«Tempo perso ή κερδισμένος χρόνος;» Ο βιωμένος χρόνος στην ποίηση της Κούλας Αδαλόγλου
Γράφει η Νίκη Μισαηλίδη
(Για το βιβλίο tempo perso της Κούλας Αδαλόγλου, Θεσσαλονίκη, Σαιξπηρικόν, 2025)

Η ποιητική συλλογή tempo perso της Κούλας Αδαλόγλου, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν το 2025 (ISBN: 978 618-5692-62-9), έχει ως κεντρικό θεματικό της άξονα τον χρόνο, όπως άλλωστε προαναγγέλλεται ήδη από τον τίτλο της, όχι ως αφηρημένη φιλοσοφική έννοια, αλλά ως βιωμένη εμπειρία, ως ψυχική κατάσταση και ως υλικό αποτύπωμα στον χώρο, στο σώμα και στα αντικείμενα. Η ποίηση λειτουργεί ως ο κατεξοχήν χώρος μέσα στον οποίο η ποιήτρια κινείται διαχρονικά, βιώνοντας και συγκεντρώνοντας έναν προσωπικό, εσωτερικό χρόνο, ο οποίος αποκτά ιδιαίτερη πυκνότητα και ένταση. Πρόκειται για έναν χρόνο φορτισμένο από όνειρα, μοναξιά και πόνο, απώλεια και τραύμα, αλλά και από αγάπη, έρωτα, προσμονή, φθορά και σιωπή. Όπως επισημαίνει ο Αντρέι Ταρκόφσκι στο Σμιλεύοντας το χρόνο (1987: 27), η ποίηση συνιστά έναν ιδιαίτερο τρόπο συνειδητοποίησης του κόσμου και σύνδεσης με την πραγματικότητα 1 . Στο πλαίσιο αυτό, η Κούλα Αδαλόγλου, μέσω του προσωπικού της ποιητικού ύφους, προσεγγίζει και ερμηνεύει την πραγματικότητα με σημείο αναφοράς τον χρόνο, τις επιμέρους χρονικές του βαθμίδες, καθώς και τη δυναμική και την επιρροή του τόσο στον εσωτερικό όσο και στον εξωτερικό κόσμο.
Ο χρόνος λειτουργεί ως υφάδι των ποιημάτων της συλλογής, διατρέχοντας και συγκροτώντας τον ποιητικό τους ιστό. Πρόκειται για έναν χρόνο αιφνίδιο και απρόβλεπτο, όπως αυτός που «έρχεται αιφνίδια το τηλεγράφημα» (σ. 9), αλλά και εγκλειστικό, απομονωτικό, όπως αποτυπώνεται στους στίχους: «Αίφνης / νιώθουν πως είναι κλεισμένοι / σε μια κάψα από πλεξιγκλάς. / μιλάνε κοιτάζονται αγγίζονται. / Αποκομμένοι από οτιδήποτε / σ’ ένα δικό τους σύμπαν» (σ. 30). Ο χρόνος διαθέτει τη δύναμη της «αστραπής», καθώς επιφέρει ριζικές μεταβολές, μεταπλάθει και αλλοιώνει την εμπειρία, αφήνοντας στο πέρασμά του τα ίχνη της φθοράς και της αποσάθρωσης. Δομημένος πάνω στις τρεις χρονικές βαθμίδες –παρελθόν, παρόν και μέλλον– συγκροτεί το πλαίσιο εντός του οποίου εγγράφεται το σύνολο της ποιητικής πραγματικότητας της συλλογής.

Ταυτόχρονα, ο χρόνος αναδεικνύεται σε ψυχικό στρόβιλο, σε άμεση συμμετοχή στους κραδασμούς της υπαρξιακής οδύνης. Στο παρόν συμπυκνώνονται η μοναξιά, η συντριβή του παρελθόντος, καθώς και η ερήμωση και η αγωνία που προβάλλουν προς το μέλλον στο ποίημα «Μοβ ίρις» (σ. 11), όπου το παρόν λειτουργεί ως σημείο συνάντησης της μνήμης και του τραύματος:
Πόσο λυπημένη ήμουν
το ξέρει η γουβίτσα στον κήπο
και το υγρό βαθούλωμα στο μαξιλάρι.
Ένα πρωί τράβηξα την κουρτίνα
να δω το φως της σκιάς μου.
Μου φανερώθηκε μια μοβ ίρις
μ’ εκείνο το λαμπερό κίτρινο στην καρδιά της.
Φύσηξε αέρας στρόβιλος, περιδινήθηκα
μοβ λάσπη με κάλυψε
ζω σ’ ένα summer school του δάσους
σκουριασμένα σύνεργα
αποσκευές σε αγκύλωση
κάθε πρωί κοιτώ τις ειδήσεις
μήπως αλλάξει η ανοιχτή επιστολή
που με εξόρισε ως ανεπιθύμητη.
Το λαμπερό κίτρινο έγινε γκρι.
Μυρίζει στέρηση.
Στο ποίημα «Ιστορία μιας βραδιάς με ομίχλη» (σ. 23), η Κούλα Αδαλόγλου διατυπώνει έναν ποιητικό, συνυποδηλωτικό ορισμό της μοναξιάς και της απομόνωσης, αξιοποιώντας εικόνες με έντονα υπερρεαλιστικά χαρακτηριστικά. Με συμβολικές εικόνες αλληλοστήριξης και συνεξάρτησης η μοναξιά και η απομόνωση, αντί να παραμένουν διακριτές καταστάσεις, δημιουργούν ένα κοινό πεδίο υπαρξιακής εμπειρίας, όπου η μία εντείνει και ταυτόχρονα συντηρεί την άλλη:
Η μοναξιά είναι ένα νησί με μαύρα πόδια
που πατούν σε σαθρό βυθό.
Κάθε χρόνο τα πόδια τρίβονται
και το νησί χάνει ορισμένους πόντους.
Δεν είναι γνωστό πότε θα βυθιστεί.
Η απομόνωση είναι ένα δέντρο μόνο
μακριά από τα άλλα που κάνουν παρέα
πετούν λουλούδια και φύλλα μεταξύ τους
γελούν καρπούς.
Εκείνο σταμάτησε να ανθίζει.
Ένα βράδυ με ομίχλη
η μικρή νεράιδα σήκωσε απαλά το δέντρο
και το εγκατέστησε στο κέντρο του νησιού.
Ρίζες και πόδια μπλέχτηκαν
σ’ ένα σφιχτό και δυνατό αγκάλιασμα.
Το κενό, καθώς και η αγωνία που απορρέει από τη μόνωση και την απουσία ουσιαστικής ανθρώπινης επαφής, αποτυπώνονται με ιδιαίτερη ένταση στο ποίημα «Tanqueray μηδέν τοις εκατό» (σ. 40), στο οποίο εναλλάσσονται το πρώτο, δεύτερο και τρίτο ρηματικό πρόσωπο. Η ποιητική φωνή συγκροτεί ένα σκηνικό φαινομενικής θαλπωρής και οικειότητας, το οποίο, ωστόσο, υπονομεύεται από τη συνειδητοποίηση του συναισθηματικού αδιεξόδου:
Να χιονίζει
και να είμαι στη Φιλίππου.
Να είμαστε μέσα ζεστά
με μαλακά ρούχα και αστείες κάλτσες
Να παίζει το My way με τον Σινάτρα
Να ξέρουμε πως οι δικοί μας τρόποι
φτάσανε σε αδιέξοδο
Το Tanqueray μηδέν τοις εκατό
να αναλαμβάνει τον συμβιβασμό
Να με σηκώσεις για ένα cheek to cheek
να γίνεται η αφή μια Δηιάνειρα
να ξεκολλούν οι σάρκες και να καίγονται
ώσπου ο ένας να βγαίνει γυμνός
στο χιόνι, μήπως λυτρωθεί.
Η επώδυνη μοναξιά στη συλλογή δεν περιορίζεται στον εσωτερικό κόσμο· εκδηλώνεται και στον εξωτερικό χώρο, όπως αποτυπώνεται στο ποίημα «Dark» (σ. 49). Μέσα από τις λεπτομερείς περιγραφές η ποιήτρια συνδέει την ανθρώπινη μοναξιά με τη φθορά και την αδυναμία ανανέωσης στον φυσικό κόσμο. Η μοναξιά και η φθορά του εξωτερικού κόσμου αντικατοπτρίζουν τον εσωτερικό ψυχικό κόσμο, καθιστώντας το περιβάλλον καθρέφτη της προσωπικής εμπειρίας και των συναισθημάτων αδυναμίας και αποξένωσης: Μια σοκολάτα, ακόμα κι αν είναι dark, μπορεί να έχει επιπτώσεις.
Μια σοκολάτα είναι σοκολάτα.
Το μικρό έλατο ξεράθηκε,
βρήκε, λένε, έδαφος πετρώδες.
Τα κρεμμυδάκια στον κήπο τα εξαφανίζουν οι
κρεμμυδοφάγοι.
Τα δέντρα με τους λαβωμένους κορμούς θα κοπούν.
Την ανθοφορία τη βλέπω μακριά, σε ξένα σπίτια.
Μόνο το δεντρολίβανο, ο δυόσμος
και μια γαρυφαλλιά στη γλάστρα επιμένουν.
Και διαπιστώνω
πόσο μού μοιάζει αυτό το σκηνικό.
Η ηρακλείτεια ρευστότητα του χρόνου και η φθοροποιός του δύναμη αποτελούν παράγοντες παρακμής, φθοράς και αποσύνθεσης, οι οποίοι επηρεάζουν και τα πρόσωπα στο ποιητικό σύμπαν της Κ. Αδαλόγλου. Η ποιήτρια αποτυπώνει ποιητικά την έννοια του φθοροποιού χρόνου και της διάβρωσής του, υπογραμμίζοντας τη φθορά της ομορφιάς, της νεότητας και του έρωτα, καθώς το ποιητικό υποκείμενο δηλώνει ρητά πως «Τα νησιά ξεμάκρυναν ή/εγώ απομακρύνθηκα από αυτά, δεν έχει σημασία,/όταν με εγκατέλειψε το σφρίγος και η έξαψη./Τώρα προτιμώ κολπίσκους/με ρυτιδιασμένη άμμο, σαν το δέρμα μου.» (σ. 46). Στο ποίημα «Μια κέρινη φιγούρα» (σ. 15) συν-ομιλεί με τα «Κεριά» του Κ.Π. Καβάφη 2 , υπογραμμίζοντας την ατμόσφαιρα στασιμότητας και αναμονής που επιφέρει η απουσία του φωτός:
Ένα μήνα τώρα σε μπλακ άουτ.
Παντού λιωμένα κεριά που πήζουν
τη μέρα ομίχλη και υγρασία
τα ξύλα υγρά δεν δίνουν φλόγα.
Όλα αιωρούνται σε μια άρρωστη αναμονή
σε μια τρύπια ελπίδα η ψυχή μουλιάζει.
Κι αυτή μια κέρινη φιγούρα
ψάχνει τη λέξη που θα δώσει φως
λιώνοντας σταδιακά
στην κάθε αποτυχημένη της προσπάθεια.

Ο χρόνος αφήνει ανεξίτηλα ίχνη και στα αντικείμενα της συλλογής, τα οποία τοποθετούνται, κατά κύριο λόγο, στον κλειστό χώρο. Η ποιήτρια, επιλέγοντας τον χώρο του «δωματίου», αποτυπώνει την επέλαση του χρόνου όχι μόνο ως αφηρημένη έννοια, αλλά ως υλική και απτή εμπειρία, προκαλώντας έντονα υπαρξιακά ερωτήματα στο ποίημα «Μια παλιά συνταγή» (σ. 24). Τα αντικείμενα του δωματίου φθείρονται, γέρνουν, απολεπίζονται, ξηλώνονται, μετατρέποντας τον χώρο σε πεδίο υλικής και συναισθηματικής αποσύνθεσης. Η φθορά των πραγμάτων συνομιλεί άμεσα με τη φθορά του σώματος, αναδεικνύοντας την αδιάρρηκτη σύνδεση ανάμεσα στον χρόνο, το αντικείμενο και το υποκείμενο.
Ματαιώνονταν οι πτήσεις συνεχώς.
Το φωτιστικό στο καθιστικό έγερνε παράταιρα.
Το λάπτοπ άρχισε να απολεπίζεται
σαν ψάρι σε αποσύνθεση.
Το αγαπημένο μου μπορντώ σακάκι ξέφτισε κουρέλι.
Ήταν πολύτιμο αντικείμενο.
Έπρεπε να μεταφερθεί
χωρίς να σπάσει, το εύθραυστο.
Η καρδιά έχασε τον ρυθμό της
επαναστατημένη.
Μέσα στα βιβλία
βρήκα μια παλιά συνταγή για το ανά
την προσάρμοσα στο σήμερα.
Μακριά ακούστηκε βόμβος αεροπλάνου.
Το «δωμάτιο» στην ποίηση της Αδαλόγλου λειτουργεί έτσι ως χώρος εγκλεισμού, απομόνωσης και σιωπής· ως προσωρινό καταφύγιο απέναντι στη διαλυτική δύναμη του χρόνου, χωρίς ωστόσο να την αναστέλλει. Ο κλειστός χώρος συγκρατεί τα ίχνη της φθοράς, ενώ ταυτόχρονα τα καθιστά ορατά και αναπόδραστα. Η προβληματική αυτή επεκτείνεται και στο ποίημα «Tempo perso ΙΙ» (σ. 47), όπου ο σύγχρονος, ψηφιακός χρόνος έρχεται να αντιπαρατεθεί με τον βιωμένο, εσωτερικό χρόνο. Ο τεχνολογικά μετρήσιμος χρόνος και χώρος αποδεικνύονται ανίκανοι να ανιχνεύσουν τον εσωτερικό, σκοτεινό και απρόσιτο χώρο της εμπειρίας. Τα «δωμάτια» παραμένουν αόρατα σε κάθε σύστημα ελέγχου, υποδηλώνοντας έναν χρόνο χαμένο για την εξωτερική καταγραφή, αλλά ενδεχομένως «κερδισμένο» σε επίπεδο υπαρξιακής επίγνωσης. Έτσι, το tempo perso επανανοηματοδοτείται όχι μόνο ως απώλεια, αλλά και ως χρόνος μετασχηματισμού, όπου ο πόνος δύναται να μεταγγιστεί σε φως.
-Κλείνοντας, θέλω να πω κι αυτό:
Κάθε μήνα το google map με «ενημερώνει» για τους
τόπους της παρουσίας μου.
Ένα παιχνίδι, μετράει δήθεν τη δραστηριότητά μου.
Πριν από λίγο καιρό, είχε μόνον αόριστα δυο μέρη.
Πού να με βρει στα σκοτεινά απρόσιτα δωμάτια που
σεργιανούσα,
χαμογέλασα παρατηρώντας το.
Μόνη εκεί, ούτε ραντάρ δεν σε πιάνει.
-tempo perso, λοιπόν;
-Μπορεί και κερδισμένος χρόνος.
Όταν στον πόνο μεταγγίζεται το φως
Και ο ορός σ’ αγγίζει τρυφερά.
Παράλληλα, σε άλλα ποιήματα της συλλογής παρατηρείται μια σαφής μετατόπιση από το «δωμάτιο» προς τον εξωτερικό χώρο. Η έννοια του χρόνου αποτυπώνεται ποιητικά με το μοτίβο των εποχών, οι οποίες λειτουργούν ως σημαίνοντα στοιχεία του εσωτερικού κόσμου και της συναισθηματικής κατάστασης της ποιητικής φωνής. Η ασυμφωνία ανάμεσα στον αντικειμενικό, φυσικό χρόνο και στον βιωμένο, ψυχικό χρόνο αναδεικνύεται χαρακτηριστικά όταν η ποιητική φωνή συνειδητοποιεί «πως την είχε πιάσει μια άνοιξη/ενώ ήταν βαθύ φθινόπωρο, σχεδόν χειμώνας./Ήλιος, αλλά οι ακτίνες του αιχμηρές την πλήγωσαν.» (σ. 17), και ενώ «Στη λεωφόρο Ανοίξεως πουλούν ψημένα καλαμπόκια/προσπαθώ να ερμηνεύσω τη θλίψη του κάμπου/ μιλούν κοφτά οι φίλοι, λένε πως δεν βγαίνουν/παρασιτώ στον άρρωστο κισσό της αυλής.» (σ. 20), στο «Βάναυσο ιξώδες» (σ. 21) «Η άνοιξη υπήρξε αρκετά επιεικής./Ανθισμένη φύση χλιαρό αεράκι./Το καλοκαίρι αδυσώπητο/έσπασε τις ραγισματιές σε ρωγμές» (σ. 21). Ο εξωτερικός χώρος και οι εποχές στην ποίηση της Αδαλόγλου δεν λειτουργούν περιγραφικά, αλλά εγγράφονται ως φορείς του βιωμένου χρόνου, αποκαλύπτοντας τη συναισθηματική αστάθεια, τη διάψευση και τη σταδιακή επιδείνωση της εσωτερικής εμπειρίας.
Η συλλογή tempo perso της Κούλας Αδαλόγλου συνιστά μια ποιητική κατάθεση, στην οποία ο χρόνος, ο χώρος και το υποκείμενο συνδέονται οργανικά σε ένα πυκνό υπαρξιακό σύμπαν. Ο «χαμένος χρόνος» δεν είναι απλώς χρόνος απώλειας, αλλά χρόνος επίγνωσης, ένας χρόνος δύσκολος και σκοτεινός, μέσα από τον οποίο η ποίηση επιχειρεί να ανασύρει, έστω και ελάχιστα, το φως. Η κορύφωση της ποιητικής εμπειρίας αποτυπώνεται στους στίχους (σ. 47):
[…] διάπλατα οι πόρτες ανοιχτές
πρόσωπα από ήλιο και από βροχή κι ομίχλη
κλείνεις την ομπρέλα σου
και τρυπώνεις στον χρόνο.
Βιβλιογραφία
Ταρκόφσκι, Α. (1987). Σμιλεύοντας το χρόνο. Αθήνα: Νεφέλη.
Καβάφης, Κ. (2010). Άπαντα. Αθήνα: Parsec.
Η Νίκη Ι. Μισαηλίδη κατάγεται από την Πάτρα. Έχει σπουδάσει Φιλολογία και είναι κάτοχος Μεταπτυχιακού διπλώματος στη Δημιουργική Γραφή του ΕΑΠ. Εργάζεται ως Φιλόλογος στη δημόσια εκπαίδευση. Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια για τη γραφή, τα Νέα Προγράμματα Σπουδών στη Λογοτεχνία στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, τη Διαφοροποιημένη Διδασκαλία και συμμετέχει ως επιμορφώτρια σε εργαστήρια πεζού και ποιητικού λόγου. Κριτικά της κείμενα για τη σύγχρονη λογοτεχνία, καθώς και ποιήματα και διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί σε ηλεκτρονικά περιοδικά, σε ιστοσελίδες και στον έντυπο τύπο. Με ποιητικά και πεζά κείμενα συμμετέχει σε συλλογικά έργα και τόμους: α. Ιστορίες με γάτες …για γάτες. Γατονανοδιηγήματα. Εκδόσεις ΟΤΑΝ, 2025, β. Μικρά για τη μητέρα. Εκδόσεις αλάτι, 2025, γ. Ταξίδι. Εκδόσεις παρέμβαση, 2025. Τον Νοέμβριο του 2024 κυκλοφορεί από τις εκδόσεις 24 γράμματα το βιβλίο της (ποιητική συλλογή) Σχολικές Ποιητικές διαδρομές – Μια κυψέλη όλο μέλισσες και μέλι που συνέγραψε με την Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου.














