Αφιέρωμα στην 8η Μάρτη: Ηλικία – Φύλο – Λογοτεχνία (8)

Σε συνέχεια της δράσης «Γυναίκες επί σκηνής», η ΑΜΚΕ Θράκα, το Δίκτυο Γυναικών Συγγραφέων κατά της Έμφυλης Βίας και των Γυναικοκτονιών «Η Φωνή Της», καθώς και το Δίκτυο Συγγραφέων, διοργάνωσαν φέτος δράση με θέμα «Ηλικία – Φύλο – Λογοτεχνία».

Ο ηλικιακός ρατσισμός (ηλικισμός) στις γυναίκες αναφέρεται στα στερεότυπα (πώς σκεφτόμαστε), στις προκαταλήψεις (πώς νιώθουμε) και στις διακρίσεις (πώς ενεργούμε) απέναντι στις άλλες ή στις εαυτές μας με βάση την ηλικία. Πρόκειται για ένα κοινωνικό φαινόμενο που επηρεάζει το λογοτεχνικό πεδίο, ειδικά σε συσχέτιση με το φύλο, στον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνονται οι έννοιες (του τι θεωρείται) «γνωστή / επιδραστική συγγράφισσα», «διεθνούς εμβέλειας / θεμάτων» και «εντός κανόνα / με ποιοτικό έργο».

Εκτός από τα στερεότυπα των φύλων και την οικονομική ανισότητα, ένας από τους κύριους μηχανισμούς αποκλεισμού των γυναικών από τη λογοτεχνία είναι η ηλικία. Ενώ οι νέες γυναίκες συχνά πατρονάρονται, παιδικοποιούνται ή αντικειμενοποιούνται, οι μεγαλύτερες γυναίκες συχνά δεν περιλαμβάνονται ή παραβλέπονται, τα αισθητικά τους επιτεύγματα και οι επιρροές τους ελαχιστοποιούνται, οι προοπτικές τους περιθωριοποιούνται, η παρουσία τους μειώνεται σε κάθε επίπεδο σε σύγκριση με τους άνδρες ομόλογούς τους.

Οι «Γυναίκες επί σκηνής» με αφορμή την 8η Μάρτη ετοίμασαν ένα ειδικό αφιέρωμα σε δύο πράξεις:

Πράξη πρώτη: Το διαδικτυακό περιοδικό Θράκα έχει συγκεντρώσει σε ένα ειδικό αφιέρωμα, κείμενα που μιλούν για τον ηλικιακό ρατσισμό σε σχέση με το φύλο και τη λογοτεχνία. Το αφιέρωμα χωρίζεται μέρη που δημοσιεύτηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια του Φεβρουαρίου και η δημοσίευσή τους συνεχίζεται ως το τέλος του Μαρτίου.

Πράξη δεύτερη: Πραγματοποίηση εκδήλωσης στις 8 Μάρτη με αναγνώσεις, ομιλίες από καλεσμένες και ειδικούς, καθώς και συζήτηση με το κοινό.

Με την χθεσινή ειδική εκδήλωση με θεατρικά Αναλόγια στο Αλτάι, ολοκληρώθηκαν οι εκδηλώσεις για την 8η Μάρτη. Χθες συμμετείχαν οι: Μαρία Κανδυλιώτη, Στρατονίκη Ζαρμποζάνη, Δημήτρης Φούτσιας, Amélie Hamlet Medusa, Μαρία Σκαφιδά, Αναστασία Καραογλάνη, Ειρήνη Νομικού και Ελένη Γούλα. Τον συντονισμό της εκδήλωσης έχει αναλάβει η Πέννυ Μηλιά.

Και στις δύο εκδηλώσεις υπήρχε αλληλέγγυο παζάρι βιβλίων, με το 50% των εσόδων να προσφέρεται στο καταφύγιο για κακοποιημένες γυναίκες που λειτουργεί το Ελληνικό Δίκτυο Γυναικών Ευρώπης.

Τα άρθρα που έχουν δημοσιευτεί ως τώρα: πρώτο άρθρο (έργα των: Δέσποινα Γερασιμίδου, Δώρα Κασκάλη, Ελένη Μπουκαούρη και Έφη Ζωγράφου) το δεύτερο άρθρο (έργα των: Ανδρονίκη Τασιούλa, Μαρκία Λιάπη, Ασημίνα Ξηρογιάννη, Αγγελική Κουρμουλάκη, Μακλένα Νίκα, Εύη Γκενούδη, Λεμονιά – Μόνικα Αβαγιάννη, Κατερίνα Ράπτη, Αλίκη Γκανά), το τρίτο άρθρο, (έργα των: Εύα Στάμου, Κατερίνα Καπερναράκου, Μυρτώ Χμιελέφσκι, Γιούλη Βολανάκη, Δήμητρα Κυριακοπούλου, Στρατονίκη Ζαρμποζάνη), το τέταρτο άρθρο (έργα των: Αλέκα Πλακονούρη, Αντιγόνη Πανταζή, Ειρήνη Νομικού, Όλγα Μπακοπούλου, Βασιλική Παππά), το πέμπτο άρθρο (έργα των: Μαρία Κανδυλιώτη, Δημήτρης Φούτσιας, Amélie Hamlet Medusa, Μαρία Σκαφιδά, Αναστασία Καραογλάνη, Ελένη Γούλα, Μαρία (Μαρίζα) Τζούνη), και το έκτο άρθρο (έργα των: Ελένη Αλεξίου – Αναστασία Γκίτση, Αριάδνη Καλοκύρη – Κατερίνα Μαρδακιούπη, Κατερίνα Γκιουλέκα, Σοφία Γουργουλιάνη, παναγιώτης σ. αντωνιάδης, Φιλία Κανελλοπούλου, Μάνια Μεζίτη, Κατερίνα Λιάτζουρα, Ελευθερία Ζέλκα, Σωτηρία Τσιάκα, Ελένη Γαλάνη, Ειρήνη Σκούρα), έβδομο άρθρο (έργα των: Γεωργία Μακρογιώργου, Αθηνά Βογιατζόγλου, Ζωή Χατζηγεωργίου, Ευγενία Τζιρτζιλάκη, Κωνσταντίνα Ζαγάρη, Σοφιαλένα Ψαρρά).

Στο νέο μας άρθρο σας παρουσιάζουμε έργα των: Λίνα Φυτιλή, Ελένη Καρασαββίδου, Φωτεινή Μυλωνά-Ραΐδη, Μαρία Χριστοδούλου, Στέλλα Παντζαρτζή, Ελισάβετ Πολίτη, Αφροδίτη Λυμπέρη, Γεωργιάνα Λούκου, Γεωργία Βεληβασάκη, Γιώτα Βασιλακοπούλου, Βασιλική Δραγούνη, Πηνελόπη Ζαλώνη, Αλεξία Ζουμπουλάκη, Στέλλα Δ. Σακαλή, Έλενα Αγγελοπούλου, Σωκράτης Καμπουρόπουλος, Κατερίνα Λιβιτσάνου Ντάνου. 

Επιμελήτριες του αφιερώματος: Marija Dejanović, Πέννυ Μηλιά.

Οργανωτική ομάδα συνεργασίας: Marija Dejanović, Κατερίνα Ηλιοπούλου, Πέννυ Μηλιά, Ευσταθία Π.

 

Λίνα Φυτιλή
Κάποτε παραγκωνισμένα

Εξαιτίας των φιλοζωικών οργανώσεων
δεν σκοτώνουν πια τα άλογα
όταν γεράσουν
μόνο τα αφήνουν να ζήσουν
όσο αντέχουν-

κάποτε παραγκωνισμένα
όπως τις γυναίκες που μεγαλώνουν
και γερνούν΄

η ομορφιά παρακμάζει,
η φωνή τους παύει ν΄ ακούγεται.
Είναι τελειωμένες, λένε
όσοι αρνούνται να κατανοήσουν
τη σοφία του χρόνου.

Η δημιουργική πνοή γίνεται
το βαρίδι της εμπειρίας.

Οι γυναίκες που γερνούν
είναι τα ληγμένα προϊόντα στο ράφι
που κανείς δεν αγοράζει πια΄

Το γήρας τις κατατρώει-
περισσότερο οι ματιές των άλλων
που δε βλέπουν πως η ηλικία
είναι ένα καλούπι
για να το σπάσεις

που δεν βλέπουν
πως η δημιουργία
αναστρέφει τον χρόνο΄

που δε βλέπουν πως
μόνο απ΄ ό, τι μας διαλύει

γεννιέται
ένα αλλιώτικο σθένος.

***

Ελένη Καρασαββίδου
Τα ρόδα της Μοναξιάς *

Όταν ήταν μικρή
έπεσε μελάνι στο χέρι της
και τρόμαξε από τον ‘λεκέ’.
Της είχαν πει ότι το μελάνι
δεν βγαίνει ποτέ από το δέρμα.
Το έτριψαν, γράφει με ελαφρόπετρα.
Τώρα μεγάλη πια,
Βαραίνουν αλλιώς τα βλέμματα πάνω της.
Βαραίνει αλλιώς και το μελάνι.
Τα πρώτα δεν σταματούν, λες κι αόρατη είναι
Ή το πολύ πολύ να της αποδώσουν ‘δικαιοσύνη’ δια οίκτου πρόσκαιρου
Το δεύτερο μένει στο δέρμα σταθερό, κι ας μην το βλέπει
Κι ας κοροϊδεύει εκείνη την παλιά φοβία
Ξεγελασμένη απ’ τα δικά της μάτια ετούτη την φορά.
– Φυσικά και βγαίνει το μελάνι,
κατέληξε,
Και όμως, δεν είχε δίκιο.

*Με αφορμή ένα περιστατικό που αναφέρεται στο ομώνυμο βιβλίο της Ζακλίν ντε Ρομιγί.

***

Φωτεινή Μυλωνά-Ραΐδη
Η ζωή μου όλη!
Υπό+ακοή

Η αγαθότητά της δεν ήταν επιλογή, αλλά επιβολή.
Αιτία, σύμφωνα με τους ειδικούς της ψυχικής υγείας,
η μοναδική του πατρός της εξουσία
και το βλοσυρό βλέμμα της κατάκρισής του.
Από φόβο στην αρχή…
Από αποφυγή πόνου αργότερα …
Και στη συνέχεια από συνήθεια…
Μες σε δυο δρόμους κινήθηκε
με χαμηλωμένο το σεμνό της βλέμμα.
…Η όραση είναι για τους φιλόσοφους!
Οργώνει το νου η όραση
και τον ανασκάπτει…
Επώδυνες διαδικασίες.
Και ενίοτε επικίνδυνες.
-Οι παρωπίδες στα ζώα έτσι εφευρέθηκαν-.

Η ακοή αποτέλεσε την προσφιλή της αίσθηση.
Η σύζευξή της, σχετικά νωρίς,
με την πρόθεση «υπό»
την ανέδειξε σε «οσία» της αρετής.
Με πορεία λαμπρή!
Πλην όμως ευθύγραμμη.

Στ’ αριστερά της καρδιάς της κείται,

χρόνια πολλά τώρα,
αναπαυμένη εν ειρήνη η Ευθύνη
επιλέγοντας τα επουράνια απ’ τα εγκόσμια.
Ως εκ τούτου τα χέρια της καθαρά,
σαν του Πιλάτου τα χέρια.

Κι ο χιτώνας της λευκός κι αψεγάδιαστος,
σαν των αγγέλων.
Των υπό την μοναδική Του Πατρός τους εξουσία
τελούντων,
ομοίως υπ-άκουοι κι αυτοί.

Το μόνον απρόβλεπτο ο χρόνος…
Κι η καταλυτική δύναμή του…
Τα πάντα ρει!

***

Μαρία Χριστοδούλου
Το παρόν σώμα

Κάποτε αρχίζει η ηλικία των κατακλυσμών.
Αλλάζει το βλέμμα των ανθρώπων
συναντά το ουράνιο τόξο.

Η φωνή του Νώε
ξεκαθαρίζει:
– Πριν η συντριβή.Τώρα;

Τώρα προχωρώ μαζί της.
Στο παρόν του σώματος
η ηλικία είναι αριθμός θανάτου.

Η φθορά;
Όπως και τότε
απαίτηση στη σιωπή.

Εξάσκηση στη σιωπή
για να αδειάσει ο χώρος.

Εσύ, εγώ, αυτός, εκείνος .
Άντεξαν.
Αγάπησαν
Θέλουν.

Ύστερα
στο παρόν του σώματος
επιλέγουν τη σιωπή.
Επιλέγω τη λέξη.

-Και η λογοτεχνία;
Αρχίζει
εκεί όπου
αυτός, εκείνος, εμείς
ακυρώνονται στο πως
λατρεύεται ο κατακλυσμός
από τους πνιγμένους.

***

Στέλλα Παντζαρτζή
Το κέντημα

Βελονιά, βελονιά κεντούσε τη ζωή της
Σεμεδάκια, τραπεζομάντηλα, μαξιλαροθήκες
Όνειρα σε όλα τα χρώματα και σχήματα
Ώρες ατελείωτες σκυμμένη στο κέντημα
Με περισσή σπουδή
Λυγερή και γρήγορη σαν ελαφίνα
Όλα σε τάξη, όλα πεντακάθαρα
Στο σπίτι, στη δουλειά
Κράτα τις σκέψεις για τον εαυτό σου
Μη μας ακούσουν οι γείτονες
Μη φωνάζεις
Μη μιλάς
Έσπασαν τα νεύρα της
Δεν άντεχε τις εντάσεις
Το πανοπτικό βλέμμα
Υπομονή
Σιωπή
Ο πύργος κατέρρευσε
Κλεισμένη μέσα
Χρόνια τώρα
Με κλειστά παράθυρα
Κρατάει τις σκέψεις για τον εαυτό της
Τις ταΐζει μαζί με τα περιστέρια
Φοράει τα ίδια ρούχα
Όλα στενά
Δε θέλει καινούργια
Ποιος νοιάζεται;
Θα επιστρέψει στη μήτρα
Της σπασμένης Άνοιξης
Βελονιά, βελονιά –
Το τελείωσε το κέντημα.

***

Ελισάβετ Πολίτη
Φράκταλ

Φορεμένο ρούχο
κολλάει πάνω σου
σαν λεκές στον καθρέφτη·
τίποτα δε θυμίζει από σένα.

Στροβιλίζεσαι·
η επίγνωση αργεί.

Καμιά αξία στη μήτρα που γεννά αγκάθια.
Όλοι περιμένουν λουλούδια.

***

Αφροδίτη Λυμπέρη
Επαγγελματίας ενζενί

Είμαι

παλιό χειρόγραφο
πάνω μου
χιλιόμετρα περπατημένα
-σοφία το λες αυτό
ή σφάλμα της φύσης;
Το φως
που μάζεψα
στο μπούστο μου
τυφλώνει
τους αναγνώστες.
Κι αυτές οι ρωγμές
γύρω από τα χείλη
είναι το αποτύπωμα
όσων είπα,
πριν χρειαστεί
να επιστρέψω
στην πρωτόγονη φωτιά.
Ο καθρέφτης
σε ρόλο δικαστηρίου
κατακρίνει
τις λέξεις που χαλάρωσαν
και εκείνο το δέρμα
που καλύπτει
την ορατότητα
της άλλης μέρας.
Ξέρεις όμως,
καμιά ρίμα
δεν μου χαρίστηκε
και είμαι πολύ κακή
στο να τακτοποιώ
αναμνήσεις στα συρτάρια.
Τις ηλικίες μου
τις έζησα γράφοντας
με το χέρι
και στο χέρι αυτό
κρατώ
το όποτε
του φευγιού μου.
***
Γεωργιάνα Λούκου

Το πάτωμα

Η μαμά έπεσε από το κρεβάτι
μέσα στη νύχτα και χτύπησε το χέρι της.
Είπε: δεν είναι τίποτα.
Το βλέμμα της έμεινε πάνω στο πάτωμα.
Το πάτωμα δεν είπε τίποτα.
Εγώ δεν είπα τίποτα.
Κοίταξα το κινητό.
Ήταν φορτισμένο.
Είχα σήμα.

Η μαμά είπε:
θέλω να πεθάνω.
Κανείς δεν της απάντησε.
Ούτε καν ο γαμπρός,
που μέχρι εκείνη την ώρα έπαιζε με το κουτάλι του.
Μόνο είπε: ρωσική ρουλέτα.
Σαν να έκανε αστείο.
Αλλά δεν ήταν αστείο.

Έβγαλε το περίστροφο.
Ναι, είχε περίστροφο.
Κανείς δεν ρώτησε γιατί.
Έβαλε μέσα μια σφαίρα.
Γύρισε το τύμπανο.
Το χέρι του δεν έτρεμε.
Γέλασε.
Όχι όπως γελάει ο κόσμος στα πάρτι,
σαν να μην έχει κάτι άλλο να κάνει.

Είπε: ποιος παίζει;
Πρότεινε, σαν να ήμασταν έφηβοι.
Κανείς δεν απάντησε.
Ούτε εγώ.
Ούτε εκείνος.
Ούτε η μαμά.
Ούτε ο μπαμπάς.
Ούτε ο αδελφός.

Η μαμά έμεινε στο πάτωμα.
Το όπλο έμεινε εκεί.
Ο χρόνος έμεινε εκεί.

***

Γεωργία Βεληβασάκη
Η Μαρία και άλλα έντομα

Από το σώμα της
– μηχανοποιούμενο
αποξηλωμένο
μισό –
έβγαιναν λέξεις ελικτές
και άλλα έντομα
Της μάνας της
που σκότωνε τις μύγες με μια καρφίτσα
μες στο καταμεσήμερο παραμόνευε πίσω από την κουρτίνα
–την έβλεπε– κρέμαγε το βρακί στην καρέκλα και
μεταλάβαινε
με το στανιό τα πέλαγα τα επουράνια
Του πατέρα της,
είχε γίνει κάκτος στα γεράματα, κατακίτρινος
στην αξεδίψαστή του έρημο
το χέρι του μυζητήρας απάνω στο μάγουλό της
κανείς δεν ρώτησε τι απόγινε
Του άνδρα της
μια φορά – λιωμένη
η χαρτοσακούλα από τη βροχή
κι έτρεχαν τα σκαθάρια μέσα στα βρομόνερα
άοπλα

Η Μαρία
αιδοίο ανίδιο
κατειλημμένο και ακατάληπτο
παρά τα όχι της από πνιγμό ή μαχαίρι
Η Μαρία
τα χεράκια της
τα στηθάκια της
Η Μαρία
το στοματάκι της
τα ποδαράκια της
Η Μαρία
η κοιλίτσα της
το άλικο ρόδο της
– κι ας μην άνθιζε πια

Η Μαρία
το άγιο λεπιδόπτερο
«Εγώ η Μαρία» έλεγε

***

Γιώτα Βασιλακοπούλου
Προδοσία

Άκου τη σιωπή μου
με μαχαίρι κόβεται,
γιατί τα λόγια όλα
πέσαν στο κενό,
γέμισε ο φωταγωγός αλφάβητα
κι ήταν ο γδούπος κάθε λέξης θάνατος .
Τώρα τα λόγια βγάλαν φτερά,
γίναν πουλιά
κι έμεινε η σιωπή να μας κατοικεί ,
ν’ ανεμίζει στα μπαλκόνια ,
ίδια σημαία πολιορκημένων.
Καρδιά μου δεν σε πρόδωσα,
όσες ήττες κι αν δοκίμασες∙
μπορεί να πεθαίνεις,
αλλά είσαι ελεύθερη τουλάχιστον
να νιώθεις
να χτυπάς όπως εσύ διαλέγεις.

***

Βασιλική Δραγούνη

Μικροσκοπικά δοχεία τέφρας

Εκτοξεύονται από το ένα νοητικό στρατόπεδο στο άλλο
(υπάρχουν πολλά)
ακόμη και από στρατόπεδα μέσα σε στρατόπεδα
(σε μερικά έχεις στήσει σκηνή εδώ και χρόνια)
αλλά αυτό που έχεις στο μυαλό σου
είναι δωρικό, ελαφρύ, μινιμαλιστικό,
ελεύθερο από τις ιδεοληπτικές σου παρορμήσεις,
καθαρό, στιλβωμένο, γυμνό
στο πίσω μέρος ενός φορτηγού που βγάζει καπνό.

Παρόλα αυτά, καθώς δεν κρατάς ημερολόγια,
σε διαπερνά η ανάγκη να αφήσεις έναν χάρτη πίσω σου:
βιβλία, μουσική, ρούχα, DVD, έργα τέχνης,
εξωτερικούς σκληρούς δίσκους, φωτογραφίες
και, ίσως, φίλους.

Μπορεί να πασχίζεις να ξεφορτωθείς γιατρούς, συντρόφους,
να μπλέκεις σε μεθυσμένες συζητήσεις,
να σέρνεις κάθε άνοιξη θλιβερά χαρτόκουτα
για να ξεφορτωθείς ορδές από δάκρυα φαντασμάτων
από συρτάρια και ντουλάπες.

Μπορεί να εντάξεις στις συνήθειές σου το πράσινο τσάι,
να αγνοείς τις εγκεφαλικές διαταραχές, τον σιγανό πόνο,
να γευτείς κάθε πικρή ρίζα ή πράσινο φύλλο,
να ονειρευτείς τη σιδερένια γεύση του αίματος της παιδικής ηλικίας
να πέσεις σε κώμα με εκρήξεις και σεισμούς.

Είναι όλα μάταια.
Έτσι προς το παρόν σε παρηγορούν οι αυταπάτες σου,
σαν μικροσκοπικές λαμπερές τεφροδόχοι
ακτινοβόλου προ-άνοιας.

***

Πηνελόπη Ζαλώνη

Άγνωστη Κυρά,

«εκαλλωπίσθη σφόδρα εις εξαπάτησιν οφθαλμών ανδρών, όσοι αν ίδωσιν αυτήν»
Δεσποσύνη οδηγήτρια, κάνε μου τη χάρη και πες μου
πως ρυθμίζεται η καρδιά
τόσο που σημαδεύτηκε από το χρόνο,
τι αρρυθμίες παρουσιάζει και γιατί;
Πώς κυκλοφορεί κυκλικά το αίμα;

Με πόσα μάτια συναντήθηκες κι αντιστάθηκες;
Τα μέτρησες ποτέ;
Τα μέτρησες τα κόκκινα χτυπημένα χέρια,
τα λαδωμένα με κοψίματα, με νύχια μαυρισμένα
απ’ τα κάρβουνα που έπαιζες;

Μαγείρευες, ζωγράφιζες κι άναβες.
Ύστερα έριχνες νερά και καθάριζες.
Απέναντι στον καιρό πως στάθηκες;
Ανέπνεες βαθιά την ευωδιά της ρίγανης
και ρύθμιζες τη φλόγα δίπλα σου.

Πού βρήκες το κουράγιο
και τώρα υπομονετικά περιμένεις;
Σου απάντησε ποτέ καμιά παρηγοριά;

Η δοξαστική μυρσίνη αργεί
να φυτρώσει
και διψά
για φροντίδα.
Eppur si muove

***

Αλεξία Ζουμπουλάκη
Η καλή κόρη

Έμαθα το λουρί μου.
Είναι οι ενοχές μου.

Έμαθα πως τα συναισθήματα των άλλων
είναι δικό μου πρόβλημα.
Έμαθα ότι εσύ πίνεις
επειδή εγώ είμαι βαρετή.
Έμαθα ότι αυτά που λέω
είναι υπερβολές.
Έμαθα ότι αυτά που θέλω
είναι περισσότερα
απ’ όσα μου αξίζουν.

Κι όμως,
εγώ
θα έκανα τα πάντα για εσένα.
Έτσι με μάθατε: να είμαι καλή κόρη.
Έτσι με μάθατε: να είμαι καλή μαθήτρια.

Πώς μπορώ να γίνω καλύτερη για εσάς;
Μήπως να δείξω περισσότερη κατανόηση;
Μήπως είμαι επικριτική;
Μήπως η θλίψη μου σας στεναχωρεί;
Μήπως η επιτυχία μου προκαλεί;

Εγώ,
ό,τι πέτυχα,
το πέτυχα στις πλάτες σας.
Γιατί τι είμαι εγώ;
Τι θα ήμουν χωρίς τη δική σας βοήθεια;
Τι τρέλες θα ήθελα
αν με αφήνατε ελεύθερη;

Εγώ είμαι εδώ για να ικανοποιώ.
Πότε σας στεναχώρησε αυτή η κόρη;
Πότε σας πρόδωσε αυτή η σύντροφος;
Και ξέρεις τι;
Αν το ζητήσεις αρκετές φορές
γίνεται δική μου ιδέα.

Μόνο εσείς μπορείτε να φεύγετε.
Μόνο εσείς επιτρέπεται να με εγκαταλείπετε.
Ίσως πρέπει κιόλας,
για να μαθαίνω.

Όταν μου το επιτρέπετε
μπορώ κι εγώ
σιωπηλά να φεύγω.
Άλλωστε,
μια γυναίκα στα σαράντα της,
χωρίς παιδιά και άντρα
καλό είναι να σωπαίνει.

Στα καλύτερά μου χάνομαι.
Αόρατη.
Να μη με δει κανένας.
Να μην ενοχλήσω κανέναν.
Εκεί είμαι ευτυχισμένη.
Στην ανυπαρξία.
Αν μου το επιτρέπατε
θα εξαφανιζόμουν.
Αλλά δεν θέλω
να σας στεναχωρήσω.

***

Στέλλα Δ. Σακαλή
Ξεχωριστές ζωές

Σε έναν κόσμο που συγκρούεται
Βίοι παράλληλοι
Σε άδεια σοκάκια
Δρόμους γυμνούς από άσφαλτο
Τσιρίδες παιδιών που παίζουν
Αγκάθια στις πατούσες
Χώροι αυτούσιοι
Σε χώρες κατακερματισμένες
Γιαγιάδες σε κύκλους
Πλαστικές καρέκλες
Φως στα γκρι πεζοδρόμια
Στενά και φτωχογειτονιές
Αγάπη στα πλαστικά πιάτα
Φωτογραφίες blanc et noir
Οικογενειακά τραπέζια
Στη γωνία μια παλιά ταβέρνα
Ένας άνδρας παίζει ακορντεόν
Ο πατέρας της του μιλούσε
Στη δική του γλώσσα
Τώρα όμως δεν έρχεται πια
Φοβάται ότι μένει μόνη
Κυκλοφορεί τη νύχτα έξω
Με κίνδυνο να την κλέψουν

Αθήνα, 27/09/2025

***

Έλενα Αγγελοπούλου
«Γεννήθηκα γυναίκα»
Μονόλογος της Aphra Behn

(Λονδίνο, τέλη 17ου αιώνα. Μια γυναίκα μόνη, σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο. Ένα κερί αναμμένο, φωτίζει μόνο το πρόσωπό της. Χειρόγραφα χαρτιά παντού. Το σώμα της κουρασμένο, ο λόγος της ανυπότακτος)

Γεννήθηκα γυναίκα
-κι αυτό από μόνο του ήταν καταδίκη.

Πριν γράψω την πρώτη λέξη, πριν πιάσω την πένα,
είχαν ήδη αποφασίσει τι δεν έπρεπε να είμαι:
σοφή,
ελεύθερη,
με φωνή.

Στην εποχή μου, μια γυναίκα του πνεύματος είναι λάθος της φύσης.
Τη συγχωρούν μόνο αν σωπαίνει.
Τη δέχονται μόνο αν ζει κρυμμένη.
Τη θαυμάζουν μόνο αν δεν διεκδικεί τίποτα.

Όταν γράφουν οι άντρες, τους λένε μεγάλους.
Μα όταν γράφουν οι γυναίκες, τις λένε επικίνδυνες.

Όταν μιλάω για πολιτική, με χλευάζουν.
Όταν μιλάω για επιθυμία, με διασύρουν.
Όταν μιλάω για την αλήθεια, με λοιδορούν
-γιατί η αλήθεια όταν μπαίνει στο στόμα μιας γυναίκας
θεωρείται πάντα πρόκληση.

Δεν με ρώτησαν ποτέ τι σκέφτομαι.
Μόνο αν «ταιριάζει» με τη φύση μου αυτό που σκέφτομαι.

Με κοιτάζουν σαν κάτι παράδοξο.
Σαν τέρας καλοδουλεμένο.

Μια γυναίκα που ζει από το μυαλό της είναι επικίνδυνη.
Δεν εξαρτάται.
Δεν παρακαλά.
Δεν σωπαίνει.

Μου λένε:
γράφε, αλλά μετρημένα,
σκέψου, αλλά όχι δημόσια,
μίλα, αλλά σαν γυναίκα.

Και ξέρω τι σημαίνει αυτό:
να μην ενοχλώ.
να μην εκθέτω.
να μην αποκαλύπτω πόσο κενή είναι η εξουσία τους.

Γιατί αν μια γυναίκα μπορεί να περιγράψει τον κόσμο,
τότε μπορεί και να τον αμφισβητήσει.

Δεν μου συγχώρησαν ποτέ ότι έγραψα για τον έρωτα χωρίς να ντρέπομαι.
Για το σώμα χωρίς να το τιμωρώ.
Για την επιθυμία χωρίς να τη μεταφράζω σε αμαρτία.

Με είπαν άσεμνη.
Όχι γιατί ήμουν,
αλλά γιατί δεν μετάνιωσα.
Και το πλήρωσα ακριβά.

Στις αίθουσες με διαβάζουν,
στα σπίτια με ψιθυρίζουν,
στους δρόμους με δείχνουν.

Μια γυναίκα που σκέφτεται δυνατά
θεωρείται πάντα απειλή.

Δεν μου έστησαν ποτέ άγαλμα.
Δεν μου έδωσαν ποτέ συγχώρεση.
Μόνο χώρο ανάμεσα σε φήμες και σιωπές.

Και ξέρω τι θα κάνουν όταν φύγω.
Σίγουρα δεν θα μου εναποθέτουν άνθη στον τάφο.
Θα πουν πως ήμουν μια εξαίρεση.
Πως οι γυναίκες δεν γράφουν έτσι.
Γιατί το έτσι σημαίνει ελεύθερα, ανοιχτά, χωρίς ντροπή, χωρίς άδεια.

Όταν γράφει ένας άντρας για τον έρωτα, είναι φιλοσοφία.
Όταν γράφω εγώ, είναι ανηθικότητα.
Όταν μιλάει εκείνος για επιθυμία, είναι φύση.
Όταν μιλάω εγώ, είναι αμαρτία.

Αλλά κάθε εξαίρεση ανοίγει και μια ρωγμή.

Κάπου, κάποτε,
ξέρω πως μια άλλη γυναίκα θα θελήσει να γράψει.
Θα της πουν και πάλι, πως είναι υπερβολική;
Πως διαβάζει πολύ;
Πως σκέφτεται λάθος;

Και τότε -χωρίς να γνωρίζει καν το όνομά μου-
ξέρω,
θα βαδίσει πάνω στο ίχνος που άφησα.

Δεν έγραψα για να με δικαιώσουν.
Έγραψα γιατί δεν άντεχα να σιωπήσω.

Γιατί σ’ έναν κόσμο που μορφώνει τις γυναίκες
μόνο για να τις φιμώνει,
το γράψιμο είναι πράξη ανυπακοής.

Κι αν με θυμούνται σαν σκάνδαλο,
τότε ας είναι.
Το σκάνδαλο θα είναι απλώς
-η αλήθεια που ειπώθηκε από λάθος στόμα.

***

Σωκράτης Καμπουρόπουλος

ΓΚΡΙΖΟΜΑΛΛΕΣ ΠΟΙΗΤΡΙΕΣ ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ

28/1/2026

Η Σονάτα του Σεληνόφωτος, που εκδόθηκε το 1956 από τον Κέδρο, είναι σήμερα με διαφορά το δημοφιλέστερο βιβλίο του Γιάννη Ρίτσου, έχοντας κάνει εξήντα διαδοχικές εκδόσεις μέχρι το 1990 –στις οποίες πρέπει να προστεθούν και οι εκδόσεις της Τέταρτης διάστασης (1972) και των Απάντων του, που το συμπεριέλαβαν αμέσως μετά. Δημοφιλέστερο ακόμα και από τον Επιτάφιο, τη Ρωμιοσύνη, την Ιφιγένεια, την Κυρά των Αμπελιών, ή το Καπνισμένο Τσουκάλι.

Η σύνθεση είναι ένας δραματικός μονόλογος (ο πρώτος μιας σειράς που έγραψε ο ποιητής), μιας γυναίκας ηλικιωμένης, ντυμένης στα μαύρα «που έχει εκδώσει δυο-τρεις ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής», όπως γράφει στην προμετωπίδα του. Στο μεγάλο, παλιό σπίτι όπου ζει η ίδια «μαζί με τους νεκρούς» εισβάλλει από το παράθυρο το φως της πανσελήνου. Η γυναίκα απευθύνεται στον νέο άντρα που την επισκέπτεται με μια αυτοματαιούμενη ερωτική επιθυμία, με λάιτ μοτίφ τον στίχο «Άφησέ με να ‘ρθω μαζί σου».
Έχουν γίνει κτήμα μας οι στίχοι:

Άφησέ με να ‘ρθω μαζί σου
[…]
κι ούτε έχει σημασία που ασπρίσαν τα μαλλιά μου
(δεν είναι τούτο η λύπη μου, η λύπη μου
είναι που δεν ασπρίζει κι καρδιά μου)

Στο τέλος του ποιήματος, όμως, η ποιήτρια ξεπροβοδίζει τον ποθητό επισκέπτη της, αρνούμενη να τον ακολουθήσει:

Α, φεύγεις; Καληνύχτα. Όχι, δε θάρθω. Καληνύχτα.
Εγώ θα βγω σε λίγο. Ευχαριστώ. Γιατί, επιτέλους, πρέπει
να βγω απ’ αυτό το τσακισμένο σπίτι.
Πρέπει να δω λιγάκι πολιτεία. Όχι, όχι το φεγγάρι. […]

Τα γεγονότα που έχουν γίνει γνωστά πίσω από το γράψιμο της Σονάτας παραπέμπουν στην ιστόρηση μιας επίσκεψης στο σπίτι της σχεδόν συνομήλικης με τον Ρίτσο (1909-1990) ποιήτριας Μελισσάνθης (πραγματικό όνομα: Ήβη Κούγια-Σκανδαλάκη, 1907- 1991). Σύμφωνα με την αφήγηση του μεταπολεμικού ποιητή Δημήτρη Δούκαρη, είχαν επισκεφθεί μαζί με τη Ζωή Καρέλλη τη Μελισσάνθη στο σπίτι της, λίγες μόνο μέρες μετά τον θάνατο του άντρα της, και τον εντυπωσίασε «η πανσέληνος στις σκάλες, πίσω από την πλάτη της μαυροφορεμένης ποιήτριας». Όταν αφηγήθηκε την εμπειρία της επίσκεψής του στον Ρίτσο, υποτίθεται ότι ο δεύτερος εμπνεύστηκε το γράψιμο της Σονάτας. Σύμφωνα, όμως, με μια άλλη εκδοχή που μας δίνει η βιογράφος του Ρίτσου, Αγγελική Κώττη, η Ζωή Καρέλλη (πραγματικό όνομα: Χρυσούλα Πεντζίκη- Αργυριάδου, 1901-1998, αδελφή του Ν. Γ. Πεντζίκη, που είχε ήδη γράψει ποιητικές συλλογές και συναναστρεφόταν με τον Ρίτσο), του στέλνει μια επιστολή με ημερομηνία 22.1.1957, όπου του γράφει «Να ξέρεις όμως πως στη Σονάτα του σεληνόφωτος υπάρχει κάτι από μένα». Στο αρχείο του ποιητή υπάρχει ένα σχέδιο απάντησης σ’ αυτή την επιστολή που δεν στάλθηκε ποτέ, όπου σημειώνει «Και στη Σονάτα όχι μονάχα υπάρχει ”κάτι από σένα” μα δε θάχε γραφτεί καθόλου αν δεν είσουνα εσύ. Είναι δική σου. Στη δική σου, πάντα παρούσα για μένα τώρα, ευαισθησία και νόηση δοκιμάστηκε ο κάθε στίχος ακόμη και οι ολότελα δικοί μου (ξένοι για σένα;) με σένα μετρήθηκαν. […] Και η Σονάτα γράφτηκε για να τη διαβάσεις αποκλειστικά εσύ» (πηγή: https://fragilemag.gr/sonata-tou- selinofotos-giannis-ritsos/)

Ας προσέξουμε πώς αποτυπώνεται η ηλικιακή διαφορά στον τρόπο που απεικονίζει τη μυθοπλαστική ηρωίδα του ο Ρίτσος.

-Είτε η μορφή που τον εμπνέει είναι η Μελισσάνθη, ή η Καρέλλη, η «ηλικιωμένη γυναίκα»/ποιήτρια είναι 49 ετών η μία, 55 ετών η άλλη, το 1956. Ο ίδιος ο Ρίτσος, 47 ετών τότε, δεν θεωρείται φυσικά ηλικιωμένος, μετά το 1956 δε θα εκδώσει τα 9/10 του έργου του.

-Οι δύο γυναίκες θεωρούνται μάλλον «μεγάλες» στα μέσα της δεκαετίας του ’50, όχι μόνον ηλικιακά αλλά και συγγραφικά.

-Τις συνδέει (πράγμα ενδεικτικό μιας εποχής) ότι και οι δύο έχουν υιοθετήσει ποιητικά ψευδώνυμα για να διευκολύνουν την υποδοχή τους στα γράμματα.

-Και οι δύο τους έχουν γράψει «ποιήματα θρησκευτικής», ή, αν όχι, υπαρξιακής πνοής, αλλά όχι τόσο μακριά όσο πιστεύουμε από το πνεύμα της ποίησης του Γ. Ρίτσου, όπως φαίνεται από τα ακόλουθα παραθέματα.
#Η αντιπολεμική στο όριο της βέβηλης μαρτυρία της Μελισσάνθης, πέντε χρόνια πριν εκδοθεί ο Επιτάφιος, με το ποίημά της «Σφαγείο» από τη συλλογή Προφητείες, 1931:

Ο κόσμος είναι απέραντο σφαγείο
Κι ο Θεός αίμα διψά και κρέας πεινά
δεν ζούμε ως τ’ ουρανού τα πετεινά
ο κόσμος είναι απέραντο σφαγείο
«Κ ι‘ α ξ ι ον ε σ τ ί τ ο ε σ φ α γ μ έ ν ο α ρ ν ί ο!…»
ψάλλουνε των αγγέλων τα ωσανά
Ο κόσμος είναι απέραντο σφαγείο
κι ο Θεός τις ίδιες σάρκες του πεινά

#Η αυτεπίγνωση από τη Ζωή Καρέλλη μιας περιοριστικής κι ωστόσο κυρίαρχης γυναικείας ταυτότητας, την ίδια χρονιά με την έκδοση της Σονάτας, με το ποίημά της «Η άνθρωπος», από τη συλλογή Αντιθέσεις του 1957

Εγώ γυναίκα, η άνθρωπος,
ζητούσα το πρόσωπό Σου πάντοτε,
ήταν ως τώρα του ανδρός
και δεν μπορώ αλλιώς να το γνωρίσω.
Ποιος είναι και πώς
πιο πολύ μονάχος,
παράφορα, απελπισμένα μονάχος,
τώρα, εγώ ή εκείνος;
Πίστεψα πως υπάρχω, θα υπάρχω,
όμως πότε υπήρχα δίχως του
και τώρα,
πώς στέκομαι, σε ποιο φως,
ποιος είναι ο δικός μου ακόμα καϋμός;

Ω, πόσο διπλά υποφέρω,
χάνομαι διαρκώς,
όταν Εσύ οδηγός μου δεν είσαι.
εγώ πια δεν του ανήκω
και πρέπει μονάχη να είμαι,
εγώ, η άνθρωπος

Έχουν περάσει 70 χρόνια από την πρώτη έκδοση της Σονάτας, και στην εποχή μας μοιάζει να έχει μειωθεί η επίδραση του αχνού «σεληνόφωτος» της διάκρισης/διαφοράς που περιόριζε τις πενηντάχρονες ποιήτριες από το προσκήνιο της ζωής και της λογοτεχνίας. Ας μην ξεχνάμε ότι λίγες μόλις δεκαετίες νωρίτερα, τη εποχή της Μαρίας Πολυδούρη λ.χ., άντρες ποιητές διετύπωναν ανεπιφύλακτα κρίσεις όπως: «πολύ καλή ποίηση, αν και γραμμένη από γυναίκα».

Πώς άλλαξε, όμως, η αντιμετώπιση του στοιχείου της ηλικίας των γυναικών στην εποχή μας; Ποιήτριες της Β’ Μεταπολεμικής γενιάς ή της Γενιάς του ’70 συνεχίζουν να εκδίδουν σήμερα με ζέση το έργο τους. Στο επίπεδο της μορφής, είναι φυσικό να είναι σε μεγαλύτερο βαθμό κατακτημένη. Διαφοροποιείται όμως ως προς το περιεχόμενο σε σύγκριση με αυτή των νεαρότερων ποιητριών; Σε κάποια σημεία ναι, σε άλλα όχι.

Μια σύντομη επισκόπηση μας πείθει ότι η ποίηση της «ωριμότητας» ποιητριών που γράφεται σήμερα, αφορά, μεταξύ άλλων:

-τα πολιτικά και κοινωνικά επίμαχα της εποχής μας (λ.χ. Δήμητρα Χριστοδούλου, για την κρίση της εποχής: Πώς αυτοκτονούν οι Ασσύριοι, 2010, Ο τρόμος ως απλή μηχανή, 2012, Σε αβαρές φαλτσέτο, 2024)

-την ταυτότητα φύλου και την ιδιοπροσωπία του έρωτα (Ζέφη Δαράκη, Αόρατη Μαρία, 2022, Accordion, 2024· Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Ντελικάτη γυναίκα, 2021)

-το αίνιγμα της έκφρασης (Παυλίνα Παμπούδη, Σημειώσεις για το άγραφο, 2021· Βερονίκη Δαλακούρα, Ευφροσύνη: ποιήματα για παιδιά, 2024· Μαρία Κούρση, Ο χρόνος σε τίτλους, 2025)

-την επικοινωνία με το ομηρικό παρελθόν (Τασούλα Καραγεωργίου, Η Ανδρομάχη όταν λιώσουν οι πάγοι, 2024· Κούλα Αδαλόγλου, Οδυσσέας, τρόπον τινά, 2013, Ο δρόμος της επιστροφής είναι απόκρημνος, 2022)

-το αίσθημα της συνόψισης του χρόνου (Αθηνά Παπαδάκη, Σκιά ψυχής, 2023· Μαρία Κούρση, Ο χρόνος σε τίτλους, 2025· Κούλα Αδαλόγλου, Tempo perso, 2025).

Δεν συμβαδίζει απαραίτητα με όλα τα πεδία αυτά η ποίηση των νέων ποιητριών. Με κάποια όμως, όπως είναι λ.χ. οι περιπτώσεις α’ και β’, συναντιέται με δικό της τρόπο, αναγνωρίζοντας μια «ευτυχή φιλολογία».

***

Κατερίνα Λιβιτσάνου Ντάνου

«Η κυρία Νταλογουέι » μυθιστόρημα της Βιρτζίνια Γουλφ
ΚΡΙΤΙΚΗ

Αποφάσισα να ξαναδιαβάσω το εμβληματικό και το πιο γνωστό μυθιστόρημα της Βιρτζίνια Γουλφ με τίτλο «Η κυρία Νταλογουέι»  από τη συλλεκτική επετειακή έκδοση με πρόλογο της συγγραφέα , που εκδόθηκε το Φλεβάρη του 2025 από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο», εκατό χρόνια από την πρώτη έκδοση του βιβλίου το 1925, της οποίας το εξώφυλλο είχε σχεδιάσει η αδερφή της Γουλφ Vanessa Bell, σε μετάφραση Κωνσταντίνας Τριανταφυλλοπούλου και εξώφυλλο έκδοσης της Μάριας Μπαχά. Πρόκειται για σημαντικό έργο του μοντερνισμού, ένα από τα πιο συγκινητικά , τα πιο επαναστατικά και ένα από τα δέκα καλύτερα βιβλία του εικοστού αιώνα, όπως υποστηρίζεται.

Το βιβλίο γράφτηκε τα έτη 1922 – 23, μετά τον Ά Παγκόσμιο πόλεμο και περιγράφει μια μέρα από τη ζωή της Κλαρίσα Νταλογουέι στο Λονδίνο (Τετάρτη ,μέσα Ιουνίου 1823), μιας πενηνταδυάχρονης συζύγου του βουλευτή Ρίτσαρντ Νταλογουέι, που ετοιμάζει δεξίωση το βράδυ της μέρας, γιατί όπως υποστηρίζει «οι δεξιώσεις είναι προσφορά». H Γουλφ ξεπερνώντας τη γραμμική αφήγηση χρησιμοποιεί την τεχνική «της ροής της συνείδησης», δίνοντας έτσι σημασία στην εσωτερική ζωή και τον ψυχισμό των ηρώων και όχι στην εξωτερική δράση. Η μνήμη, το παρελθόν και το παρόν λειτουργούν καθοριστικά για το μέλλον. Η πρωταγωνίστρια «κατακλύζεται από συνειδήσεις, αναμνήσεις, ονόματα, φαντάσματα, ανθρώπους όλων των τάξεων, γεύματα και γάμους, ζωντανούς και νεκρούς, στρατιώτες, γιατρούς, εντυπώσεις λογικές και παράλογες. Κι όλα αυτά μέσα στη φασαρία, στα μαγαζιά, στους δρόμους, στα πάρκα του Λονδίνου, ανάμεσα σε φορέματα, γάντια και καπέλα, αδιάβροχα κι ομπρέλες, αεροπλάνα και αυτοκίνητα. Ένα κείμενο πυκνό, διεισδυτικό, εμπνευσμένο, μια σκιαγράφηση της ανθρώπινης συνείδησης».

Το ρολόι του Μπιγκ Μπεν ρυθμίζει τις ζωές των ανθρώπων, θυμίζοντας το ρόλο του χρόνου. Τα ζώα και τα λουλούδια, μια βόλτα στην εξοχή, η τέχνη σε διάφορες μορφές, όπως η Ζωγραφική και η Ποίηση, ομορφαίνουν τη ζωή των ανθρώπων οποιασδήποτε εποχής και κοινωνικής τάξης. Όσο για τον ίδιο το συγγραφέα, η Γουλφ στον πρόλογό της (1828) αναφέρει μεταξύ άλλων « είναι δύσκολο για έναν συγγραφέα να μιλήσει για το έργο του. Μόλις εκδοθεί ένα βιβλίο, το παραδίδει στη φροντίδα άλλων ανθρώπων. Όλη του η προσοχή στρέφεται αποκλειστικά σε ένα νέο βιβλίο, το οποίο αλλοιώνει διακριτικά το χαρακτήρα του προηγούμενου , που ξαφνικά ωχριά μπροστά στον δικό του». Η Κλαρίσα Νταλογουέι ετοιμάζει πάρτυ, και επανεκτιμά τις επιλογές της. Ο Πίτερ Γουόλς, ο παλιός της έρωτας την επισκέπτεται, επιστρέφοντας από Ινδία και την αναστατώνει. Της μιλάει για το διαζύγιο που σκέφτεται να πάρει από τη γυναίκα του και για την παντρεμένη με δύο παιδιά ερωμένη του. Ποτέ δεν ξεπέρασε την Κλαρίσα, εκείνη όμως σκέφτεται πως καλά έκανε και δεν τον παντρεύτηκε και χαίρεται για το γάμο της με τον Ρίτσαρντ και την κόρη τους Ελίζαμπεθ. Δεν της αρέσει όμως η σχέση της κόρης με την υπηρέτρια, που τη συνοδεύει. Επίσης, η Σάλι Σίτον που απρόσκλητα την επισκέπτεται και της λέει πως έχει πέντε αγόρια , την αναστατώνει και της θυμίζει την ομοφυλοφυλική τους σχέση στο παρελθόν. Ο Χιου είναι ένας ακόμη φίλος, ενώ εκνευρίζεται που η λαίδη Μπρούτον κάλεσε το σύζυγό της Ρίτσαρντ σε γεύμα , χωρίς να καλέσει την ίδια. Ο Σέπτιμους Σμιθ, ένας βετεράνος του Ά Παγκοσμίου πολέμου, η παρακολούθησή του από γιατρούς, οι περιπέτειες της ζωής του, οι παραισθήσεις και η συχνή αναφορά στο νεκρό φίλο του Έβανς, η επιθυμία του να αυτοκτονήσει και η τραγική του μοίρα, αποτελεί μια παράλληλη ιστορία «καθρέφτισμα» της ζωής της Κλαρίσα, μιας και οι δύο αγωνίζονται να επιβιώσουν. Ο πατέρας της Κλαρίσα Πάρι και η θεία της Έλενα είναι ακόμη δύο πρόσωπα σημαντικά, καθώς και οι υπηρέτες που είναι στο σπίτι ή ασχολούνται με την ίδια και την κόρη της.

Ασκείται κοινωνική κριτική, απέναντι στην βρεττανική άρχουσα τάξη, τον καθωσπρεπισμό, την αναλγησία και την υποκρισία της εποχής. Στο παλάτι του Μπάκιγχαμ και το βασιλικό θεσμό, στην αποικιοκρατία, στον πόλεμο και τις επιπτώσεις του. Ψυχογραφούνται οι χαρακτήρες, γίνεται αναφορά στην κοινωνική θέση της γυναίκας στη διάρκεια του Μεσοπολέμου, στον έρωτα και τις ομοφυλοφιλικές σχέσεις, στις ψυχικές διαταραχές και τους τρόπους αντιμετώπισης. Κατά το «τι καλά που ήρθατε», που έλεγε η Κλαρίσα στους καλεσμένους της τη βραδιά της δεξίωσης, τι καλά που το ξαναδιάβασα λέω εγώ, για να θυμηθώ λεπτομέρειες από το σπουδαίο αυτό βιβλίο και τις τεχνικές αφήγησης! Και κλείνω με φράση που εκφράζει όχι μόνο την κυρία Νταλογουέι, αλλά την ίδια τη Βιρτζίνια Γουλφ, της οποίας κομμάτια του εαυτού της βρίσκουμε στο υπέροχο αυτό βιβλίο «Αφού η παρουσία μας, το κομμάτι μας που παρουσιάζεται, διαρκεί τόσο λίγο σε σχέση με το άλλο, το αθέατο κομμάτι του εαυτού μας , που εκτείνεται πολύ, το αθέατο μπορεί να επιβιώνει, ίσως να ζωντανεύει με κάποιον τρόπο προσκολλημένο στον έναν ή στον άλλον ή ακόμα και να στοιχειώνει συγκεκριμένα μέρη μετά τον θάνατο…ίσως – ίσως».

 

(Photo: 1922P169 The Critics Description: 1922P169 The Critics, 1922 Harold Harvey (d. 1941)