Συνήθεις ήρωες και αναπότρεπτοι αντιήρωες
Γράφει ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης
(Για το βιβλίο, Παλμαρέ, της Στεφανίας Τσουκαλίδου, Διηγήματα. Εκδόσεις Βακχικόν. Οκτώβριος 2025. Αθήνα)

Με ετούτη τη συλλογή διηγημάτων, η συγγραφέας Στεφανία Τσουκαλίδου, κάνει την πρώτη της εμφάνιση στο εκδοτικό γίγνεσθαι. Διαβάζοντας το εσώφυλλο στην παρούσα έκδοση, διαπιστώνω ότι πολλά κείμενά της δημοσιεύτηκαν σε κάποιες λογοτεχνικές ιστοσελίδες, ορισμένα μάλιστα αποσπώντας διακρίσεις, ενώ διηγήματά της έχουν συμπεριληφθεί στους συλλογικούς τόμους ‘Αθλο…γραφήματα’ (Εκδόσεις Ένωσης Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδας, 2024) και ‘Παρά θίν’ αλός’ (Εκδόσεις Ιανός, 2024). Με το ‘Παλμαρέ’, φυσικά, η συγγραφέας προχωρά ένα φιλόδοξο βήμα, ακόμα παραπέρα. Γεννημένη στην Ξάνθη (κατά περίεργο λόγο δεν αναφέρει την ημερομηνία γέννησής της, όπως άλλωστε και πολλές άλλες συγγραφείς), μεγάλωσε στον Πειραιά, βίωσε την καθημερινότητα και τις ιδιορρυθμίες του μεγάλου λιμανιού της χώρας μας και μερικά από τα διηγήματά της τοποθετούνται σε κάποιες τοποθεσίες του.
Το «Παλμαρέ», αποτελείται από είκοσι έξι ολιγοσέλιδα διηγήματα, τα οποία η συγγραφέας παρομοιάζει ωσάν ταινίες μικρού μήκους. Αφορούν ανθρώπους της διπλανής μας πόρτας, συνήθεις, καθημερινούς. Όλοι έχουν τα προβλήματά τους, τις συνήθειες τους, κατατρύχονται από τα βάρη τους, με το βιογραφικό τους σημείωμα και το ατομικό τους αναμνηστικό να βαρύνονται από λανθασμένες επιλογές όπως βεβαίως ανακαλύπτονται αργότερα, τόσο στον επαγγελματικό τομέα, όσο και στο χώρο των αυστηρά προσωπικών ζητημάτων και διαπροσωπικών σχέσεων. Το πρώτο διήγημα της παρούσας συλλογής, που επιγράφεται ‘Καλή καρδιά’, εστιάζεται σε έναν άστεγο ο οποίος ακόμα και μέσα στον χειμωνιάτικο μήνα με το αφόρητο κρύο βρίσκεται κουλουριασμένος στο πρόχειρο καταφύγιο από χαρτόνια κοντά στις Πύλες του λιμανιού, να κάθεται, όπως λέει, να ατενίζει τη θάλασσα, να πίνει και να… ξεχνάει. Είχε βεβαίως τους λόγους του, οι οποίοι πήγαιναν χρονικά πολύ πίσω στο παρελθόν. Ένας γάμος κάποτε που άφησε έναν γιο χωρίς πατέρα, συγκεκριμένες πολλαπλές κοινωνικές επιπολαιότητες από μέρους του, μακροχρόνια αναγκαστικά φυγή σε μακρινές θάλασσες, μέχρι που τα χρόνια πέρασαν και τον εγκατέλειψαν μόνο, έρημο και το χειρότερο όλων άστεγο, να ζει και να κοιμάται σε χαρτόνια κοντά στην μοναδική του, όπως αποδείχτηκε τελικά, αγάπη. Ώσπου εντελώς ξαφνικά ένα δαχτυλίδι στο δάχτυλο ενός νεαρού μια μέρα, ανέτρεψε κάποια δεδομένα και παραμέτρους. Κι’ ύστερα ομολογεί, «Στα λάθη μου πνίγηκα, Σάββα, όχι στη θάλασσα. Στάσου πρώτα να στα πω και φεύγεις»! Ο Πειραιάς βέβαια όπως είπαμε, έχει την τιμητική του και στο επόμενο διήγημα (Ερέτης). Ο κύριος πρωταγωνιστής του, βαριά διαβητικός και έχοντας μάλιστα ακρωτηριασθεί στο ένα σκέλος στο παρελθόν λόγω γάγγραινας, εγκαταλείπει την τωρινή και ενδεδειγμένη θεραπεία του με ινσουλίνη με κίνδυνο να υποβληθεί σε έναν άλλο ακρωτηριασμό ή να περιέλθει σε διαβητικό κώμα, προμηθεύεται ένα κιλό γλυκύτατο παγωτό και παλινδρομεί ευτυχής στην εφηβική του ηλικία, τότε που η κωπηλασία τον «μεταμόρφωσε από ισχνό αγόρι σε δυνατό άντρα». Κι’ ύστερα δρομολογεί μια άλλη πορεία παρεμφερή με εκείνες που γνώριζε καλά, αποκοιμιέται, όχι από διαβητικό αλλά ερωτικό κώμα, αφού είχε τους δικούς του και συγκεκριμένους λόγους, έως ότου ο χειμερινός κολυμβητής της περιοχής «βρει τον άντρα με το ένα πόδι σκεπασμένο με το λευκό φόρεμα κι ένα μονοθέσιο σκιφ αραγμένο στην ακτή». Κάπου αλλού (Αεροζόλ και άλλα δεινά), ένας άντρας σπρώχνει έξυπνα την σύζυγό του στο κενό την ώρα που εκείνη άπλωνε τα φρεσκοπλυμένα και βρεγμένα ρούχα στο μπαλκόνι του σπιτιού τους. Ήταν το αποτέλεσμα πολύχρονων καυγάδων και ασυμφωνιών αναμεσά τους, φέρνοντας έτσι στο προσκήνιο τις πολλαπλές και πολυποίκιλες ασυμφωνίες χαρακτήρων, ειδικά σε οικογενειακό επίπεδο και ειδικότερα το φαινόμενο των γυναικοκτονιών που τελευταία τείνει να λάβει εκρηκτικές διαστάσεις. Αλλού, όμως, η συγγραφέας (Το μήλο του Αδάμ), εστιάζεται στην αντιστροφή των ρόλων, με αλλαγή του θύτη και του θύματος, με αιτίες γνωστές και αφόρητα καθημερινές. Σε μερικά διηγήματα η Στεφανία Τσουκαλίδου υπεισέρχεται σε μελλοντικά πεδία, όχι τόσο μακρινής επιστημονικής φαντασίας θα υποστηρίζαμε, που αφορούν εν προκειμένω την έλλειψη νερού και την διαχείριση της όλης κατάστασης από τους αρμόδιους φορείς που θα έχουν εν τω μεταξύ δημιουργηθεί. Ταυτόχρονα δεν παραλείπει να σημειώσει σε αυτό το διήγημα τα αποτελέσματα της εκσεσημασμένης έλλειψης νερού σε συγκεκριμένα μέρη τα οποία έδωσαν γένεση σε πολέμους μεταξύ των εμπλεκομένων χωρών και την μαζική μετανάστευση στο δυτικό ημισφαίριο. Επιπλέον, τον ψηφιακό κόσμο και την επέκταση των ρομπότ τα οποία απειλούν παραδοσιακές ανθρώπινες λειτουργίες και ενέργειες. Στην ‘Εφημερία’, επίσης, ξεδιπλώνονται και σκιαγραφούνται τα ζοφερά συναισθήματα ενός νεαρού ειδικευόμενου γιατρού, οι πολύωρες και εξαντλητικές συνθήκες εργασίας του, μέρα και νύχτα, όταν αναγκαστικά έρχεται δίπλα σε σωματικά και ψυχικά ανθρώπινα ράκη. Κι’ ακόμα η ανεξέλεγκτη πλέον συνήθεια όλων να εστιάζουν το βλέμμα και την προσοχή τους στη μικρή οθόνη του κινητού τους τηλεφώνου, αδιαφορώντας προκλητικά για τα τεκταινόμενα πέριξ αυτών.
Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι όλες οι ιστοριούλες της συγγραφέως, αφορούν χαρακτήρες που βασανίζονται από λάθος επιλογές, προβληματικές σχέσεις και υποφέρουν διαρκώς είτε από εργασιακή ανασφάλεια, είτε από τεταμένες καταστάσεις στην καθημερινότητά τους. Ωστόσο, σε κάποιες από αυτές διαφαίνεται στο βάθος κάποια υποσημαινόμενη, έστω, χαραμάδα αισιοδοξίας και ανατροπής της καθεστηκυίας κατάστασης. Να αλλάξει, κατά τι, το πεπρωμένο τους, να ξεφύγουν ει δυνατόν από την ειμαρμένη.
Η Στεφανία Τσουκαλίδου, αρκετά συχνά στις διάφορες συνεντεύξεις της, αρέσκεται να χρησιμοποιεί, αναφερόμενη στις ιστορίες της, τη γνωστή φράση του Αμερικανού ποιητή Ουώλτ Ουίτμαν «Περιέχω πλήθη», υποδηλώνοντας προφανώς την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης φύσης, την οποία και ξεδιπλώνει ποικιλοτρόπως και με ευαισθησία στα κείμενά της. Τις αντίθετες σκέψεις, τα διαφορετικά συναισθήματα, τους αρεστούς ή απορριπτέους ρόλους των ανθρώπων και τις εναλλαγές τους, όπως τόσο καλά διαγράφονται και χαρτογραφούνται και μέσα στο ‘Τατουάζ’.
Ο Γεώργιος Σχορετσανίτης γεννήθηκε στα Τρίκαλα της Θεσσαλίας τον Μάιο 1953. Τον Ιούνιο του 1970, τελείωσε το Β’ Εξατάξιο Γυμνάσιο Αρρένων Τρικάλων. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών μετά από επιτυχείς εισαγωγικές εξετάσεις, από την οποία αποφοίτησε τον Ιούνιο του 1976. Ειδικεύτηκε στη Χειρουργική στο Αρεταίειο Νοσοκομείο της Αθήνας. Τον Νοέμβριο του 1986, κατόπιν εξετάσεων του χορηγήθηκε ο τίτλος της ειδικότητας της Γενικής Χειρουργικής, ενώ το 1989 η Ιατρική Σχολή Αθηνών τον ανακήρυξε Διδάκτορα με βαθμό “Άριστα”. Έχει εργασθεί σε διάφορα νοσοκομεία στην Ελλάδα και το εξωτερικό και έχει δημοσιεύσει αρκετές επιστημονικές εργασίες σε διάφορα περιοδικά. Τα τελευταία χρόνια εργάστηκε ως Διευθυντής Χειρουργικής στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ηρακλείου. Παράλληλα ασχολείται με την ιστορία της ιατρικής, τον πολιτισμό και τη λαογραφία άλλων λαών, ενώ παράλληλα ταξιδεύει αρκετά σε διάφορα μέρη του κόσμου. Το συγγραφικό του έργο εστιάζεται σε πέντε, κυρίως, ενδιαφέροντα. Την ιστορία της ιατρικής,την ταξιδιωτική λογοτεχνία, την αφροαμερικανική ιστορία και πολιτισμό, την αρθρογραφία και την βιβλιοκριτική. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε πολλές εφημερίδες και έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά.














