Να ‘σαι πρέπει η καταιγίδα. Γράφει ο Παναγιώτης Μηλιώτης
Να ‘σαι πρέπει η καταιγίδα
Γράφει ο Παναγιώτης Μηλιώτης
(Για το βιβλίο, Να ‘σαι πρέπει η καταιγίδα του Αλέξανδρου Βαλσαμή, 24γράμματα, 2025)

Πριν ένα χρόνο, το Μάρτιο του 2025, ο συγγραφέας Αλέξανδρος Βαλσαμής εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή υπό το τίτλο «Να ‘σαι πρέπει η καταιγίδα», η οποία αποτελείται από πέντε ενότητες. Έχουν ήδη προηγηθεί τρία πεζογραφικά έργα (Γήινοι., (2019), ο ρεαλισμός των Sous 2021, Ίχνη στη στάχτη το 2022), έργα διαφορετικής μορφολογικής και συνθετικής υφής, καθώς το πρώτο έχει να κάνει με το είδος; Της επιστημονικής φαντασίας, το δεύτερο με το μικρό, παραβολικό, μπρεχτικό πεζό και το τρίτο με το είδος της νουβέλας. Έχοντας υπόψη, δηλαδή αναγνώσει το πεζογραφικό έργο του Βαλσαμή, μπορούμε, προφανώς να εστιάσουμε κατευθείαν στον τίτλο της πρώτης του ποιητικής συλλογής και ν’ αντιληφθούμε την αναγκαιότητα που ο ίδιος καταθέτει ως πρόταση στον αναγνώστη: Να ‘σαι πρέπει η καταιγίδα. Μια αναγκαιότητα προφανώς ιστορική, την οποία οφείλει να την κατανοήσει το ανθρώπινο υποκείμενο για να μεταμορφωθεί σε μια καταιγίδα, δηλαδή σ’ ένα φυσικό φαινόμενο όπου η βίαιη, ατμοσφαιρική διατάραξη συνοδεύεται με βίαιες, ηλεκτρικές εκκενώσεις. Αυτή είναι, όπως ανάφερα και στις προηγούμενες γραμμές η πρόταση του συγγραφέα Βαλσαμή προς τον αναγνώστη, μια πρόταση αιχμηρή για μια ζωή αντάξια του ανθρώπου, άρα και πιο ελεύθερη, αφού είναι κόντρα στη ζωή που έρπει, όπως διαβάζουμε και στο ποίημα ΧΡΥΣΑΛΙΔΑ, όπου η αναγκαιότητα συνδέεται άρρηκτα και διαλεκτικά με την ελευθερία.
Στη ζωή πρέπει να ’σαι η καταιγίδα/ που ποτέ δεν ησυχάζει όσο τρέχει/ Να είσαι πρέπει αυτή η χρυσαλίδα/ που απελευθερώνει από τη ζωή που έρπει
Από τον αριθμό των ενοτήτων της ποιητικής συλλογής, σύνολο πέντε, αλλά και από τον αριθμό των ποιημάτων – περίπου 15 στην κάθε ενότητα – όπως και από την ημερομηνία που σημαδεύει χρονικά τη δημιουργία του κάθε ποιήματος, κατανοούμε ότι τα ποιήματα κυμαίνονται χρονικά από το 2010, δηλαδή τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Είναι προφανώς ένα έργο ζωής που έχει δουλευτεί σε μικρές ανιαρές δόσεις όπως αναφέρεται στο ποίημα ΓΙΑΤΙ ΖΕΙΣ, γεμάτο με πολλές ατέλειες όπως διαβάζουμε και στο επιλογικό ποίημα το ΣΗΜΕΡΑ:
Σήμερα, το έργο που δουλεύεις τόσο καιρό/ έχει τελειώσει. Ξέρεις καλά πως έχει πολλές ατέλειες. Άλλωστε από τα χέρια σου/ έχουν περάσει και αυτές./ Ξέρεις καλά πως αύριο/ ένα νέο έργο σε περιμένει, μία νέα πορεία θα ξεκινήσει./ Μα σήμερα μπορείς να σταθείς λίγο/ και χαμογελώντας ικανοποιημένος/ να το θαυμάσεις.
Ο αναγνώστης πέρα από τις ατέλειες θα εντοπίσει και τις αρετές αυτού του ποιητικού έργου. Θα εντοπίσει μια ποίηση ακραιφνώς ρεαλιστική τόσο στο ιδεολογικό της επίπεδο όσο στο βιωματικό της. Ουσιαστικά η συλλογή αυτή περιστρέφεται σε δύο ομόκεντρους κύκλους τον βιωματικό και τον κοινωνικό. Κατά τη γνώμη μου αυτοί οι δύο κύκλοι μπορεί να έχουν ένα κέντρο που συνήθως είναι η καρδιά αλλά και η σκέψη του ποιητή από το οποίο κέντρο εκτοξεύεται μια ευθύβολη ακτίνα έμπνευσης στην οποία φτάνει στον αναγνώστη μέσω του χαρτιού, αλλά αυτοί οι δύο κύκλοι δύσκολα σε κάποια ποιήματα, μπορεί ο αναγνώστης να τους ξεχωρίσεις διακριτά. Είναι τόση επιτυχημένη η αφαίρεση μεταξύ του ατομικού βιώματος και του κοινωνικού περιβάλλοντος, τόση μεγάλη η συμπύκνωση με λέξεις απλές και καθημερινές που φαίνεται ότι το πεδίο του ενός κύκλου εισβάλλει στον άλλον κύκλο:
Ένα πουλί μπορεί απλά να περπατά,/ ένα μάτι να μένει στο σκοτάδι,/ και μια καρδιά να χτυπάει μόνο σταθερά. Εσένα,/ αυτό σου αρκεί;
Με λέξεις που μπορούμε να τις φανταστούμε να χρωματίζονται με γήινα χρώματα, οι οποίες πλαισιώνουν τρεις ασύνδετες φαινομενικά εικόνες και με μια φωνή χαμηλής εντάσεως, ο Βαλσαμής προκαλεί στον αναγνώστη μια άμεση και πηγαία συγκίνηση και επίσης τον «αναγκάζει» δηλ τον καλεί να απαντήσει, αν του αρκεί αυτή η καταθλιπτική και στάσιμη ζωή. Ο Βαλσαμής καταφέρνει να διατηρεί σταθερά προσγειωμένη την ποίηση του, προστατεύοντας την από εύκολες άρα και επιζήμιες απογειώσεις προς τη φυγή και το άγνωστο, απογειώσεις που ίσως προκαλούσαν ζημιά στο αισθητικό όσο και στο ιδεολογικό πλαίσιο της ποίησης του. Μιας φυγής που προκαλεί ψευδαισθήσεις σε σχέση με την κινούμενη πραγματικότητα, γιατί επί της ουσίας αυτό που εκφράζει είναι η ενδόμυχη επιθυμία να παρακάμψουμε τις δυσκολίες που προκαλούνται από τις αντιφάσεις της πραγματικότητας. Μιας φυγής που ίσως προκαλεί ζημιά και στο αισθητικό πλαίσιο καθώς μειώνονται οι πιεστικές απαιτήσεις της έκφρασης για τη στερεότητα, την ακρίβεια και τη σαφήνεια του στίχου, καθώς και τη διατήρηση της πηγαίας έκφρασης του ποιητή μέσω των άμεσων και ευθύβολων στίχων του προς τον αναγνώστη:
Πως να συγκριθούν/ τα απροσπέλαστα βάθη των ωκεανών/ με τη θλίψη μου./ Το άπειρο του σύμπαντος/ με την απελπισία μου./ Όποιος τα συγκρίνει/ απλά δεν τα έχει νιώσει.
Εδώ ο ποιητής μπορούμε να πούμε ότι αποκλείει οποιαδήποτε μεταφυσική διαφυγή προς το άπειρο μέσω ενός λυρισμού εξίσου στέρεου και συμπαγή όπως και του βιώματος που εκφράζει. Αυτός ο δραματικός, χαμηλόφωνος λυρισμός μας υποχρεώνει να επαναδιαπραγματευθούμε και να επαναπροσδιορίσουμε τη σχέση μας με τον άνθρωπο και το σύμπαν. Μπορεί να φαινόμαστε ένα τίποτα ενώπιον του απείρου αλλά σαφώς είμαστε σημαντικότεροι από το τίποτα, γιατί είμαστε άνθρωποι, το πιο εξελιγμένο είδος στον πλανήτη, θνητά μεν όντα αλλά με μύριες δυσκολίες και με μια ζωή η οποία μπορεί να μας προκαλέσει τη μεγαλύτερη θλίψη και απελπισία, αλλά επειδή τη ζούμε μια φορά οφείλουμε να τη ζήσουμε όσο γίνεται καλύτερα.
Αυτή η μεγέθυνση του αισθήματος της λύπης για το ανεκπλήρωτο κενό που αφήνει η απώλεια διακρίνεται και στο ποίημα ΤΟ ΠΑΖΛ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΜΟΥ:
Στο παζλ των ανθρώπων μου/ χάθηκε ακόμα ένα κομματάκι./ Δε λέω,/ αρκετά συχνά ακόμα,/ προστίθενται νέα κομμάτια./ Όμως εκείνο το κενό/ θα μείνει. Και πολλές φορές,/ το κενό αυτό είναι μεγάλο
Με τόνο δραματικό ο Βαλσαμής εμπνεόμενος από να κοινό παιχνίδι το παζλ, ένα κοινόχρηστο υλικό αντικείμενο, όπου οι άνθρωποι περνούν τις ελεύθερες ώρες τους, καταφέρνει να μας αποδώσει το κενό, το οποίο μέσω και της έντονης τομής του έκτου στίχου- φανερώνεται και το μέγεθος του ανεκπλήρωτου. Αν ο άνθρωπος είναι το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων του όπως μας δηλώνει ο Μαρξ και αν στις κοινωνικές σχέσεις εμπεριέχονται και οι προσωπικές σχέσεις, το παραπάνω ποίημα ίσως μπορεί όντως ν’ αποτυπώνει μια όψη του παραπάνω φιλοσοφικού πορίσματος.
Και είναι επίσης αλήθεια ότι η απώλεια ενός ανθρώπου μπορεί να μας αφήσει ένα ανεκπλήρωτο κενό, προφανώς γιατί βλέπαμε κάτι σε αυτόν τον άνθρωπο από τον εαυτό μας, που μπορεί σε άλλον άνθρωπο να μη το δούμε ίσως ποτέ. Και σε αυτό το ποίημα δε βλέπουμε καμιά διάθεση φυγής ή κάποια προσπάθεια καμουφλαρίσματος του αισθήματος του ανεκπλήρωτοι κενού, με κάποια μεταφυσική ή και θρησκευτική αντίληψη η οποία θα μπορούσε να παρηγορήσει, αλλά ακριβώς το αντίστροφο: η σκέψη και το αίσθημα να μορφοποιούνται σε μια ολιγόστοιχη, στερεή, δραματική έμπνευση η οποία αποτυπώνει το ανεκπλήρωτο κενό. Τι μπορεί να κάνει ωραίο και αυθεντικό θα πρόσθετα εγώ ένα ποίημα, όπως αυτά που έχω σχολιάσει ως τώρα; Ένα ποίημα το οποίο ξεδιπλώνεται με μια ήπια, ομαλή και αδιατάραχτη νοηματική αλληλουχία από την αρχή ως το τέλος του; Τι ’ναι αυτό που βαθύτερα μας συγκινεί; Η απάντηση που μπορώ να δώσω είναι, αφενός η ειλικρίνεια της πηγαίας έμπνευσης του συγγραφέα, αφετέρου η θωράκιση της από απρόσκοπτες και εξωγήινες, – θα διατύπωνα εγώ – φιλοσοφικές και ιδεολογικές εξάρσεις.
Ας μεταβούμε όμως σ ’ένα από τα πολύστιχα και πιο υψίφωνα ποιήματα της συλλογής το οποίο τιτλοφορείται ως Ρόζα. Το συγκεκριμένο ποίημα αναφέρεται μέσω ενός πλάγιου ελιγμού στην ηγετική προσωπικότητα του επαναστατικού, γερμανικού, εργατικού κινήματος Ρόζα Λούξεμπουρκ και στην εργατική εξέγερση που ξέσπασε τότε τον Ιανουάριο του 1919. Πιο συγκεκριμένα: Ο Βαλσάμης μέσα στο σώμα του ποιήματος σμιλεύει τροποποιώντας σε στίχους την ιστορική και νοηματική ουσία του τελευταίου, αυτοκριτικού γράμματος της Λούξεμπουργκ στη φυλακή πριν δολοφονηθεί, που στις μέρες μας μπορεί να θεωρηθεί ένα ιστορικό τεκμήριο.
Η τάξη σας βασιλεύει και πάλι.
Το οικοδόμημα σας πιο στέρεο από ποτέ,
φαντάζει
Κι οι δήμιοι, οργιαστικά χορεύουν στο πανηγύρι που έχετε στήσει.
Από το δεύτερο στίχο εισέρχεται και μέσω του κόμματος στο ποτέ, αλλά και του διασκελισμού στον τρίτο στίχο ο οποίος δυναμώνει την ένταση της ειρωνείας άρα και την αποστασιοποιητικής όρασης του αναγνώστη για να συλλογιστεί βάσει της ιστορικής εμπειρίας στο πόσο στέρεο μπορεί στην ουσία να είναι το καπιταλιστικό οικοδόμημα.
Ο συγκεκριμένος στίχος η τάξη σας βασιλεύει και πάλι διαβάζεται και ακούγεται μέσα στο σώμα του ποιήματος τρείς φορές, είναι ο στίχος όπου πιάνεται ο ποιητής μέσω της επανάληψης για να ξεδιπλώσει την πιο υψίφωνη στιχουργική του.
Εμείς,
Πριν ακόμα καταλαγιάσει ο αχός της μάχης
Και πάψουν οι δήμιοι μεθυσμένα να γελούν
Προχωράμε.
Πάνω από τους ανοιχτούς ακόμα τάφους των συντρόφων μας
Και τους καπνούς απ’ τα καμένα ονειρά τους,
Προχωράμε.
Σημαντικό πολίτικό ποίημα που αναφέρεται σε μια ηγετική μορφή του επαναστατικού κινήματος της χώρας μας είναι ο Αποκεφαλισμένος Καπετάνιος.
Σε αυτό το ποίημα εισάγεται χωρίς καμία επιτήδευση το φανταστικό στοιχείο, ο Αποκεφαλισμένος Καπετάνιος, μ’ εμβόλιμο τρόπο μέσα από έναν αφηγηματικό, χαμηλόφωνο τόνο, που ίσως θυμίζει και σκηνή από ταινία του Αγγελόπουλου. Αυτό που μου προκάλεσε έκπληξη ως αναγνώστη είναι ο παράδοξος διάλογος μεταξύ ενός ζωντανού κι ενός νεκρού που φανερώνει και τη θεατρική διάσταση του ποιήματος. Επίσης συλλαμβάνουμε ένα διάλογο έντονα δραματικό, διότι εμπεριέχει μια πυκνή διαδοχή ιστορικών συμπερασμάτων, παρά την ήρεμη ψυχική κατάσταση που φαίνεται να υπάρχει και από τις δύο τις πλευρές – του ζωντανού και του νεκρού. Υπό αυτό το πρίσμα των συλλογισμών, πιστεύω ότι ο Βαλσάμης καταφέρνει να αισθητικοποιήσει επιτυχώς τα ιστορικά συμπεράσματα του τώρα μέσα από το ιστορικό πρόσωπο του Άρη Βελουχιώτη.
Ευρηματικό και πρωτότυπο ποίημα κυρίως για τη θεματική του είναι το ποίημα ΤΑ ΔΥΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ. Έχει αξία να τονιστεί αυτό καθώς πιστεύω ότι όσο δύσκολο είναι να γράψεις πολιτική ποίηση που να μην υποκύπτει στην ευκολία, άλλο τόσο δύσκολο είναι να γράψεις ποιήματα που εξελίσσονται στον εσωτερικό χώρο. Σ΄ένα άδειο σπίτι όπως στο ποίημα τα δύο φαντάσματα.
Το ποίημα αυτό αποκλεισμένο σ’ ένα άδειο σπίτι μας μεταφέρει σε μια ατμόσφαιρα φορτισμένη από την αποξένωτική συμπεριφορά ενός ζευγαριού που μένει καιρό μαζί και δε συναντιέται ποτέ. Με μια κινηματογραφική ματιά ο οικιακός χώρος αποκαλύπτεται ουσιαστικά άδειος και ο χρόνος ήσυχος και επίπεδος. Αποτέλεσμα του άδειου χώρου αλλά και της εύθραυστης και άχρηστης ησυχίας είναι η κυριαρχία της λήθης πάνω στους δύο ανθρώπους οι οποίοι πλέον είναι σα δυο φαντάσματα στα οποία ίσως έχει νεκρωθεί και η επιθυμία τους για συνάντηση.
Το ψαλίδι που προσπαθεί να βρει ο άνδρας και μιλά στην γυναίκα ν μ’ ένα τόνο συμπάθειας ή και τρυφερότητας (φανερώνεται και από την προσφώνηση καλή μου) είναι και το μόνο αποδεικτικό ύπαρξης της κοπέλας στο χώρο. Τι μπορεί όμως να συμβολίζει ένα ψαλίδι που δε μπορεί να βρεθεί γιατί είναι στη λάθος θέση; Ίσως τη διακοπή μιας ανθρώπινης σχέσης στην οποία βασιλεύει η εύθραυστη και η επίπεδη ησυχία.
Αξίζει να σχολιαστεί στην ενότητα ΓΙΑ ΕΚΕΙΝΗ και το ομοιοκατάληκτο ποίημα ΜΕΣ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ ΤΗΝ ΚΑΨΑ, αφενός γιατί είναι ένα από τα τέσσερα ομοιοκατάληκτα ποίημα (και μάλιστα τα τρία ανήκουν στην προαναφερθείσα ενότητα, προφανώς γιατί ο συγκεκριμένος ψυχικός πόνος ως θεματική μπορεί ο συγγραφέας να τον εκφράσει και με την ομοιοκαταληξία) αφετέρου όμως η απόφαση να βγει αυτός που μιλά στην καταιγίδα για να πάρει τη θλίψη μα και πόνο του γίγνεσθαι, εμπεριέχει και μια καθαρτήρια, υπαρξιακή διάσταση στο σύμβολο-λέξη καταιγίδα, πέραν της ιστορικής διαλεκτικής διάστασης που της αποδίδεται στο ποίημα ΧΡΥΣΑΛΙΔΑ. Έχουμε δηλαδή μια σύνδεση του προσωπικού άλγους με το κοινωνικό γίγνεσθαι, ή καλύτερα μια απεύθυνση του λυρικού εγώ προς το γίγνεσθαι για να θεραπευτεί από την πληγή: Ποτάμι ας γίνει και η καρδιά μου/ μακριά πολύ να ταξιδέψει/ να μη θυμίζει πια σε μένα/ αυτό που για πάντα έχει τελέψει. Αυτό συμβαίνει και με τη λέξη ρωγμή. Όταν ένας ποιητής επαναλαμβάνει μία λέξη, εμπλουτίζεται με περισσότερα αισθήματα και εντυπώσεις. Έτσι υποβάλλεται στον αναγνώστη και στον ακροατή μια συλλογιστική και συνειρμική λειτουργία που μπορεί να εμπλουτίσει και να πυκνώσει και τη νοηματική ουσία της συγκεκριμένης λέξης. Όπως αναφέρει και ο Γιάννης Ρίτσος: Μια λέξη, συχνά επαναλαμβανόμενη, χαρακτηρίζεται τελικά, και μας χαρακτηρίζει, -δείχνει την προτίμηση μας, τη γωνίας λήψη της όρασής μας, το που προσηλώνεται η σκέψη μας, τα ενδιαφέροντά μας. Κι αξίζει να αναζητήσουμε τις πηγές της, τις ρίζες της, την καταγωγή της»
Ένα από τα ποιήματα όπου ο χαλαρός αφηγηματικός τόνος συνοδεύεται με μια διάθεση περιπαικτική, ειρωνική ή παιχνιδιάρικη προς τον αναγνώστη είναι το αξιόλογο ποίημα ΕΝΑ ΠΡΩΤΟΦΑΝΕΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΟ ΕΓΚΛΗΜΑ.
Σε αυτό το ποίημα ο Βαλσαμής μέσα από αλλεπάλληλες, ρυθμικές αρνήσεις οι οποίες αποδομούν φανταχτερές και γνωστές περιβαλλοντικές καταστροφές, καταφέρνει να αποκαλύψει τη πιο εφιαλτική αλλά και τη λιγότερη αντιληφθείσα καταστροφή του περιβάλλοντος από τον αναγνώστη: «ο ρυπαίνων πληρώνει» και είναι η νέα φράση που προστίθεται στα λεξικά της Ευρώπης, δηλαδή στην καθεστηκυία γλώσσα, όπου το σύστημα χρησιμοποιεί για να χειραγωγήσει την ανθρώπινη συνείδηση και να παρουσιάσει την ίδια την ουσία του εγκλήματος ως μια φυσική λειτουργία.
Εν κατακλείδι το ποιητικό βιβλίο του Βαλσαμή έχει κάποια πολύ δυνατά ποιήματα.
Συνολικά τα ποιήματα καταγράφουν προσωπικές η κοινωνικές καταστάσεις συνήθως αλληλένδετες μεταξύ τους. Το ιδεολογικό πρόσημο είναι σε αρκετά ποιήματα κυρίαρχο, το οποίο απορρέει από το διαλεκτικό υλισμό ο οποίος είναι και η κοσμοθεωρία του ποιητή. Κάποια ποιήματα είναι μεγαλύτερα και διαπνέονται από μια αφηγηματική χαλαρότητα, αλλά έχουν επαναλήψεις και πιο σφιχτό στίχο Οι λέξεις απλές και το αίσθημα της θλίψης ή του πόνου δε συνοδεύονται από εσωτερικές εκρήξεις, παρά από μια στοχαστική νηφαλιότητα, για να αποκαλυφθεί το περιεχόμενο των ποιημάτων στον αναγνώστη. Το αίσθημα της οργής και της προσμονής για ένα καλύτερο μέλλον, συνοδεύεται από την πεποίθηση ότι η στάσιμη ζωή που ζούμε, η σούπα όπου οι άνθρωποι απλά επιπλέουν και στο τέλος πεθαίνουν, μπορεί ν’ αλλάξει προς το καλύτερο αν η εργατική τάξη αντιληφθεί την ιστορική της αποστολή.
Ο Παναγιώτης Μηλιώτης γεννήθηκε το 1983 στην Αθήνα. Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή Μια ανάσα δρόμο (Ars Nocturna, 2013), για την οποία του απενεμήθη το βραβείο Γιάννη Βαρβέρη της Εταιρείας Συγγραφέων 2014,
τη συλλογή με τίτλο Το σκίτσο στη ντουλάπα (Θράκα, 2017) και τη συλλογή με τίτλο Λιώναν με τις μπότες το χορτάρι (Ενύπνιο, 2021). Ποιήματα και άρθρα του έχουν δημοσιευτεί σε ηλεκτρονικά και έντυπα περιοδικά.