μπράβο τους
μπορούν να με εξαφανίσουν
όπως κι όποτε θέλουν
να με φτύσουν
στην ψυχή στα χείλη
με σταγόνες – Έχω. πολλές. –
δεν υπάρχω μέσα στα μάτια τους
άρα δεν υπάρχω γενικά
μόνο έχω χρωμόσωμα Χ πενήντα χρόνια τώρα
έτσι επειδή έχω
«γυναικεία γραφή υστερική
φεμινιστική της μέσης ηλικίας»
μαλακίες
όπως κι άλλες τόσες – Τους
δεν ζητώ το μικρόφωνο από τις έφηβες
που ευτυχώς γίναν φεμινίστριες
ούτε την αποδοχή από τους μισογύνηδες
ούτε από τους ημιμισογύνηδες τον οίκτο – Τους
δεν έχω άλλο τρόπο
να φωνάξω να με δουν
το κραγιόν στα χείλη μου επιμένει
το μανό στα χέρια μου
το ίδιο
πενήντα χρονών γυναίκα είμαι
τι θέλω παραπάνω
και τελοσπάντων
τι ζητάω άλλο απ’ τη ζωή μου
που δεν είναι δική τους
***
Μαρία Γεωργαλά
Θείτσα
Ξάστερο βράδυ εσωτερικά.
Αμείλικτες φιγούρες στο μπαρ
-Κάθεται μέσα και πίσω.
Το έξω και μπρος πιασμένο-
Η φωνή της είναι φρέσκια.
Η γραφή της είναι φρέσκια.
Έτσι λένε.
Κάτι σαν λαχανικό, που μόλις το έκοψαν απ’ το μποστάνι
σε καλο-συντηρημένη ψύξη για μια μέρα.
Τα πανεπιστήμια κατηγοριοποιούν βάσει γενεών, σχέσεων και φύλου
-που θα την κατατάξουν ;
Αγωνία-
Οι ‘’κύκλοι΄΄ κατηγοριοποιούν βάσει γενεών, σχέσεων και φύλου
-που θα την κατατάξουν;
Απελπισία –
Ο καθρέφτης κατηγοριοποιεί βάσει αντιφεγγίσματος .
Αν αλλάξει το φως- κάπως του κρύβεται.
Η μορφή δε φαίνεται, ακριβώς, μόνο το δωμάτιο,
‘’Ένα δωμάτιο δικό μου’’ Βιρτζίνια *
Κι αν η φανταστική αδελφή του Σαίξπηρ τα είχε καταφέρει να γράψει ποίηση και δεν
είχε αυτοκτονήσει; *
Κι αν τελικά, δεν ήταν η αδελφή του, αλλά η πενηντάχρονη μητέρα του που τόλμησε
να γράψει ποίηση;
Ο ληξίαρχος κατηγοριοποιεί βάσει πρώτης και τελευταίας ανάσας.
Ξεκάθαρο.
Το σώμα έχει ξεκαρδιστεί στα γέλια,
με την αφέλεια του μυαλού και της καρδιάς.
Πασπαλίζει με θρυμματισμένο πάγο το πεζοδρόμιο
Κρύβει τις λέξεις μέσα του, να διατηρήσουν την φρεσκάδα τους.
Ξεκαρδίζεται ομοίως και αυτή.
Απομακρύνεται
‘’Εντάξει είπαμε’’, ακούει να λένε.
΄΄Οκ ! Αλλά , δεν παύει να είναι θείτσα ΄΄
Γυρνά πίσω. Τους πλησιάζει. Τουλάχιστον θεία , λέει.
Όχι θείτσα, θεία παρακαλώ. Γράφει αλλιώς.
*Βιρτζίνια Γούλφ , ‘’Ένα δικό της δωμάτιο’’ , εκδ. Μεταίχμιο
***
Όλγα Νικολάου
Το βαθύ μέτωπο
Υπάρχει ένας καιρός που δεν καταγράφεται.
Είναι το βαθύ μέτωπο που σχηματίζεται
ανάμεσα σε δύο εποχές μιας ζωής.
Όταν ο νοτιάς της νιότης έχει πια φύγει
κι ο βοριάς του γήρατος δεν έχει ακόμη φτάσει.
Μερικές φορές, στο σούπερ μάρκετ,
σταματάω μπροστά στα κατεψυγμένα.
Η ψύχρα μου θυμίζει κάτι.
Ίσως την αποστέρηση της ευαισθησίας
που χρειάστηκε για να επιβιώσω.
Ίσως τον τρόπο που σφράγισα μέσα μου
όσα δεν υπήρχαν στα λεξικά
εκείνων που αγαπούσα.
Περπατώ στους δρόμους και βλέπω πρόσωπα
να αγωνίζονται με δράματα
που αναγνωρίζω από ταινίες:
έρωτες, προδοσίες, επαγγελματικές ανακατατάξεις.
Κανείς δεν παλεύει με το φάντασμα
της γυναίκας που θα μπορούσε να ήταν
αν είχε το θάρρος να μην ικανοποιείται.
Κι εγώ που τολμώ να λέγομαι συγγραφέας,
που υποτίθεται ξέρω τις λέξεις,
γράφω το θρόισμα της ορμόνης σαν
ξεχωριστή διάλεκτο,
τη διαστολή του χρόνου μέσα στο κόκαλο,
την προφορική παράδοση των οσφύων
που διδάσκει στην κορωνίδα κάθε κύτους
πώς να σηκώνει τον ουρανό χωρίς να ραγίσει.
Γράφω τη χημεία της υπομονής:
το σχήμα του μορίου που απορροφά
δώδεκα «όχι» τη μέρα χωρίς να ραγίσει.
Γράφω τον φθόγγο της αφθονίας που έφυγε
κι αντικαταστάθηκε από τον ήχο της επάρκειας,
που δεν είναι το ίδιο, ποτέ δεν είναι το ίδιο.
Τα μηνύματα στο κινητό μιλούν για αγορές,
για συναντήσεις, για διακοπές σε νησιά.
Κι εγώ αναρωτιέμαι:
«Πώς νιώθει η μήτρα σου
που θυμάται ακόμα
τον πρώτο κλονισμό;»
«Τι βάρος έχουν οι αναμνήσεις
που φωλιάζουν στις αρθρώσεις;»
«Σε ποιο σημείο της νύχτας
ακούς τον ήχο των επιλογών
που δεν έκανες
να χτυπούν σαν παντζούρια στον άνεμο;»
Υπάρχει ένας ωκεανός κάτω από το δέρμα μου.
Με βαθιά ρεύματα από ιζήματα.
Με υποθαλάσσια φαράγγια από πόνους
ασαφείς, χωρίς υφέσεις.
Και στην επιφάνεια, μόνο ήρεμες πτυχώσεις.
Μια γυναίκα που κοιτάζει το βραχιόλι της,
που διαβάζει ένα βιβλίο, που πίνει καφέ.
Ο χρόνος μου δεν είναι γραμμικός,
είναι σφαιρικός.
Βρίσκομαι στο κέντρο,
κι όλες οι εκδοχές μου
(η νέα, η μεσήλικη, η μελλοντική γριά)
μιλούν ταυτόχρονα, και η ασυμφωνία τους
είναι ένας θόρυβος που μοιάζει με σιωπή.
Αλλά εδώ, στο βαθύ μέτωπο,
στον ωκεανό κάτω από το δέρμα,
υπάρχει μια ολότητα.
Αυτή η ολοκληρωμένη αποξένωση,
είναι το πιο αληθινό σπίτι
που έχω κατοικήσει ποτέ.
Γράφω και ξέρω πως αυτά τα κείμενα
δεν θα μπουν σε ανθολόγια,
δεν θα μεταφραστούν σε γλώσσες με μέλλον.
Αφορούν μια επικράτεια
που δεν έχει θέση στους χάρτες της λογοτεχνίας:
το βασίλειο της μέτριας επιβίωσης,
τη δημοκρατία της μειωμένης προσδοκίας,
την καθημερινή ποίηση που γεννάται
από την ταραχοποιό αγωνία.
***
Σοφία Περδίκη
Στο καμαρίνι της ζωής
Κοίταξε προσεκτικά το πρόσωπο
που την παρακολουθούσε απ’ τον καθρέφτη.
Αναγνώρισε κάποια χαρακτηριστικά.
Τα χείλη για παράδειγμα
αν κι είχανε λεπτύνει με τα χρόνια
έκαναν τη μορφή να δείχνει πιο ευγενική
όσο για τα ζυγωματικά, παρέμεναν
στη θέση τους πεισματικά.
Τόσα ψεύτικα χαμόγελα
δεν πήγανε χαμένα τελικά
θέλει εξάσκηση και αυτό το ελάχιστο
μυϊκό μας σύστημα.
Οι ρόλοι της, βέβαια, περιορισμένοι πια.
Θα υποδυόταν από δω και πέρα
μόνο τη σοφή γυναίκα
την εμπειρία της θα κατέθετε – μαζί με τα όπλα –
σε παραστάσεις επαναλαμβανόμενες
ώσπου να εμπεδωθεί
η συμβουλευτική της ικανότητα
και κάθε ρυτίδα γύρω από τα μάτια
θα προσέθετε κύρος στα λεγόμενα.
Δεν χρειαζόταν να είναι η αιώνια ενζενί
τυλιγμένη σε σελοφάν να ιδρώνει·
για του κάθε ρόλου την απαίτηση
να διατηρείται μονίμως αγνή και φρέσκια.
Έσβησε από πάνω της τον προβολέα
και στο καμαρίνι της ζωής
επικράτησε, επιτέλους, ησυχία.
Σοφία Περδίκη
– Από τον συλλογικό τόμο «Εκατό και Είκοσι Φωνές», εκδόσεις Καστανιώτης, 2025.
***
Ντιάννα Βασιλείου
Νo man’s land
Το γένος είναι πάντα αρσενικό
καμία δεν βαφτίστηκε ποιήτρια ποτέ
όλες οι σπουδαίες θέλησαν να γίνουν Ποιητής.
Τι αδικία για τον άνδρα
να μη βρίσκει πουθενά σημείο φυγής.
Αναρωτιέμαι ποια θα είναι η εκδίκηση
της ματαιωμένης θηλυκότητας
επί αιώνες απούσας από το νευρικό σύστημα του κόσμου.
Τώρα, Βιρτζίνια, κάποιες από ’μας έχουμε
ένα δωμάτιο κατάδικό μας
αλλά πρέπει να βιαστούμε
δεν θα ‘ναι εκεί για πάντα.
Αενάως
Ανείδωτος κόσμος η γυναίκα
Νo man’s land
***
Αναστασία Μιχοπούλου
μα είναι ηθοποιός
φανταστείτε τώρα μια γυναίκα
που έγινε πενήντα κι άλλα δέκα
όλοι στα καπή της λεν να πάει
να ‘χει μια παρέα να μιλάει
αλλά εκείνη ψάχνει μανιωδώς
για ρόλους• είναι ηθοποιός
ν’ αποσυρθεί δε θέλει ούτε ν’ αλλάξει
Την πρότερη ζωή της να πετάξει
μα πώς μπορεί να συνεχίσει
όταν οι σκηνοθέτες για κακή της τύχη
ζητάνε άνδρες έως τριάντα πέντε
και κορίτσια ηλικίας μείον πέντε
εκείνη είναι ηθοποιός
μήπως πρέπει πια να ζήσει αλλιώς;
να γίνει άνδρας νέος και ψηλός
ή έστω από βικτώρια βίκτωρ-
κύριος σωστός.
***
Χρύσα Αλεξίου
ένα άτιτλο
μέσα μου υπάρχει κοφτερό
μαχαίρι κάθεται ήσυχα
στη φλέβα
και τραγουδάει
τιριτόμπα τιριτόμπα
σε βλέπω όμορφη
εκεί που λιώνουν τα σίδερα
και οι γυναίκες χάνονται
σε μία απότομη στροφή
χωρίς να ξέρω το όνομα σου
γνωρίζω πως έζησες
αν είσαι εδώ μέσα
στο ποίημα και καίγεσαι
σαν αριθμός
***
Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη
Μνεία καμιά σ’ αυτή τη σιτεμένη, την ατάλαντη
Στα μαθήματα δημιουργικής γραφής
νεαρές, φερέλπιδες θεραπαινίδες της Ερατώς
ίσως και της Καλλιόπης
κρέμονταν απ’ τα χείλη του
κι ας τα άνοιγε βαριεστημένα,
αφού πρώτα τα ξέπλενε με Johnnie Walker.
Δάσκαλο τον ανέβαζαν, δάσκαλο τον κατέβαζαν.
Μέγας δημιουργός, influencer, ανθολόγος
κορδώνονταν με ταπεινοφροσύνη κι όλο
τις θώπευε κάτω απ’ τα μαδημένα τσίνουρα
με βλέμμα γεμάτο υποσχέσεις:
«Έχεις φωνή, στηρίξου απάνω μου, αστέρι μου»,
διαμήνυε στις εκλεκτές του.
Κι εκείνες στόλιζαν με λεκτικά δαφνοστέφανα
τους ελαφρά γκριζαρισμένους του κροτάφους.
Ώριμη πια, τι γύρευε οψιμάδι στον κύκλο;
και απορούσε κι αναρωτιόταν:
– Μα επιτέλους, διδάσκεται το άγγιγμα της ποίησης
κι ο συντονιστής βαφτίζεται αυτόματα δάσκαλος; –
Έπρεπε να κρατήσει το στόμα της κλειστό.
Λάθος της να αμφισβητήσει τίτλους και μεγαλεία·
– αυτό σήμαινε κατάφωρη υπόσκαψη κύρους –
Εξοβελίστηκε απ’ τα κιτάπια του και τ’ ανθολόγια.
Μνεία καμιά σ’ αυτή τη σιτεμένη, την ατάλαντη














