• Δεν υπάρχουν προϊόντα στο καλάθι
ΚΟΡΥΦΗ

Η ποιητική της μνήμης και της φροντίδας σε μια ενιαία ποιητική σύνθεση:  Αγαπημένε μου πατέρα της Μάνιας Μεζίτης. Γράφει η Πωλλέτα Β. Ψυχογυιοπούλου

Η ποιητική της μνήμης και της φροντίδας σε μια ενιαία ποιητική σύνθεση:  Αγαπημένε μου πατέρα της Μάνιας Μεζίτη

Γράφει η Πωλλέτα Β. Ψυχογυιοπούλου

 

(Για το βιβλίο Αγαπημένε μου πατέρα, Μάνια Μεζίτη, Κουκκίδα, 2024, ISBN 978-618-208-094-8)

 

 

Η ποιητική συλλογή Αγαπημένε μου πατέρα της Μάνιας Μεζίτη (Κουκκίδα, 2024, ISBN 978-618-208-094-8) αποτελεί μια βαθιά προσωπική και συγκινητική ποιητική μαρτυρία για τη σχέση πατέρα και κόρης, τη δοκιμασία της ψυχικής ασθένειας, τη φθορά της μνήμης και τη δύναμη της αγάπης που επιμένει ακόμη και όταν η επικοινωνία δοκιμάζεται ή σταδιακά αποσυντίθεται. Από το εξώφυλλο ήδη προϊδεάζεται ο/η αναγνώστης/-στρια για τον εσωτερικό και εξομολογητικό χαρακτήρα του έργου. Το λευκό φόντο δημιουργεί την αίσθηση της σιωπής, της απουσίας και του κενού, ενώ ο τίτλος, γραμμένος με κόκκινα γράμματα, λειτουργεί σαν μια προσωπική αφιέρωση ή μια επιστολή που απευθύνεται σε έναν άνθρωπο ο οποίος βρίσκεται ταυτόχρονα παρών και απόμακρος. Η ζωγραφική μορφή με το σκυμμένο κεφάλι και τα ασαφή χαρακτηριστικά υποδηλώνει την εσωστρέφεια, τη διάλυση της ταυτότητας και την απώλεια της μνήμης που διατρέχει ολόκληρη τη συλλογή.

Ο τίτλος, Αγαπημένε μου πατέρα, δεν δηλώνει απλώς το κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου, αλλά αποτελεί μια διαρκή προσφώνηση, έναν ανοιχτό διάλογο και μια πράξη αγάπης. Η λέξη «αγαπημένε» προηγείται του «πατέρα», φανερώνοντας ότι η σχέση ορίζεται από την τρυφερότητα και όχι από την ασθένεια ή τη φθορά. Η ποιήτρια δεν επιχειρεί να περιγράψει έναν «ασθενή», αλλά έναν ολόκληρο άνθρωπο, με τις αντιφάσεις και τις ιδιαιτερότητές του. Έτσι, ο πατέρας παρουσιάζεται ως λάτρης της όπερας, άνθρωπος ευαίσθητος και τρυφερός, αλλά ταυτόχρονα παγιδευμένος σε παραληρήματα και διωκτικές ιδέες: «ο πατέρας φυσούσε αυτό που είχε μέσα και τον έτρωγε» (σ.7), ενώ λίγο αργότερα η ποιήτρια συνοψίζει την πολυπλοκότητα της προσωπικότητάς του με την αντιφατική διατύπωση «ήταν ανυπόφορος. και όμως τρυφερός» (σ.7). 

Κεντρικός άξονας της συλλογής είναι η ψυχική ασθένεια, η οποία παρουσιάζεται χωρίς εξιδανίκευση, δραματοποίηση ή εύκολο συναισθηματισμό. Αντίθετα, αναδεικνύεται η ανθρώπινη διάστασή της, η μοναξιά, η σύγχυση και η ανάγκη αποδοχής. Η πιο χαρακτηριστική ίσως στιγμή είναι η παρεμβαλλόμενη σημείωση: «Να αγαπάτε τους ανθρώπους με ψυχικές παθήσεις… Αρκεί έστω ένας να τους αγαπήσει» (σ.7). Η προστακτική αυτή μετατρέπει την προσωπική εμπειρία σε συλλογικό ηθικό αίτημα και λειτουργεί ως πυρήνας ολόκληρου του έργου.

Παράλληλα, η συλλογή πραγματεύεται τη μνήμη και τη λήθη. Ο πατέρας χάνει σταδιακά την ικανότητα να αναγνωρίζει πρόσωπα και γεγονότα, όμως η συναισθηματική μνήμη παραμένει ζωντανή. Στον συγκλονιστικό διάλογο της ενδέκατης σελίδας λέει: «ξέρω πως είσαι κόρη μου / σε πιστεύω / αλλά δεν μπορώ να σε ταυτίσω». Η λήθη αφορά το πρόσωπο, όχι όμως την αγάπη, γεγονός που αποκαλύπτει ότι οι βαθύτεροι δεσμοί επιβιώνουν ακόμη και όταν η λογική καταρρέει.

Μέσα σε αυτή τη διαδικασία παρατηρείται και η αντιστροφή των ρόλων. Η κόρη γίνεται πλέον εκείνη που φροντίζει τον πατέρα, του δίνει φάρμακα, τον καθησυχάζει και θυμάται για λογαριασμό του. Η σχέση αυτή αποτυπώνεται συμβολικά στον στίχο «μου ‘φερνες νερό», ο οποίος κορυφώνεται με την εξαιρετικά ποιητική μεταφορά «ο πατέρας, βλέπετε, υπήρξε αρδευτικό έργο. Από κει ποτίζονταν τα ποιήματα» (σ.14). Ο πατέρας μετατρέπεται σε πηγή ζωής, μνήμης και δημιουργίας, ακόμη και μέσα στη φθορά του.

Η συλλογή διατρέχεται επίσης από τη διαρκή παρουσία του θανάτου. Ο θάνατος δεν εμφανίζεται ως δραματική κορύφωση αλλά ως μια καθημερινή και σιωπηλή προσδοκία, όπως στο σύντομο ποίημα: «Μπαίνω στο φέρετρο / και σε περιμένω / μένω εκεί / μην τύχει και συμβεί / άμα λείπω» (σ.12). Ο λιτός λόγος ενισχύει την υπαρξιακή αγωνία και μετατρέπει μια απλή εικόνα σε έκφραση απόλυτης αφοσίωσης.

Σημαντικό χαρακτηριστικό της συλλογής είναι τα εκφραστικά της μέσα. Κυριαρχούν οι μεταφορές, οι συμβολισμοί και οι έντονες καθημερινές εικόνες. Το νερό συμβολίζει τη φροντίδα και τη ζωή, τα καραβάκια που επιπλέουν στον νεροχύτη μετατρέπουν έναν καθημερινό χώρο σε τόπο φυγής, φαντασίας και επιβίωσης, ενώ τα πιο απλά αντικείμενα –ένα κουτί γάλακτος, τρία αποσμητικά, ένα καπάκι– αποκτούν ποιητική σημασία. Παράλληλα, οι αντιθέσεις («ανυπόφορος – τρυφερός», «λήθη – αγάπη», «ασθένεια – ομορφιά») αναδεικνύουν την πολυπλοκότητα του ανθρώπου και αποφεύγουν κάθε μονοδιάστατη παρουσίαση.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η χρήση της στίξης, η οποία δεν αποτελεί απλώς μορφολογική επιλογή αλλά οργανικό στοιχείο της ποιητικής γραφής της Μάνιας Μεζίτη. Σε αρκετά ποιήματα τα σημεία στίξης απουσιάζουν σχεδόν ολοκληρωτικά ή αντικαθίστανται από την πλαγιοκάθετο (/) και από μικρές παύσεις που δημιουργούνται μέσω της αλλαγής των στίχων. Η επιλογή αυτή προσδίδει στον λόγο μια αίσθηση αδιάκοπης ροής, σαν να καταγράφεται αυθόρμητα η μνήμη πριν χαθεί οριστικά. Η αποσπασματική σύνταξη, η έλλειψη τελειών και οι συνεχείς μετατοπίσεις της σκέψης αναπαριστούν τη λειτουργία μιας συνείδησης που θυμάται, ξεχνά, επιστρέφει και συνδέει εικόνες με συνειρμικό τρόπο, χωρίς αυστηρή λογική αλληλουχία. Έτσι, η μορφή του ποιήματος αντανακλά το ίδιο το περιεχόμενο της συλλογής: την αποσύνθεση της μνήμης, την ψυχική περιπλάνηση του πατέρα και τη συναισθηματική φόρτιση της κόρης, η οποία προσπαθεί μέσα από τη γραφή να συγκρατήσει ό,τι διαρκώς χάνεται.

Επιπλέον, η ποιήτρια συνομιλεί με άλλες τέχνες και κείμενα. Η αναφορά στον Ντομίνγκο και στις άριες της όπερας παρουσιάζει τη μουσική ως καταφύγιο της ψυχής, ενώ η επίκληση της Βακαλό φανερώνει έναν διάλογο με την ελληνική ποιητική παράδοση. Ταυτόχρονα, το νερό, η προσφορά και η αγάπη προς τον πάσχοντα άνθρωπο συγκροτούν υπαρξιακά και διακριτικά βιβλικά μοτίβα, χωρίς να αποκτούν θρησκευτικό χαρακτήρα. Η συνομιλία αυτή με άλλες μορφές τέχνης διευρύνει το προσωπικό βίωμα και το μετατρέπει σε μια συλλογική εμπειρία μνήμης, πένθους και παρηγορίας.

Η γλώσσα της Μάνιας Μεζίτη είναι απλή, καθημερινή, προφορική και βαθιά εξομολογητική, χωρίς ρητορικές εξάρσεις ή επιτηδευμένο λυρισμό. Κινείται στα όρια του πεζού λόγου και της ποίησης, μετατρέποντας το οικείο και το καθημερινό σε φορέα έντονης συγκινησιακής φόρτισης. Μέσα από ένα λιτό λεξιλόγιο, που αντλείται από την εμπειρία της φροντίδας και της οικογενειακής ζωής, αντικείμενα όπως ένα κουτί γάλακτος, ένα αποσμητικό, ένας νεροχύτης ή ένα ποτήρι νερό μεταμορφώνονται σε ποιητικά σύμβολα μνήμης, αγάπης και απώλειας. Παράλληλα, τα σύντομα ποιήματα και τα πεζοποιήματα λειτουργούν ως θραύσματα μιας ενιαίας ποιητικής αφήγησης, όπου η επανάληψη των ίδιων μορφών, των ίδιων συμβόλων και των ίδιων θεματικών μοτίβων –του πατέρα, του νερού, της μνήμης, της ασθένειας και της φροντίδας– δημιουργεί μια ισχυρή εσωτερική συνοχή. Έτσι, η συλλογή διαβάζεται ως ένα συνεχές λυρικό αφήγημα, ένα ενιαίο ποίημα που εξελίσσεται από σελίδα σε σελίδα και στο οποίο κάθε επιμέρους κείμενο αποτελεί αναπόσπαστο κρίκο της ίδιας ποιητικής και βιωματικής αλυσίδας.

Αναμφίβολα, η Μάνια Μεζίτη συνθέτει μια χαμηλόφωνη αλλά εξαιρετικά πυκνή ποιητική μαρτυρία, όπου η προσωπική εμπειρία μετατρέπεται σε συλλογική εμπειρία. Η ψυχική ασθένεια δεν παρουσιάζεται ως εξαίρεση ούτε ως κοινωνικό στίγμα, αλλά ως μια βαθιά ανθρώπινη εμπειρία που δοκιμάζει τη μνήμη, την ταυτότητα και τους δεσμούς των ανθρώπων. Μέσα από θραυσματικές εικόνες, λιτό λόγο και μια διαρκή συνομιλία με την απουσία, η συλλογή αναδεικνύει ότι η αγάπη και η φροντίδα αποτελούν τις τελευταίες μορφές αντίστασης απέναντι στη λήθη. Γι’ αυτό και το Αγαπημένε μου πατέρα δεν διαβάζεται απλώς ως μια σειρά ποιημάτων, αλλά ως ένα ενιαίο λυρικό αφήγημα, όπου κάθε σελίδα συνομιλεί με την προηγούμενη και την επόμενη, συνθέτοντας ένα ποιητικό μωσαϊκό μνήμης, φροντίδας, απώλειας και βαθιάς αγάπης.

 

Η Πωλλέτα Β. Ψυχογυιοπούλου είναι φιλόλογος και βιβλιοθηκονόμος. Κατέχει μεταπτυχιακούς τίτλους α) στη Διοίκηση Σχολικών Μονάδων και β) στις Επιστήμες της Αγωγής με ειδίκευση στη Δημιουργική γραφή (κατεύθυνση εκπαίδευση). Διετέλεσε από το 2011 έως το 2018 Σχολική Σύμβουλος φιλολόγων Αχαΐας.