• Δεν υπάρχουν προϊόντα στο καλάθι
ΚΟΡΥΦΗ

Εκατό και είκοσι φωνές. Γράφει η Κατερίνα Λιάτζουρα

Εκατό και είκοσι φωνές

Γράφει η Κατερίνα Λιάτζουρα

Σαν κύμα έρχεται, σαν κάλεσμα, σαν δημόσια πράξη μνήμης και αντίστασης. Εκατόν είκοσι γυναίκες της σύγχρονης ελληνικής ποίησης και πεζογραφίας υψώνουν μαζί τη γραφή τους απέναντι στη μακραίωνη σκιά της καταπίεσης και στις πολλές όψεις της έμφυλης βίας. Η γραφή διαστέλλει και ταυτόχρονα διαστέλλεται, ώσπου να χωρέσει μέσα της, ολόκληρο τον κόσμο: τη γέννηση και την παρακμή, τη μνήμη και την ανανέωση, το τραύμα και την ελπίδα. Το ποιητικό υποκείμενο και του συγγραφικό Εγώ των πεζών κειμένων, δεν μιλά πια ως ένα μεμονωμένο πρόσωπο, αλλά ως συλλογική συνείδηση που αφουγκράζεται τον παλμό της γης και τον πόνο όλων των όντων. Η θαλάσσια εικόνα της πληγωμένης ζωής μεταφέρει με συγκλονιστική δύναμη την διττή και πολυσήμαντη αγωνία της εποχής μας, για την καταστροφή της φύσης που συμβολίζει και την ευθύνη του ανθρώπου απέναντι σε ό,τι με ευκολία αφανίζει, την ευθύνη κάθε ανθρώπου, γυναίκας και άντρα, άντρα και γυναίκας, απέναντι στην προστασία κάθε ύπαρξης –φυτικού ή ζωικού βασιλείου-, κάθε ανθρώπινης ύπαρξης, την ίδια την φύση, άρα και την ίδια την ζωή. Ο ήχος του νερού, γίνεται ταυτόχρονα θρήνος και νανούρισμα, πένθος και υπόσχεση συνέχειας. Μέσα σε αυτή τη διττότητα αναγνωρίζεται ο ρυθμός της ίδιας της ύπαρξης. Τίποτε δεν χάνεται ολοκληρωτικά, τίποτε δεν μένει αμετάβλητο. Από το αίνιγμα του κόσμου έως τη βαθιά ρίζα που συγκρατεί τη ζωή, η γυναίκα προβάλλεται ως πρωταρχική δύναμη σύνδεσης, φορέας μνήμης, γονιμότητας και αντοχής. Είναι εκείνη που κρατά τα νήματα ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον, ανάμεσα στο εγώ και στο εμείς.

Η τελική αυτοαναγνώριση δεν αφορά μόνο το φύλο, αλλά την ίδια την έννοια του ανθρώπινου. Το πρόσωπο της γυναίκας γίνεται καθρέφτης της οικουμενικής εμπειρίας και υψώνεται ως σύμβολο αξιοπρέπειας, ευθύνης και θαύματος. Η φωνή της δεν ζητά να ακουστεί απλά, αλλά διεκδικεί να αναγνωριστεί ως κεντρικός άξονας της ανθρώπινης ύπαρξης, της ανθρώπινης ιστορίας. Στους στίχους πολλών ποιημάτων αυτής της συλλογής, η γυναίκα παρουσιάζεται ως μορφή βαθιά συνδεδεμένη με τη δοκιμασία, την προσφορά και την αντοχή. Το σώμα της γίνεται πεδίο θυσιών, ενώ η ύπαρξή της σημαδεύεται από κόπο και σιωπηλή εγκαρτέρηση. Παράλληλα, όμως, συνδέεται οργανικά με τη φύση, με τη γονιμότητα, τη μεταμόρφωση και τη διαρκή ανανέωση της ζωής. Η χαρά όμως της ζωής εμφανίζεται σύντομη και εύθραυστη, γεγονός που υπογραμμίζει τις ιστορικές στερήσεις και τις κοινωνικές πιέσεις που έχει υποστεί η γυναίκα. Ωστόσο, μέσα από όλες αυτές τις αντιφάσεις, η γυναίκα αναδεικνύεται ως δύναμη ζωής, μνήμης και συνέχειας, φορέας εσωτερικής αξιοπρέπειας και δημιουργίας. Μέσα στους αιώνες η γυναίκα εκπαιδεύτηκε στη σιωπή, στην υποταγή και στην ανάγκη να δικαιολογεί κάθε της πράξη. Οι κοινωνίες την περιόρισαν σε ρόλους προκαθορισμένους, απαιτώντας υπακοή και συναίνεση ως δήθεν αρετές. Ιδιαίτερα το πρότυπο της μάνας χρησιμοποιήθηκε συχνά ως μηχανισμός εγκλωβισμού: να φροντίζει, να θυσιάζεται, να αντέχει χωρίς φωνή. Ωστόσο, η ίδια η μητέρα μπορεί να γίνει φορέας ανατροπής. Όταν δίνει στην κόρη της θάρρος, λόγο και βηματισμό ελεύθερο, σπάζει την αλυσίδα της κληρονομημένης καταπίεσης. Τότε η μητρότητα δεν υπηρετεί την πατριαρχία, αλλά γεννά αντίσταση, αυτονομία και νέα ιστορική συνείδηση. Η κακοποίηση των γυναικών, η έμφυλη βία, οι γυναικοκτονίες, δεν γεννήθηκαν σήμερα· έρχονται από μακριά, σαν σκοτεινό ποτάμι που διασχίζει τους αιώνες. Στο παρελθόν κυκλοφορούσαν μέσα στα σπίτια, πίσω από κλειστές πόρτες και κατεβασμένα βλέμματα. Εκεί όπου έπρεπε να κατοικεί η θαλπωρή, φύτρωνε ο φόβος.

Η σιωπή παρουσιαζόταν ως αρετή, η υπομονή ως χρέος, και η γυναίκα μάθαινε να κρύβει τα τραύματά της σαν οικογενειακό μυστικό. Ζούσε «διαρκείς επαναλήψεις», έναν χρόνο που δεν προχωρούσε, μόνο επέστρεφε. Το μανιασμένο «Χέρι» των στίχων του παραπάνω ποιήματος, γίνεται σύμβολο κάθε μορφής εξουσίας που υψώνεται πάνω στο σώμα και στην ψυχή της γυναίκας. Είναι το χέρι που χτυπά, που απειλεί, που απαιτεί υποταγή. Ακόμη κι όταν γίνεται ποίημα, ακόμη κι όταν ντύνεται με λέξεις, η οδύνη δεν σβήνει εύκολα· «σωτηρία δεν υπάρχει» ομολογεί το ποιητικό υποκείμενο. Ούτε το φεγγάρι -αιώνιος μάρτυρας των ανθρώπινων παθών- δεν μπορεί να απορροφήσει τους κραδασμούς της βίας. Κι όμως, φτάσαμε στο παρόν χωρίς να λυτρωθούμε. Τα ονόματα των δολοφονημένων γυναικών πληθαίνουν, οι ειδήσεις σκοτεινιάζουν τις ημέρες μας, και το παλιό τέρας αλλάζει πρόσωπα χωρίς να πεθαίνει. Η πατριαρχία δεν κατοικεί μόνο στους νόμους· φωλιάζει στις συνήθειες, στις λέξεις, στις σιωπές. Μα μέσα στα ερείπια επιμένει μια μνήμη: ο «παιδικός κήπος». Αν κάποτε φυτευτεί εκεί το μανιασμένο χέρι, ίσως ριζώσει αλλιώς, ίσως και να γίνει κλαδί ειρήνης, ίσως μάθει επιτέλους να χαϊδεύει και όχι να πληγώνει. Από παιδί η γυναίκα μαθαίνει πως κάποιος άλλος ορίζει το παιχνίδι, τους κανόνες, ακόμη και το γέλιο. Στις αλάνες του κόσμου, εκεί όπου δοκιμάζονται οι δυνάμεις και γεννιούνται οι ρόλοι, το σώμα της συχνά γίνεται στόχος ειρωνείας, όχι συμπαίκτης ισότιμος. Το στερεότυπο του «ασθενούς φύλου» δεν είναι παρά ένα παλιό τέχνασμα εξουσίας: ένας τρόπος να περιορίζεται η κίνηση, η επιθυμία, η αυτοπεποίθηση. Κι όμως, η μνήμη του τραύματος γεννά γνώση. Η γυναίκα σηκώνεται από τη χλεύη, ξαναμπαίνει στο γήπεδο της ζωής και μετατρέπει την περιφρόνηση σε δύναμη, τη σιωπή σε φωνή, τον αποκλεισμό σε παρουσία αδιαπραγμάτευτη.

Σε έναν καιρό όπου οι γυναικοκτονίες και οι κακοποιήσεις συχνά βαφτίζονται «μεμονωμένα περιστατικά», ο τόμος αυτός αποκαθιστά το μέγεθος της αλήθειας. Δείχνει πως πρόκειται για πληγή κοινωνική, βαθιά ριζωμένη στα θεμέλια της πατριαρχικής κοινωνίας. Και η λογοτεχνία, όταν δεν αρκείται στο κάλλος της μορφής, αλλά συνομιλεί με την εποχή της, γίνεται αναγκαία όσο το ψωμί και το νερό. Τα κείμενα αφηγούνται τον πόνο, τον πόνο εντός των τειχών της ψυχής. Τον μεταπλάθουν σε μνήμη, σε μαρτυρία, σε φωτιά που δεν σβήνει, σε πίστη και ελπίδα. Η αξία αυτού του βιβλίου είναι μεγάλη. Είναι μεγάλη γιατί ανοίγει χώρο στην πολυφωνία, στην σύμπραξη και τη συνεργασία, στην ενσυναίσθηση και την αλληλεγγύη. Τα κείμενα δηλώνουν περίτρανα ότι δεν υπάρχει μία γυναικεία μοίρα, αλλά ότι υπάρχουν αμέτρητες εκδοχές της ζωής: διαφορετικές ηλικίες, διαφορετικές διαδρομές, διαφορετικά σώματα, διαφορετικά τραύματα, διαφορετικές γλώσσες, διαφορετικοί τρόποι να εκφράζεσαι, να αγαπάς και να αντέχεις. Έτσι ο τόμος γίνεται ζωντανό αρχείο εμπειρίας και μαζί ένα λιμάνι αλληλεγγύης. Καμία φωνή δεν σκεπάζει την άλλη· όλες δυναμώνουν μέσα στη συνάντησή τους. Το Δίκτυο Γυναικών Συγγραφέων κατά της έμφυλης βίας και των γυναικοκτονιών «Η Φωνή της», μας θυμίζει πως ο λόγος των γυναικών δεν είναι χάρη που παραχωρείται, αλλά δικαίωμα, κερδισμένο με αγώνα δικαίωμα — και πολλές φορές προϋπόθεση και όρος επιβίωσης. Όταν οι φωνές ενώνονται, ραγίζει η σιωπή που τρέφει τη βία. Και όταν αυτό συμβαίνει μέσα στη λογοτεχνία, η τέχνη παύει να παρακολουθεί τον κόσμο: σηκώνεται και τον αλλάζει.

 

Η Κατερίνα Λιάτζουρα ασχολείται
με την ποίηση και την λογοτεχνική μετάφραση. Ενίοτε συνομιλεί και με ομότεχνους της και καταγράφει τις σκέψεις της για τα βιβλία τους. Είναι μέλος του PEN Greece.