ΠΩΣ ΣΥΝΟΜΙΛΟΥΜΕ ΜΕ ΤΟΝ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟ; Γράφει ο Βασίλης Μπογιατζής
Μετά το πρόσφατο αφιέρωμα του Parallaxi, «Μοιάζει όντως η σημερινή εποχή με το Μεσοπόλεμο;» (9/11/25), όπου ιστορικοί αναφέρθηκαν σε γεγονότα, πρόσωπα και καθεστώτα, η Θράκα κάνει ένα παρόμοιο αφιέρωμα όπου πανεπιστημιακοί, κριτικοί, λογοτέχνες και καλλιτέχνες εξετάζουν το ίδιο θέμα από πολιτισμική σκοπιά.
Θυμίζουμε πως, εκτός από τις τεράστιες μηντιακές και τεχνολογικές αλλαγές, ο Μεσοπόλεμος περιλάμβανε σημαντικά καλλιτεχνικά κινήματα (π. χ. γαλλικός υπερρεαλισμός, ελβετικό νταντά, σοβιετικός κονστρουκτιβισμός, γερμανική Βαϊμάρη, ιταλικός φουτουρισμός, αμερικανική αναγέννηση του Χάρλεμ, μεξικανική τοιχογραφία, βρετανικός μοντερνισμός, μεσογειακός κλασικισμός) καθώς και φιλοσοφικά ρεύματα (π. χ. πρώιμος υπαρξισμός, λογικός θετικισμός, δυτικός μαρξισμός, σχολή Φρανκφούρτης, αναλυτική φιλοσοφία, πολιτισμικός πεσιμισμός). Στο πλαίσιο αυτό, θα είχε ενδιαφέρον να εξετάσουμε με ποιους τρόπους η λογοτεχνία, η τέχνη και η σκέψη του 21ου αιώνα συνομιλούν με αυτά τα κινήματα και ρεύματα.
Το αφιέρωμα επιμελούνται οι Βασίλης Λαμπρόπουλος, Ομότιμος Καθηγητής της Νεοελληνικής Έδρας Κ. Π. Καβάφη στο Πανεπιστήμιο του Michigan και η Αθηνά Ρώσσογλου, ερευνήτρια και ιστορικός.
Στο δέκατο μέρος του αφιερώματος παρουσιάζεται κείμενο του Βασίλη Μπογιατζή, Διδάκτορα Ιστορίας, ο οποίος διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου μαθήματα σύγχρονης ελληνικής και ευρωπαϊκής ιστορίας, καθώς και ιστορίας ιδεών και διανοουμένων.

George Grosz [1893 – 1959]
Bildmaß 200 x 108 cm
Inventar-Nr.: NG 4/58
Systematik:
Geschichte / Deutschland / 20. Jh. / Weimarer Republik / Bevölkerung / Karikaturen / Grosz
Μεσοπόλεμος και Βαϊμάρη: πέρα από τα φαντάσματα
Γράφει ο Βασίλης Μπογιατζής
Το σημαντικότερο πρόβλημα των θεωρήσεων που προβάλλουν στην εποχή μας την επαναφορά του Μεσοπολέμου, και της μετωνυμίας του, τη Βαϊμάρη, είναι ότι τον προσλαμβάνουν ως μονολιθική οντότητα, η οποία νομοτελειακά οδήγησε στην έκρηξη του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου: τα φαντάσματα επανέρχονται, μαζί και η –κάποιες φορές νοσηρή– γοητεία της ενασχόλησης με τα τελευταία χρόνια της Βαϊμάρης, με τις εικόνες καμαρωτών Ναζί να παρελαύνουν. Κι είναι κατά κάποιο τρόπο παράδοξο ότι αυτή η αφήγηση της «αποτυχίας» αναπαράγει ανεπίγνωστα τις ολοκληρωτικές κριτικές του εκφυλισμού, της κατάπτωσης, της παρακμής, που λειτουργούσαν ως κίνητρο και καταλύτης για τη συντριβή της και την επιλογή του πολέμου.
Εντούτοις, από έργα –δειγματοληπτικά– όπως το The Deluge του Adam Tooze, τα The Lights that Failed και The Triumph of the Dark της Zara Steiner, το The Oxford Handbook of the Weimar Republic των Nadine Rossol και Benjamin Ziemann και το Fateful Hours του Volker Ullrich, αναδύεται μια πολύ διαφορετική εικόνα: η πορεία προς τον Πόλεμο κάθε άλλο παρά ευθύγραμμη ήταν, ενώ η δεκαετία του 1920 και η Βαϊμάρη δεν μπορούν να διαβαστούν απλώς ως το πρελούδιο της ανόδου του ναζισμού. Μεταξύ άλλων, εκεί παίχτηκαν τα στοιχήματα των «φώτων» του διεθνισμού, της πολυμέρειας, του αφοπλισμού, της ανοικοδόμησης, του κοινωνικού κράτους, με τα επιτεύγματα, τις παλινωδίες και τις αποτυχίες τους. Έτσι, ο Μεσοπόλεμος και η Βαϊμάρη, κατά κάποιο τρόπο γίνονται αυτό που είναι: μια, από κάθε άποψη, κρίσιμη περίοδος. Εποχή συντριβής αλλά και εντατικής αναζήτησης νέων ιδεωδών· οξυμμένων κοινωνικών προβλημάτων, προβληματισμών και συγκρούσεων, αλλά και θέσπισης καινούργιων θεσμών για την επίλυσή τους· πολιτικής αναταραχής και οικονομικής ανάπτυξης · διαμόρφωσης νέων ιδεολογικών- καλλιτεχνικών ρευμάτων και καλλιέργειας ιδεολογικών ζυμώσεων οι οποίες επηρέασαν καθοριστικά τα όσα ακολούθησαν. Ο Μεσοπόλεμος και η Βαϊμάρη ήταν μια ανοικτή ιστορική διαδικασία με πλήθος δυνατοτήτων και την υπαρκτή πιθανότητα κατάρρευσης να αποτελεί, ακόμα και την τελευταία στιγμή, ένα μόνο από τα ιστορικά ενδεχόμενα.
Η μεσοπολεμική τάξη, τμήμα της οποίας ήταν η Βαϊμάρη, αναδύθηκε την επαύριον της συντριπτικής εμπειρίας του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Γεννήθηκε μέσα στο σοκ των εκατομμυρίων νεκρών και αναπήρων, στην αίσθηση κατάρρευσης και ανεπούλωτου τραύματος. Ανήκε στα νέα μεταπολεμικά δημοκρατικά συστήματα που διέφεραν ριζικά από εκείνα του παρελθόντος, καθώς έπρεπε να κερδίσουν την εμπιστοσύνη των πολιτών εκ του μηδενός, μη δυνάμενα να βασιστούν στην αίγλη του παρελθόντος. Προσέλκυε το μίσος, ενόσω έπρεπε να επιλύσει πρωτοφανέρωτα προβλήματα, αντιμετωπίζοντας επάλληλες κρίσεις: έτσι, επισημαίνει η Zara Steiner, αίνιγμα αποτελεί η αντοχή και τα επιτεύγματά της, όχι η κατάρρευσή της.
Τα υποτιθέμενα ελλείμματα του Συντάγματος της Βαϊμάρης, λ.χ. τα έκτακτα διατάγματα που εκδίδονταν από τον Πρόεδρο του Ράιχ, έγιναν προβληματικά μόνο όταν χρησιμοποιήθηκαν για την αποδιάρθρωση του δημοκρατικού πολιτεύματος από τον αυταρχικό συντηρητικό Πρόεδρο Πωλ φον Χίντενμπουργκ. Ο πρώτος Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο σοσιαλδημοκράτης Φρίντριχ Έμπερτ, χρησιμοποίησε τα ίδια διατάγματα, με ευρεία λαϊκή υποστήριξη, για να αντιμετωπίσει τον πολιτικό εξτρεμισμό των αρχών του’20, εγγυώμενος την επιβίωση της νεαρής Δημοκρατίας. Oι κρίσεις και η ανάγκη αντιμετώπισής τους έφεραν μαζί στον Μεγάλο Συνασπισμό αντιτιθέμενα κόμματα, όπως το Σοσιαλδημοκρατικό (SPD), το Καθολικό κόμμα του Κέντρου (Zentrum), το Γερμανικό Λαϊκό Κόμμα-DVP, το Γερμανικό Δημοκρατικό Κόμμα-DDR και συνεισέφεραν στην κοινωνική ενσωμάτωση των εργατών, των Καθολικών και των προοδευτικών επιχειρηματικών στρωμάτων μέσω ενός μακροπρόθεσμου και λειτουργικού πολιτικού συνασπισμού· τέθηκαν οι βάσεις για τη φιλειρηνική εξωτερική πολιτική του Γκούσταβ Στρέζεμαν · τα μέτρα που προαναγγέλλουν το κοινωνικό κράτος, τα ατομικά δικαιώματα, οι φεμινιστικές επεξεργασίες της Μαριάν Βέμπερ, της Έλεν Στέκερ και της Λου Αντρέας-Σαλομέ, οι πολιτικές μητρότητας, αντισύλληψης, η έγνοια για την αποποινικοποίηση της ομοφυλοφιλίας μέσα από το Ινστιτούτο Μελέτης της Σεξουαλικότητας του Μάγκνους Χίρσφελντ και τις ευρείες δράσεις του, οι νέοι πολιτιστικοί κύκλοι/θεσμοί και οι διανοητικές καινοτομίες τους, διαμορφώνουν ένα μοντέλο πολύ προοδευτικότερο από οτιδήποτε εγκαθιδρύθηκε πριν το ξέσπασμα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, και πολύ γοητευτικότερο πολλών που επιβίωσαν ή αναδύθηκαν μετά από αυτόν. Ωστόσο, χρειάζεται να αναγνωριστεί ότι ο ριζοσπαστικός εθνικισμός αποτελούσε επίσης ισχυρό ρεύμα. Και με επικρατούσα μια ισχυρή αίσθηση μετάβασης και αιώρησης, ένα ασταθές μείγμα δυσανεξίας, ανασφάλειας, μνησικακίας, φόβου, προσδοκίας, ελπίδας, αναγέννησης και λύτρωσης, βρήκε απήχηση το γενοκτονικό, αντισημιτικό όραμα των Ναζί για έναν αναγεννημένο και αποκαθαρμένο Λαό που αναλαμβάνει την ιστορική αποστολή του.
Εντούτοις, η αυξανόμενη απήχηση δεν συνεπαγόταν βέβαιη επικράτηση. Συνεπώς, όπως τονίζει η Nadine Rossol, η επίκληση των φαντασμάτων της Βαϊμάρης δεν βοηθά. Αντιθέτως, είναι η σημασία της ατομικής πράξης που αναδύεται – η διαφορά των Έμπερτ-Χίντενμπουργκ στον τρόπο χρήσης των έκτακτων εξουσιών είναι διαφωτιστική. Ακόμη και τον Ιανουάριο του 1933, λίγο πριν τον διορισμό του Χίτλερ ως καγκελαρίου, το μέλλον της Γερμανίας θα είχε άλλη τροπή, αν εκείνοι που έπαιρναν τις αποφάσεις ενεργούσαν διαφορετικά.
Όπως και πριν, βέβαια: η αποχώρηση των σοσιαλδημοκρατών το 1930 από τον Μεγάλο Συνασπισμό με επικεφαλής τον σοσιαλδημοκράτη καγκελάριο Χέρμαν Μύλερ, λόγω των περικοπών στο επίδομα ανεργίας –δυσανάλογη, παρατηρούσαν οι σύγχρονοι, αντίδραση σε σχέση με τις ολέθριες συνέπειες της κυβερνητικής κατάρρευσης . ή, ο δισταγμός τους για τολμηρότερες πρωτοβουλίες –να απευθυνθούν σε όλο τον Λαό χωρίς τη γλώσσα του ταξικού πολέμου, να εισηγηθούν οικονομικό πρόγραμμα για μείωση της ανεργίας – παρότι αυτές ανέκοπταν τη ναζιστική δυναμική τον Νοέμβριο του 1933. Η ολέθρια γραμμή του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας (KPD) και της Τρίτης Διεθνούς περί «σοσιαλφασισμού», η οποία εξομοίωνε σοσιαλδημοκράτες και Ναζί και τρεφόταν από την αυταπάτη ότι τη ναζιστική νίκη και αποτυχία θα ακολουθούσε η επανάσταση. Η επιλογή του Καθολικού καγκελάριου Μπρύνιγκ να απαλλαγεί από το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα και να κυβερνήσει μέσω έκτακτων διαταγμάτων με έγκριση του Χίντενμπουργκ και ανοχή των σοσιαλδημοκρατών, μέχρι να πέσει κι ο ίδιος θύμα του Προέδρου και του κύκλου του. Και, πάνω από όλα, η καταστροφική επιθυμία των φιλομοναρχικών- αριστοκρατικών ελίτ και των ακραίων κύκλων της μεγάλης βιομηχανίας, όπως και ορισμένων φιλελεύθερων-κεντρώων σχηματισμών, να ξεφορτωθούν διαμιάς τη Δημοκρατία, αποφασίζοντας να χρησιμοποιήσουν –και θεωρώντας αφελώς πως μπορούσαν να χειραγωγήσουν– το ανερχόμενο Ναζιστικό Κόμμα ως μαζικό υποστύλωμα της αντιδημοκρατικής πολιτικής τους.
Ή, όπως και μετά: όταν η αποχώρηση των ΗΠΑ από την παγκόσμια οικονομική συνδιάσκεψη το καλοκαίρι του 1933 παρείχε τη νομιμοποίηση στον Χίτλερ για ανάλογες πολιτικές· η αναιμική έως ανύπαρκτη και υποκριτική αντίδραση της Κοινωνίας των Εθνών στην κρίση της Μαντζουρίας το 1933, στην επίθεση της φασιστικής Ιταλίας στην Αβησσυνία το 1935 και τις διαρκείς παραβιάσεις των Βερσαλλιών από τη ναζιστική Γερμανία τα χρόνια 1937-1938, με αποκορύφωμα το ταπεινωτικό ξεπούλημα της Τσεχοσλοβακίας· η πολιτική του κατευνασμού που δεν δείχνει, κατά τη Steiner, τόσο το ατελέσφορο της χρήσης του απέναντι στον αποφασισμένο τύραννο, όσο τις αυταπάτες της προσωπικής διπλωματίας εκτός θεσμικού πλαισίου· και βέβαια, το Σύμφωνο Μολότωφ-Ρίμπεντροπ, όπου ο ευφυής οπορτουνισμός του Χίτλερ διασταυρώθηκε με την επεκτατική επιθυμία της σταλινικής ΕΣΣΔ να ανακτήσει τα εδάφη που η Ρωσία είχε χάσει με το Μπρεστ- Λιτόφσκ και θύματα την Πολωνία, τις χώρες της Βαλτικής και τη Φινλανδία.
Αν, λοιπόν, η ιστορία της Βαϊμάρης, και κατ’ επέκταση του Μεσοπολέμου, δεν προσφέρει, όπως υποστηρίζει η Nadine Rossol, έναν φιλικό προς τον χρήστη οδηγό για λάθη που μπορούν να αποφευχθούν στο παρόν, αλλά βοηθά να κατανοήσουμε πώς και γιατί οι σύγχρονοι έδρασαν όπως έδρασαν, τότε η μελέτη της περιόδου υπενθυμίζει να αναγνωρίζουμε τη δύναμη της ατομικής πράξης. Κι ίσως αυτό είναι ιδιαίτερα κρίσιμο στην τωρινή συγκυρία που καταρρέει η μεταπολεμική τάξη πραγμάτων, και μάλιστα με πρωτοβουλία πολλών από όσους την εγκαθίδρυσαν. Σε αντίθεση με χαρακτηρισμούς όπως «φιλελεύθερη» και «βασισμένη σε κανόνες», η παγκόσμια τάξη μετά το 1945 δεν ήταν ούτε ιδιαίτερα εύτακτη, ούτε εντελώς φιλελεύθερη, ούτε καλά ρυθμισμένη. Εκτός Ευρώπης, υπήρξαν πολυάριθμες στρατιωτικές συγκρούσεις και εκβιασμοί, γενοκτονίες, καθώς και εμφύλιοι πόλεμοι – μερικές φορές με παγκόσμιες συνέπειες. Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ορισμένες περιοχές του κόσμου παρέμειναν περισσότερο ή λιγότερο υπό την κυριαρχία ηγεμονικών δυνάμεων. Μέχρι το 1989, για παράδειγμα, η Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη υπέφεραν από το περιβόητο σύστημα της Γιάλτας, δηλαδή την πολιτική, οικονομική και στρατιωτική κυριαρχία της Μόσχας.
Ωστόσο, το διεθνές σύστημα που προέκυψε μετά το 1945 διέφερε από το προηγούμενο. Το τελευταίο χαρακτηριζόταν από κραυγαλέα ιμπεριαλιστική κυριαρχία, αδίστακτη αποικιακή εκμετάλλευση, παγκόσμιους και περιφερειακούς πολέμους, φασιστικά και παραφασιστικά καθεστώτα, στρατόπεδα συγκέντρωσης και εξόντωσης, καθώς και συχνή εδαφική επέκταση κρατών με τη χρήση βίας. Όσο κι αν ήταν ατελής και μόνο εν μέρει βασισμένη σε κανόνες, η τάξη που προέκυψε μετά το 1945, εξακολουθούσε να αποτελεί επίτευγμα σε σύγκριση με την αμέσως προηγούμενη και στο πλαίσιο της παγκόσμιας ιστορίας. Και φυσικά αποτέλεσε απότοκο διαφορετικών επιλογών, πράξεων, και της δύναμής τους. Η Ιστορία, όπως και τότε, είναι διαρκώς ανοικτή και διαμορφώνεται από τις επιλογές και τις πράξεις μας.
Ο Βασίλης Μπογιατζής γεννήθηκε το 1971 στην Αθήνα. Είναι Δρ. Ιστορίας και διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου μαθήματα σύγχρονης ελληνικής και ευρωπαϊκής ιστορίας, καθώς και ιστορίας ιδεών και διανοουμένων. Είναι συγγραφέας των βιβλίων Μετέωρος μοντερνισμός. Τεχνολογία, ιδεολογία και πολιτική στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου (εκδόσεις Ευρασία, 2012), Το πολύχρωμο μωσαϊκό της γερμανικής ιστορίας (σε συνεργασία με Γ. Κόκκινο και Μ. Καρασαρίνη, εκδόσεις Επέκεινα, 2016), Παναγιώτης Κονδύλης: Ένας στοχαστής ενάντια στις βεβαιότητες (σε συνεργασία με Γ. Ευαγγελόπουλο κ.ά, εκδόσεις Ευρασία, 2016), Αναζητώντας ιερό καταφύγιο: ο Αλέξανδρος Δελμούζος και η σύγχρονή του ελληνική διανόηση (σε συνεργασία με τον Γ. Κόκκινο, εκδόσεις Ταξιδευτής, 2017). Επίσης, επιμελήθηκε επιστημονικά και συνέγραψε το επίμετρο στην έκδοση της μαρτυρίας Απόστολος Μπογιατζής, Μακρονήσι: το βιβλίο που ήθελα ν’ αφήσω (εκδόσεις Πληθώρα, 2019. Β΄ έκδοση, εκδόσεις Πληθώρα/Ευρασία, 2024). Άρθρα και μελέτες του έχουν δημοσιευθεί σε έγκριτα διεθνή και ελληνικά επιστημονικά περιοδικά και συλλογικούς τόμους.














