• Δεν υπάρχουν προϊόντα στο καλάθι
ΚΟΡΥΦΗ

ΠΩΣ ΣΥΝΟΜΙΛΟΥΜΕ ΜΕ ΤΟΝ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟ; Δύο κείμενα του Γιάννη Ισιδώρου και της Γεωργίας Βεληβασάκη

ΠΩΣ ΣΥΝΟΜΙΛΟΥΜΕ ΜΕ ΤΟΝ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟ; Δύο κείμενα του Γιάννη Ισιδώρου και της Γεωργίας Βεληβασάκη

Μετά το πρόσφατο αφιέρωμα του Parallaxi, «Μοιάζει όντως η σημερινή εποχή με το Μεσοπόλεμο;» (9/11/25),  όπου ιστορικοί αναφέρθηκαν σε γεγονότα, πρόσωπα και καθεστώτα,  η Θράκα κάνει ένα παρόμοιο αφιέρωμα όπου πανεπιστημιακοί, κριτικοί, λογοτέχνες και καλλιτέχνες εξετάζουν το ίδιο θέμα από πολιτισμική σκοπιά.

Θυμίζουμε πως, εκτός από τις τεράστιες μηντιακές και τεχνολογικές αλλαγές, ο Μεσοπόλεμος περιλάμβανε σημαντικά καλλιτεχνικά κινήματα (π. χ. γαλλικός υπερρεαλισμός, ελβετικό νταντά, σοβιετικός κονστρουκτιβισμός, γερμανική Βαϊμάρη, ιταλικός φουτουρισμός, αμερικανική αναγέννηση του Χάρλεμ, μεξικανική τοιχογραφία, βρετανικός μοντερνισμός,  μεσογειακός κλασικισμός) καθώς και φιλοσοφικά ρεύματα (π. χ. πρώιμος υπαρξισμός, λογικός θετικισμός, δυτικός μαρξισμός, σχολή Φρανκφούρτης, αναλυτική φιλοσοφία, πολιτισμικός πεσιμισμός).  Στο πλαίσιο αυτό, θα είχε ενδιαφέρον να εξετάσουμε με ποιους τρόπους η λογοτεχνία, η τέχνη και η σκέψη του 21ου αιώνα συνομιλούν με αυτά τα κινήματα και ρεύματα.

Το αφιέρωμα επιμελούνται οι Βασίλης Λαμπρόπουλος, Ομότιμος Καθηγητής της Νεοελληνικής Έδρας Κ. Π. Καβάφη στο Πανεπιστήμιο του Michigan και η Αθηνά Ρώσσογλου, ερευνήτρια και ιστορικός.

Στο εικοστό τρίτο μέρος του αφιερώματος δύο κείμενα του εικαστικού καλλιτέχνη και συγγραφέα Γιάννη Ισιδώρου και της ποιήτριας, συγγραφέα και μουσικού Γεωργίας Βεληβασάκη.


Babylon Berlin

                                                                                                                                        Γράφει ο Γιάννης Ισιδώρου

Όταν αντικρίζω τη σκηνοθετημένη εικόνα της  Δημοκρατίας της Βαϊμάρης  ή εκείνη των  ρεμπέτικων  γειτονιών του Πειραιά, σκέφτομαι τη σημερινή ανάγκη να επινοήσουμε έναν Μεσοπόλεμο. Καμπαρέ, πολιτικές συνωμοσίες, ιδεολογικές συγκρούσεις, αισθητική έξαρση πριν από την μεγάλη καταστροφή. Μια πόλη που βράζει, μια κοινωνία που χορεύει στο χείλος της αβύσσου. Χρειαζόμαστε έναν Μεσοπόλεμο όπου η σύγκρουση έχει πρόσωπο και η παρακμή διαθέτει σκηνικό. Η ιστορία ως θέατρο, όπου όλα προμηνύουν κάτι αναπόφευκτο.
Η ιστορική αναλογία και η αναμονή της μεγάλης αναμέτρησης είναι η φαντασιακή κατασκευή που λειτουργεί ως αισθητική παρηγοριά, δίνει ρόλο και νόημα.
Όσοι πράττουν γνωρίζουν πως το νόημα δεν είναι ποτέ κάπου εκεί πέρα, δεν δίνεται, δεν αποκαλύπτεται, πάντα επινοείται εδώ, συμβαίνει επί τόπου.

Οι άνθρωποι εκείνης της εποχής ζούσαν ένα παρόν γεμάτο υποσχέσεις, φόβους, πειραματισμούς. Η κατοπινή αφήγηση τούς οργάνωσε σε διάστημα ανάμεσα σε δύο παγκόσμιες σφαγές και το φόρτισε με προοικονομία. Κοιτάζοντας πίσω, στην ακίνητη εικόνα, διακρίνουμε συμπαγείς ιδεολογικές μηχανές, πολιτικά στρατόπεδα, αισθητικές πρωτοπορίες που κινούνται σε τροχιά σύγκρουσης.

Ο 21ος αιώνας έχει άλλη υφή. Οι δυνάμεις που τον διαμορφώνουν απλώνονται σε δίκτυα, πλατφόρμες, οικονομικές ροές και συστήματα επιτήρησης που σπάνια λειτουργούν ως ενιαία μέτωπα, παρότι συχνά παρουσιάζονται έτσι από αφηγήσεις που αναπαράγουν παλαιότερα σχήματα ρήξης. Η ισχύς λειτουργεί διασκορπισμένα. Η πληροφορία διογκώνεται. Η τεχνολογία διαπερνά την καθημερινότητα ως περιβάλλον. Η κρίση του 2008, οι πανδημίες, οι μεταναστευτικές ροές, η κλιματική πίεση δεν συγκροτούν ενιαίο δράμα με ξεκάθαρους ρόλους. Παράγουν υπερκορεσμό και κόπωση ως σταθερό υπόστρωμα της εμπειρίας.

Οι όροι που επιστρατεύονται για να περιγράψουν το παρόν – ριζοσπαστισμός, συντηρητισμός, ουτοπία, μελαγχολία, νεωτερικότητα, παρακμή – ανήκουν σε λεξιλόγιο που προϋπέθετε μεγάλες ιστορικές σκηνές. Η ριζοσπαστικότητα και η ενσάρκωση της καινοτομίας κυκλοφορούν ήδη στις διαφημιστικές / προπαγανδιστικές ροές. Η τέχνη σήμερα απέχει από την κατοχύρωση μιας τέτοιας θέσης. Διαμορφώνει μικρότερους χώρους και χρόνους σκέψης. Σε συνθήκες επιτάχυνσης, επιλέγει την καθυστέρηση και δοκιμάζει την απόσυρση, αρνούμενη το περιβάλλον καθολικής ορατότητας, επιδιώκοντας μια μορφή εσωτερικής ελευθερίας: την ικανότητα να μη συγχρονίζεται κανείς αυτόματα με τους κεντρικούς μηχανισμούς της ισχύος.

Η ποίηση αφήνει πίσω την ηρωική στάση της πρωτοπορίας και τις αισθητικές εκρήξεις άλλων εποχών. Η εργασία της κινείται σε μικρότερη κλίμακα. Λειτουργεί ως πρακτική προσοχής μέσα στον θόρυβο, ως επιμονή μορφής μέσα στην υπερπαραγωγή εικόνων και ρευστών λόγων. Δοκιμάζει τρόπους να διατηρήσει ζωντανή την εμπειρία, δίχως να διεκδικεί την ανατροπή ενός φανταστικού ενιαίου καθεστώτος.

Υπήρξαν εποχές που επένδυσαν σε μεγάλες ιστορικές υποσχέσεις. Οι τάσεις που τις υιοθέτησαν βίωσαν την κατάρρευσή τους ως τραύμα, ως ήττα. Υπήρξαν και ρεύματα που δεν θεμελίωσαν την υπόθεσή τους σε τέτοιες αφηγήσεις και παρέδωσαν παραδείγματα. Σήμερα η δημιουργία συναντά το πεδίο όπου οι βεβαιότητες διαλύονται πριν παγιωθούν. Η ποίηση δεν αναμένει επιστροφές. Το παρελθόν είναι υλικό για να αναμετρηθεί με τη δική της συνθήκη.

Αν ο Μεσοπόλεμος λειτούργησε ως προανάκρουσμα μεγάλων συγκρούσεων, ο 21ος αιώνας λειτουργεί ως πεδίο διαρκούς μετατόπισης ισχύος, νοήματος και θέσεων. Η τέχνη χαράζει ζώνες αποσυμπίεσης μέσα σε περιβάλλον υπερσύνδεσης και διέγερσης. Κόβει το καλώδιο. Κρατά ανοιχτή την πιθανότητα σκέψης και σχέσης σε έναν κόσμο όπου η ένταση σπάνια αποκτά διακριτό σχήμα.

 

Ο Γιάννης Ισιδώρου είναι εικαστικός καλλιτέχνης και συγγραφέας. Το έργο του συγκροτείται από συνθέσεις εικόνας, κειμένου και ήχου, συχνά σε μορφή εγκατάστασης, και εστιάζει στις μορφές της καθημερινής εμπειρίας και του σύγχρονου αστικού περιβάλλοντος. Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 συνδιαμορφώνει καλλιτεχνικές πρωτοβουλίες και συλλογικά εγχειρήματα. Είναι συνιδρυτής και καλλιτεχνικός διευθυντής του περιοδικού ΦΡΜΚ. Εργάζεται στον σχεδιασμό ήχου για παραστάσεις σύγχρονου χορού και διδάσκει ως εξωτερικός συνεργάτης στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος.

 

 

 

 

Doppelbüsi-Karte by Anita Ree_ 1929.

 

ΓΙΑ ΕΝΑ «ΕΡΙΦΙΟ», ΓΙΑ ΜΙΑ «ΝΤΟΜΑΤΑ»

                                                                                                             Γράφει η Γεωργία Βεληβασάκη

 

Μεσοπόλεμος: περίοδος εκ των υστέρων θεωρούμενη 

και επί του παρόντος προβαλλόμενη. 

Μια πρόληψη ενεστώτα 

θα μας έσωζε άραγε 

από το απευκταίο; 

ΤΟΤΕ (1922-1940), εκατομμύρια πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία αλλάζουν το δημογραφικό, κοινωνικό, οικονομικό και πολιτιστικό ελληνικό τοπίο. Η χώρα εκσυγχρονίζεται. Τα πρώτα bains mixt στις αττικές παραλίες. Οι γυναίκες εντάσσονται με επιτυχία στην «παραγωγική διαδικασία». Στις δημοτικές εκλογές της 11ης Φεβρουαρίου 1934 ασκούν για πρώτη φορά το εκλογικό τους δικαίωμα. Αρδευτικά έργα, πόσιμο νερό και αυτοκίνητα στην πόλη των Αθηναίων. Εγκαινιάζεται το καινούργιο αεροδρόμιο. Τίθεται επί τάπητος η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση για μια «δημόσια παιδεία». Εμφανίζονται οι πρώτες δισκογραφικές και τα γραμμόφωνα. Συστήνεται η Ελληνική Ραδιοφωνία. Από τα ερτζιανά ακούγονται τραγούδια των Αττίκ, Γιαννίδη, Γούναρη, Χαιρόπουλου και Ριτσιάρδη. Στην οδό Μηθύμνης 20, η Μάνδρα αφήνει εποχή. Οι νέοι χορεύουν σε ρυθμούς τανγκό, σάμπα, ρούμπα και φοξ τροτ. Επιθεωρησιακά θεάματα, οπερέτες, ορχήστρες τζαζ και ο νεο-αναδυόμενος ελληνικός κινηματογράφος. Στα περίχωρα, ρεμπέτικο και καντάδες, Ρόζα Εσκενάζυ, Ρίτα Αμπατζή. Το δημοτικό και παραδοσιακό τραγούδι εξελίσσεται και καταγράφεται. Παράδοση και μοντερνισμός. Ο Νίκος Βέλμος ιδρύει το «Άσυλον Τέχνης» και παρουσιάζει, για πρώτη φορά, έργα των «ασπούδαχτων» εικαστικών, Γιαννούλη Χαλεπά και Δημητρίου Γαλάνη. Έγκριτοι λογοτέχνες, καλλιτέχνες και ακαδημαϊκοί, σε απευθείας διάλογο με τα ευρωπαϊκά τεκταινόμενα. Δελφικές γιορτές, επιλεκτικός υπερρεαλισμός και ποιητικά σαλόνια. Η ελληνικότητα εντοπίζεται στο «διαυγές του φωτός». Ο κόσμος απολαμβάνει έναν αέρα ελευθερίας.

ΚΑΤΑ ΤΑ ΑΛΛΑ, η νεοσύστατη δημοκρατία ακροβατεί. Το φασιστικό σκουλήκι παραμονεύει (και ενορχηστρώνει) την πτώση της. Οι διανοούμενοι πολώνονται, ιδεολογικά και πολιτικά. Στο ένα στρατόπεδο, οι υπερασπιστές μιας ιδανικής ουμανιστικής αστικής δημοκρατίας – «αναμάρτητης, σαν από κάποιο θαύμα, χωρίς ταξικούς ανταγωνισμούς, ουτοπικής και γι’ αυτό απραγματοποίητης», γράφει ο Γιώργος Θεοτοκάς. Στο άλλο στρατόπεδο, όσοι ευθυγραμμίζονται με το ονειροπόλημα της επαναστατημένης εργατικής τάξης για μια (εξίσου «ιδανική») ειρηνική αταξική κοινωνία. Ωστόσο, η πανώλη του εθνικισμού εξαπλώνεται. Το σκοτάδι βαθαίνει. Μια νέα «ανθρωποσφαγή» βρίσκεται προ των πυλών. ΣΗΜΕΡΑ (2026), επιτελικά κράτη και νόμοι της αγοράς. Αίρονται οι κοινωνικές και εργασιακές κατακτήσεις. Καταργείται το κράτος πρόνοιας. Η παιδεία ιδιωτικοποιείται. Η ακροδεξιά εμφιλοχωρεί με προβιά προβάτου και σηκώνει το δάχτυλο χωρίς αιδώ. Το σκουλήκι διαβρώνει, εκ των έσω, κάθε έννοια δημοκρατίας. Πολιτική αφασία και λήθαργος για τον μέσο κάτοικο αυτού του τόπου, εγκλωβισμένος καθώς είναι στον τροχό της επιβίωσης. Οι νέοι, άνευ προοπτικών, καθυστερούν την ενηλικίωσή τους. Η βία γίνεται τηλεοπτικό θέαμα, επιταχύνοντας τη  αποταύτιση από τον πόνο του άλλου. «Ντρον, βόμβες φωσφόρου, στρατόπεδα καταστολής, σκυλιά ρομπότ, ουσίες αγνώστου προελεύσεως, απασφαλισμένες μονάδες απανθρωποίησης»1, virtual σφαγές και 3D βιντεοπαιχνίδια – απτά τα μαχαίρια στα σχολεία. Παράλληλα, αναβάθμιση υψηλής τεχνολογικής υφής, τα πάντα ψηφιοποιούνται και εξαϋλώνονται. Αλγόριθμοι, τεχνητή νοημοσύνη, prompts και κυβόργια, τα όρια μεταξύ πραγματικού και εικονικού θολώνουν. Ολοκληρώνεται με επιτυχία το πέρασμα από την τρισδιάστατη στη μηδενικής διάστασης ζωή. Το όραμα του διανθρώπου απειλεί κάθε ελπίδα μετα-αναγεννησιακής συνειδησιακής εξύψωσης. Λέξεις, όπως «ορατότητα», «συμπερίληψη», «πολιτικά ορθόν», «ενσυναίσθηση», «προστασία του περιβάλλοντος», «ανθρώπινα δικαιώματα» και «διεθνές δίκαιο», γίνονται της μόδας για να παραδοθούν αμαχητί στην κενότητα της μισαλλοδοξίας, της υποκρισίας και του εγωισμού. Το άγριο θηρίο του νεοφιλελευθερισμού εξαπολυμένο και άπληστο, με γκροτέσκο πλανητάρχες και ηγέτες υπό την εποπτεία μιας παγκόσμιας ολιγαρχίας του χρήματος – ο παράγοντας «άνθρωπος» παραμερίζεται οριστικά, κανείς δεν είναι ασφαλής στο σπίτι του. Σαστισμένα τα άλλα ζώα αυτού του πλανήτη, μαζί με εμάς, τα ποιητικά υποκείμενα, που μέσα στον επικείμενο χαμό επαν-ανακαλύπτουμε την καταγγελτικότητα και την οικο-ποιητική της spoken word και της performance, όπως μας κληροδοτήθηκε από μια Dame Edith Sitwell, έναν Amiri Baraka, έναν Allen Ginsberg, έναν Charles Olson, έναν Δημοσθένη Αγραφιώτη – συνεχίζουμε με ορμή, υψώνοντας τη φωνή μας, σαν αηδόνια, καθώς πεθαίνουμε από μια σφαίρα ή ένα γόνατο αξιωματούχου, που έτυχε εκείνη τη στιγμή να διαφυλάττει τη «δημόσια τάξη και ασφάλεια», μέρα μεσημέρι στη Μινεσότα. (Ομολογώ, κάποιοι τολμάμε να ονειρευόμαστε τον άνθρωπο ως meta-άνθρωπο, εξορισμένο από το κέντρο του σύμπαντος, και όλα τα όντα, έμβια και άβια, ίσα). Μια νέα παγκόσμια σύρραξη, χωρίς όρους και χωρίς όρια, βρίσκεται προ των πυλών.

ΚΑΤΑ ΤΑ ΑΛΛΑ, ο πόλεμος ουδέποτε τελείωσε. Το ζήτημα ήταν αν θα γίνει επαρκώς «ορατός» στη γειτονιά μας, αν θα πλήξει την τιμή του «ντίζελ», του «εριφίου» και της «ντομάτας», ώστε να μπορέσουμε επιτέλους να μιλήσουμε για έναν αποκλειστικά δικό μας, οικιακό, άνευ προηγουμένου, «Μεσοπόλεμο».

Και ιδού η πραγματική κατάσταση:

Σ’ αυτό το ποίημα2               καταμετρώνται

εκατόν εξήντα χιλιάδες παιδιά των πολέμων

συν τα μη επαληθευμένα 

ένα εκατομμύριο                  

    σκοτωμένα 

                                στρατολογημένα

            εγκαταλελειμμένα

                    πεινασμένα

           βιασμένα

           ακρωτηρι-

           ασμένα

στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ, στην Ταϊβάν, στην Ουκρανία, στο Σουδάν

στην Μιανμάρ, στην Αϊτή, στη Συρία, στο Σαχέλ, στην Υεμένη

στη Μπουργκίνα Φάσο, στο Αφγανιστάν, στο Μάλι, στην Τεχεράνη, στη Γάζα …

στεφανωμένα με φόβο

με αίμα

με χώμα

[διαμαρτυρόμενε αναγνώστη / για μια επιτυχή πρόσληψη του παρόντος / 

   επανάλαβε / ένα εκατομμύριο εκατόν εξήντα χιλιάδες φορές / 

τη λέξη «παιδιά»]

καταμετράται ο χρόνος μαζί με

[συνέχισε ώσπου να πεις «φτάνει!»]

οκτακόσιες χιλιάδες ακόμη αθώους

συν τους μη επαληθευμένους

συν εκατόν ογδόντα ένα εκατομμύρια

–οι ορατοί και άλλοι τόσοι αόρατοι–

νεκρούς ή εκτοπισμένους

καταμετράται             

ο χρόνος

χίλιες ενενήντα τέσσερις ημέρες [μόλις / και έπεται η συνέχεια] 

σε νέο γεωλογικό κύκλο

σε bits, σε μνήμη τυχαίας προσπέλασης, σε μνήματα

με στατιστικές του μέλλοντος

με καθυστερήσεις μεταξύ εντολής και αντίδρασης

με τον πλανήτη στο έλεος αρπαχτικών

με τον τρόμο της πανταχού παρουσίας 

          των επαναπαυμένων 

όσο αυτό το ποίημα ξιφομαχεί τον ουρανό

κι ούτε ένα καλολογικό στοιχείο να εξωραΐσει

την τρέλα της ανθρώπινης αηδίας

 

Η Γεωργία Βεληβασάκη είναι ποιήτρια, συγγραφέας και μουσικός. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Ηράκλειο Κρήτης. Ζει στην Αθήνα. Σπούδασε «Ευρωπαϊκό Πολιτισμό» (ΕΑΠ) και είναι κάτοχος MSc «Δημιουργική Γραφή» (ΠΔΜ). Έργα της έχουν εκδοθεί, παρουσιαστεί επί σκηνής και βραβευτεί. Ασχολείται με το τραγούδι, το θέατρο και την τέχνη της performance, ως ερμηνεύτρια και δημιουργός, στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Από το 2021 διδάσκει Performance Poetry στο ΜΠΣ «Δημιουργική Γραφή» του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Ιδρύτρια και καλλιτεχνική διευθύντρια του International Performance Poetry Biennial Symposium-Festival (www.perposf.com). Μέλος του Δικτύου Γυναικών-Συγγραφέων κατά της Βίας και των Γυναικοκτονιών «Η Φωνή της». Έχει εκδώσει βιβλία, άρθρα και κριτικές, καθώς και οχτώ προσωπικές δισκογραφικές εργασίες. Πρόσφατα έργα της: Αυτή, το Άτομο Μηδέν (ποίηση, Σμίλη 2024), Performance Poetry – Επιτελεστική Ποίηση, Άξιον Λόγου ως Άξιον Λόγου (πραγματεία, Γράφημα 2022), Encuentros y Despedidas / Georgia Velivasaki & Luis Borda (CD/LP, Μετρονόμος 2019). Είναι Υποψήφια Διδακτόρισσα Δημιουργικής Γραφής (ΠΔΜ). www.velivasaki.gr 

 

Παραθέματα

  1. Απόσπασμα από το ποίημα «Χελιδόνια στο κουτί» (Γεωργία Βεληβασάκη, Αυτή, το Άτομο Μηδέν, εκδ. Σμίλη 2024)
  2. Γεωργία Βεληβασάκη, «Υπολογιστική Νέφους» (ποίημα) στον συλλογικό τόμο Εδώ θα μείνουμε – 44 κείμενα για την Παλαιστίνη, επιμ./ανθολόγηση Ηλίας Φραγκάκης, εκδ. Εύμαρος, Αθήνα 2026.